Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Ευχές!

 Η χρονιά οδεύει στο τέλος της και ήρθε η ώρα για την τελευταία ανάρτηση του 2012.Τα Χριστούγεννα είναι το μεγαλύτερο δώρο της Λογοτεχνίας στον μέσο άνθρωπο. Χωρίς τον Ντίκενς το δεκαπενθήμερο αυτό θα ήταν μια στενά θρησκευτική γιορτή και όχι ένα μαγικό ,παγανιστικό ξεφάντωμα γεμάτο γέλια, γλυκά και δώρα. Θερμές ευχές για καλές γιορτές, δίπλα σε ανθρώπους που αγαπάτε, για ένα νέο έτος γεμάτο υγεία και ευτυχισμένες στιγμές. Μακάρι το 2013 να πάρει μαζί του όσα σας στεναχώρησαν και να φέρει νέες εμπειρίες και φίλους.





 "He[=Scrooge] became as good a friend, as good a master, and as good a man, as the good old city knew, or any other good old city, town, or borough, in the good old world.[... ]He had no further intercourse with Spirits, but lived upon the Total Abstinence Principle, ever afterwards; and it was always said of him, that he knew how to keep Christmas well, if any man alive possessed the knowledge. May that be truly said of us, and all of us! And so, as Tiny Tim observed, God bless us, everyone!", A Christmas Carol by Charles Dickens

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Tango με την ομορφιά

   Στο παρελθόν είχα πολλές ευκαιρίες να διαπιστώσω την δύναμη της λογοτεχνικής μορφής που λέγεται διήγημα. Στον κανόνα της παγκόσμιας λογοτεχνίας θα συναντήσουμε δεκάδες ογκωδέστατα μυθιστορήματα που σημάδεψαν την κουλτούρα μας, διηγήματα όμως θα βρούμε ελάχιστα. Κι όμως γίγαντες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως ο Πόε,ο Μοπασάν, ο Τσέχωφ και Μπόρχες έμειναν στην ιστορία κυρίως μέσα από τα διηγήματά τους. Οπωσδήποτε ένα μυθιστόρημα δίνει χαρακτήρες πιο ολοκληρωμένους, μύθους πολυεπίπεδους και έναν ολόκληρο κόσμο μέσα στον οποίο μπορείς να βυθιστείς. Καμία όμως λογοτεχνική φόρμα δεν προσφέρει την αμεσότητα, την έκπληξη του αναπάντεχου, την ποικιλία και την πρωτοτυπία θεμάτων που χαρίζει ένα διήγημα.
   
Τα περασμένα Χριστούγεννα, πριν αποκτήσω blog, είχα την ευτυχία να περάσω μερικές από τις πιο απολαυστικές αναγνώσεις της ζωής μου με συντροφιά μια συλλογή διηγημάτων του Κορτάσαρ, ενός πραγματικού ιδιοφυούς συγγραφέα που στέκεται στη σκιά των ιερών τεράτων της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. Ο Κορτάσαρ ασφαλώς και δεν είναι άγνωστος, όμως δεν συζητήθηκε και δεν διαβάστηκε  όσο ο Λιόσα, ο Μάρκες και ο Μππόρχες.
 
Pollock, The Key

Οι εκδόσεις Πάπυρος επιμελήθηκαν μια αριστουργηματική ανθολογία διηγημάτων.Το "Αξολότλ και άλλα διηγήματα" περιλαμβάνει κείμενα(ρεαλιστικού και φανταστικού περιεχομένου) από διάφορες συλλογές του Αργεντινού, υπέροχα μεταφρασμένα από την Ισμήνη Κανσή που πετυχαίνει ακόμα και στα πιο απαιτητικά σημεία να διατηρήσει την ροή και το σφρίγος του πρωτότυπου. Αν λείπει κάτι για να χαρακτηριστεί η έκδοση τέλεια, αυτό είναι μια εκτενέστερη εισαγωγή. Επίσης να προειδοποιήσω πως , αν αποφασίσετε να διαβάσετε το βιβλίο, αφήστε την εισαγωγή για το τέλος, καθώς αποκαλύπτονται στοιχεία των ιστοριών.

"Από το απόγευμα μέχρι αργά τη νύχτα, μέσ από δρόμους που άνοιγαν οι λέξεις στο πήγαινέλα τους, από χέρια που έσμιγαν  για μια στιγμή πάνω στο τραπεζομάντιλο πριν γελάσουν, πριν καπνίσουν κι άλλα τσιγάρα, θ΄απομείνει μια διαδρομή με ταξί, κάποιο μέρος που εκείνος ή εκείνη ήξεραν, ένα δωμάτιο,όλα μπερδεμένα σε μια εικόνα από λευκά σεντόνια και τη βιαστική, σχεδόν θυμωμένη σύσπαση των κορμιών σε μια ατελείωτη συνεύρεση από σιωπές που έσπαγαν και επανέρχονταν, κάθε φορά λιγότερο πιστευτές, από κάθε νέα έκρηξη που τους συνέτριβε, τους κατατρόπωνε και τους ζεματούσε, μέχρι εξάντλησης, μέχρι την τελευταία καύτρα των τσιγάρων το ξημέρωμα"

 Όσον αφορά τα έργα αυτά καθαυτά, το καθένα έχει τη δική του μαγεία, όλα συναρπαστικά και τόσο γεμάτα που μετά από κάθε διήγημα έχεις την αίσθηση πως τελείωσες ένα μυθιστόρημα. Το "Τη νύχτα ανάσκελα" είναι με βεβαιότητα ένα από τα δέκα καλύτερα διηγήματα που έχω διαβάσει. Όχι απλώς υπέροχα γραμμένο, όπως όλα, αλλά και συγκλονιστικά απρόοπτο. Αν και είναι μόλις το δεύτερο κείμενο της συλλογής, μετά το εμβληματικό "Σπίτι", η ομορφιά και η τελειότητά του με μάγεψε και με συνέτριψε τόσο που επί δύο μέρες δε μπορούσα να συνεχίσω την ανάγνωση, χαμένος ακόμα στην ανάμνηση αυτού του μικροσκοπικού διαμαντιού.
 
 "Οι μαινάδες" είναι ένα διήγημα τρελό, με ταχύτατο ρυθμό που παρασέρνει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση όπου μέσα σε ένα απολύτως ρεαλιστικό πλαίσιο αποκαλύπτεται το παράδοξο της συλλογικής παράκρουσης. "Η υγεία των αρρώστων" είναι ένα από τα πιο αστεία διηγήματα του βιβλίου: μια οικογένεια που αποκρύπτει από την άρρωστη, γριά μητέρα κάθε πρόβλημα για να μην κλονιστεί κι άλλο, πράγμα που έχει  ανυπολόγιστες συνέπειες.Στη "Δεσποινίδα Κόρα"παρακολουθούμε την εξαιρετικά τρυφερή ιστορία της ερωτικής αφύπνισης ενός εφήβου και ταυτόχρονα μια απαιτητική άσκηση ύφους, καθώς μέσα σε 24 σελίδες τον λόγο παίρνουν τέσσερις πρωτοπρόσωποι αφηγητές, με την εναλλαγή μάλιστα να γίνεται ακόμα και μέσα σε μια συντακτική περίοδο. " Η Σίλβια" είναι μια ακόμα αφορμή για ντελίριο και ύμνους στον Κορτάσαρ, μια συγκινητική αφήγηση που  παντρεύει με τρόπο μαγικό την πραγματικότητα και τη φαντασία. Τέλος, το
"Κείμενο σε σημειωματάριο" είναι μια συνομωσιολογική, γκροτέσκα ιστορία, μια ευφυής σύλληψη για έναν ολόκληρο κόσμο που κινείται αθόρυβα μέσα στις στοές του μετρό.
   
" Αν γινόταν να σκίσουμε και να πετάξουμε σαν παλιό βιβλίο ή σαν παλιόχαρτο  το παρελθόν. Όμως βρίσκεται πάντα εδώ, λεκιάζει το καθαρό χαρτί και νομίζω πως αυτό είναι το πραγματικό μας μέλλον"


Ακόμα και αν τα θέματα δεν ήταν τόσο γοητευτικά, ο λόγος και μόνο του Κορτάσαρ θα ήταν αρκετός για να διαβάσω εκατοντάδες σελίδες. Κρατώντας στα χέρια μου το βιβλίο, ένιωθα απόλυτα απορροφημένος σε αυτό και επιβράδυνα την ανάγνωση, ελπίζοντας πως το βιβλίο αυτό δεν θα τελειώσει ποτέ. Η ποικιλία που ανέφερα παραπάνω, δεν περιορίζεται στη θεματολογία, αντίθετα αφορά και το ύφος. Από τον λιτό, γραφειοκρατικό τόνο που θυμίζει υπηρεσιακή αναφορά ("Κείμενο σε Σημειωματάριο"), στο χειμαρρώδη και συναισθηματικά φορτισμένο λόγο του "Η Λιλάνα κλαίει" ή στο "φλύαρο", γεμάτο παιδική αφέλεια στιλ  του "Μετά το Φαγητό", ένα ποικιλόχρωμο μωσαϊκό.

Υ.Γ. Μια απίστευτη σύμπτωση είναι πως έτυχε να διαβάσω το βιβλίο ακριβώς την ίδια εβδομάδα με τον ναυτίλο.

  

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Μνημείο του παρελθόντος,καθρέφτης του παρόντος

 Η Ευρώπη του 20ου αιώνα είναι δίχως υπερβολή το πιο ενδιαφέρον πεδίο έρευνας για έναν ιστοριοδίφη.Εδώ ξέσπασαν και κορυφώθηκαν δυο καταστρεπτικοί παγκόσμιοι πόλεμοι, συγκρούσεις δίχως προηγούμενο σε έκταση και σφοδρότητα. Εδώ γεννήθηκαν τα τέρατα του φασισμού και του ναζισμού για να καταχωνιαστούν τελικά στη συλλογική λήθη των λαών τους. Αυτή η ήπειρος υπήρξε το εργαστήρι για την δοκιμή θεωριών του Μαρξ και του Ένγκελς. Αργότερα, εδώ θεμελιώθηκαν σταθερές δημοκρατίες με αληθινά συστήματα πρόνοιας και ξεκίνησε το τεράστιο πείραμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου για πρώτη φορά να επικρατήσει γαλήνη στην ταραγμένη ήπειρο.

    Στο τέλος του συναρπαστικού αυτού αιώνα ο Χέιρτ Μακ, Ολλανδός δημοσιογράφος, ξεκινάει ένα μεγάλο ταξίδι διάρκειας ενός έτους σε είκοσι περίπου ευρωπαϊκές χώρες. Στόχος του δεν είναι να περιγράψει απλώς τις πόλεις που επισκέπτεται, αλλά να αναζητήσει σε αυτές ίχνη από το παρελθόν της ηπείρου.Πριν την αλλαγή του αιώνα, ο Μακ στέκεται στο χρόνο και κοιτάζει προς τα πίσω. Πώς μέσα από τα χαρακώματα του Ά παγκοσμίου πολέμου, τη μαζική παράκρουση του ΄20 και του ΄30, τις φρικαλεότητες του δεύτερου πολέμου, το μίσος και τους εθνικούς ανταγωνισμούς φτάσαμε στη σημερινή ενωμένη Ευρώπη; Και κυρίως, τι έχουν να πουν οι Ευρωπαίοι του σήμερα, τι σημάδια άφησαν τα γεγονότα στους ίδιους τους ανθρώπους και μπορούμε να μιλάμε για ένα κοινό "ευρωπαϊκό λαό";

 Βλέποντας κανείς τον όγκο του βιβλίου "Στην Ευρώπη- Ταξίδια στον 20ο αιώνα"(εκδ. Μεταίχμιο, μετάφραση Ινώ Βαν Ντάικ-Μπαλτά, σελίδες 864), καθώς και την δεκαπεντασέλιδη βιβλιογραφία που παρατίθεται, ίσως θεωρήσει πως ο Μακ επιχειρεί μια "στεγνή" ιστορική αφήγηση.Το πράγμα όμως δεν είναι έτσι.Το κείμενο διαπνέεται μέχρι τέλους από μια υπέροχη φρεσκάδα. Μέσα από προσωπικά βιώματα, ντοκουμέντα, επισκέψεις σε μουσεία και χώρους όπου γράφτηκε η ιστορία, ο Μακ δίνει μια ολόκληρη τοιχογραφία του περασμένου αιώνα, πάντα με πληρότητα και κριτική ματιά.

 Στην αφήγηση το λόγο συχνά παίρνουν οι πρωταγωνιστές: ο εγγονός του τελευταίου Γερμανού Κάιζερ, ένας ολλανδός πρωθυπουργός και μετέπειτα ευρωπαίος αξιωματούχος, ένα μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής ένωσης, ένας πρωταγωνιστής της επανάστασης των γαρυφάλλων, άνθρωποι από την Ανατολική Ευρώπη που βιώνουν ραγδαίες αλλαγές.Άλλες φορές πάλι επιστρατεύονται κείμενα λογοτεχνών για να ζωντανεύσει μια ιστορική στιγμή. Τα δημοσιογραφικά κείμενα του Γιόζεφ Ροτ, η αλληλογραφία και τα σημειώματα του Τσβάιχ, τα ημερολόγια του Άρθουρ Κέσλερ μας μεταφέρουν στην καρδιά της μεσοπολεμικής Ευρώπης.

"H ιστορία του εικοστού αιώνα δεν ήταν ένα έργο που διαδραματιζόταν μπροστά στα μάτια τους, ήταν ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο μέρος της δικής τους - και δικής μας- ζωής.Είμαστε κομμάτι αυτού του αιώνα. Ο αιώνα είναι κομμάτι του εαυτού μας"

  Το αποτέλεσμα λοιπόν δεν είναι μια ιστορική μελέτη, αλλά ένα ζωντανό έργο, ένα μαγευτικό πέρασμα από τις μεγαλουπόλεις της ηπείρου που έγιναν θέατρο σπουδαίων γεγονότων: από την αυτοκρατορική Βιένη, το Σεράγεβο και το Παρίσι στην ισοπεδωμένη Γκέρνικα, το βομβαρδισμένο Λονδίνο και το πολιορκούμενο Στάλινγκραντ και τελικά στο Βερολίνο, την πόλη που κλείνει μέσα της ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Όπως αντιλαμβάνεστε, βαρύτητα δίνεται σε συγκεκριμένες χώρες και άλλες, π.χ. Ελλάδα και Βουλγαρία, παραμελούνται.
   
             Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων, Ιερώνυμος Μπος,το ίδιο αχανές και γοητευτικό με το έργο του Μακ

 Το βιβλίο αγγίζει την τελειότητα κατά την περιγραφή του Μεσοπολέμου, που χάρη στην ένταση και την πολυπρισματικότητά της προσφέρει απίστευτη λογοτεχνική απόλαυση. Πιο αμήχανη γίνεται η αφήγηση στο κομμάτι που αφορά τα πρώην σοβιετικά κράτη, ίσως γιατί τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν εκεί μοιάζουν ασήμαντα μπροστά σε ότι συνέβη στην κεντρική και δυτική Ευρώπη.

  Τέλος, αυτό που πράγματι εντυπωσιάζει, είναι ο επίλογος, γραμμένος το 2003, 4 χρόνια μετά την ολοκλήρωση του ταξιδιού. Ο Μακ εκφράζει τους προβληματισμούς του σχετικά με το κατά πόσο το η ευρωπαϊκή ιδέα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Είναι τόσο εύστοχη η κριτική του και τόσο διεισδυτική η ματιά του που σχεδόν μια δεκαετία πριν αποκαλύπτει αδυναμίες που οψίμως μας απασχόλησαν. Η ένωση των λαών, λαών με τόσο διαφορετικές καταβολές, δεν επιτυγχάνεται μέσα από ένα αποξενωμένο διοικητικό μηχανισμό και μια γραφειοκρατική οικονομική ένωση.Ο Μακ έγραψε ένα αριστούργημα που μας θυμίζει από που ξεκινήσαμε και μας δείχνει που καταλήξαμε.

 " Δεν υπάρχει ευρωπαϊκός λαός. Δεν υπάρχει ένας οικουμενικός κοινός πολιτισμός και μια κοινή παράδοση που να συνδέουν το Γιόρβερτ, το Βασάρομπετς και την Κεφαλονιά, υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις: η βορειοπροτεσταντική, η ρωμαιοκαθολική, η ελληνορθόδοξη και η μουσουλμανική οθωμανική παράδοση. Δεν υπάρχει μια γλώσσα, υπάρχουν πολλές δεκάδες.Οι Ιταλοί έχουν εντελώς διαφορετική αίσθηση για τη λέξη κράτος από ό,τι οι Βρετανοί.Οι πολιτικές κουλτούρες απέχουν πολύ μεταξύ τους. Η απροκάλυπτη ευνοιοκρατία και προστασία, συνηθισμένη στη νότια Ευρώπη, θεωρείται θανάσιμο πολιτικό αμάρτημα στην Ολλανδία και στις σκανδιναβικές χώρες. Οι Σουηδοί σοσιαλιστές είναι μεγαλύτεροι υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς από τους κεντροδεξιούς Ιταλούς ή Ισπανούς. Η δημοκρατική παράδοση είναι σε τελευταία ανάλυση λεπτή: κατά ένα μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα μόνο η βορειοδυτική γωνιά της ηπείρου μπορούσε να αποκαλείται δημοκρατική" 


   

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Berlin noir

   Λατρεύωτο Βερολίνο. Με ξετρελαίνει η αίσθηση του αχανούς που έχω σε μια τόσο απλωμένη πόλη, οι βόλτες που μπορείς να απολαύσεις στο πανέμορφο κέντρο ανάμεσα σε μια πανσπερμία φυλών, συνοδευόμενος πάντα από την αίσθηση πως βρίσκεσαι εκεί που διαδραματίστηκαν τα πιο σημαντικά γεγονότα του περασμένου αιώνα. Και μόνο λοιπόν η λέξη "Βερολίνο" στο εξώφυλλο ενός βιβλίου είναι αρκετή για να τραβήξει την προσοχή μου.

                                      

    Πρόσφατα οι εκδόσεις Κέδρος κυκλοφόρησαν σε επίτομη έκδοση μια τριλογία νουάρ αστυνομικών μυθιστορημάτων του Φίλιπ Κερ με τον τίτλο "Η τριλογία του Βερολίνου"(μεταφραστές οι Αντώνης Καλοκύρης και Ντενίζ Ρώντα , σελ. 1070). Πρωταγωνιστής και στα τρία έργα είναι ο Μπέρναρντ  Γκούντερ, έναν πρώην αστυνομικό που πλέον έχει ανοίξει ιδιωτικό γραφείο ερευνών. Ο Γκούντερ θυμίζει παλαιότερους ντετέκτιβ του παλιού,σκληρού αμερικανικού αστυνομικού είδους και κυρίως τον εκπληκτικό Φίλιπ Μάρλοου. Ελαφρώς πότης, με τον τρόπο του γοητευτικός για το άλλο φύλο, με καυστικό χιούμορ και ιδιαίτερο αυτοσαρκασμό, ο ήρωας του Κερ είναι πραγματικά απολαυστικός. Οι αστυνομικοί σαν τον Γκούντερ και τον Μάρλοου δεν λύνουν τα μυστήρια όπως ο Σέρλοκ Χολμς, κλεισμένοι στο γραφείο τους χρησιμοποιώντας τα νοητικά τους εργαλεία και μόνο. Ανακρίνουν υπόπτους, κάνουν αυτοψίες, μιλούν παρασκηνιακά με τις αρχές, χρησιμοποιούν βία αν χρειαστεί ·περιδιαβαίνουν τις πόλεις τους σπιθαμή προς σπιθαμή αναζητώντας στοιχεία. Για αυτό άλλωστε τα νουάρ μυθιστορήματα θεωρήθηκαν συχνά ως τοιχογραφία της εποχής τους.




     Αυτό συμβαίνει και με την τριλογία του Κερ. Ιδιαίτερα στα δύο πρώτα βιβλία, που τοποθετούνται χρονικά πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, βλέπουμε το Βερολίνο των ναζί να ξεδιπλώνεται μπροστά μας: η διαφθορά του κρατικού μηχανισμού, το κλίμα φόβου μπροστά στην ολοκληρωτική εξουσία αλλά και συμβιβασμού με την κατάσταση, η δράση των παρακρατικών οργανώσεων, οι διώξεις σε βάρος συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων εντάσσονται όλα στην ιστορία όχι ως απλός διάκοσμος, αλλά οργανικά ,ως κομβικά στοιχεία της πλοκής.Ο Κερ φαίνεται πως ερεύνησε μεθοδικά την περίοδο αυτή και καταφέρνει να την ξαναζωντανέψει με σχολαστικότητα. Ο τύπος της εποχής, οι ηγετικές μορφές του Ράιχ, οι δεκάδες επίσημες και μυστικές υπηρεσίες που δραστηριοποιούνται στην πόλη, καθώς και οι μεταξύ τους διασυνδέσεις παίζουν επίσης το ρόλο τους στις αστυνομικές υποθέσεις.

"Στερούμενος τα δικαιώματά του ο άνθρωπος ξαναγίνεται ζώο. Οι πεινασμένοι κλέβουν απ΄τούς πεινασμένους.Η προσωπική επιβίωση αποτελεί τη μόνη έγνοια. Μια έγνοια που καταπατά, ή και διαγράφει ακόμα, το οποιοδήποτε βίωμα.Σκοπός του Νταχάου ήταν να δουλεύεις μέχρι να καταστρέψεις την πνευματική σου υπόσταση. Ο θάνατος ήταν ένα αναπάντεχο υποπροϊον. Για να επιβιώσεις εσύ, οι άλλοι έπρεπε να υποφέρουν για λογαριασμό σου. Όταν χτυπούσαν ή λιντσάριζαν κάποιον άλλο εσύ ήσουν ασφαλής- έστω και για λίγο. Άλλοτε πάλι, για μερικές μέρες ,έτρωγες τη μερίδα του διπλανού σου, που είχε πεθάνει στον ύπνο του"

  Τα δύο πρώτα έργα του τόμου είναι page turner και δεν μπορούσα να τα αφήσω από τα χέρια μου θέλοντας να χαθώ στον κόσμο τους. Στις "Βιολέτες του Μάρτη" ο Γκούντερ καλείται να ερευνήσει μια υπόθεση που θα τον οδηγήσει στην καρδιά των κυκλωμάτων του καθεστώτος και σε έναν υπόγειο πόλεμο που βρίσκεται σε εξέλιξη.Λίγες μέρες πριν την έναρξη των ολυμπιακών αγώνων  του 1936 ένας μεγιστάνας βιομήχανος, ο Χέρμαν Σιξ,αναθέτει στον ντετέκτιβ μια αρκετά σύνθετη υπόθεση. Η κόρη του και ο γαμπρός του, μέλος των Eς Ες,  απανθρακώθηκαν ζωντανοί μέσα στο σπίτι τους και όλες οι ενδείξεις παραπέμπουν σε προσχεδιασμένο φόνο. Ο Γκούντερ  αναλαμβάνει να εντοπίσει ένα πανάκριβο διαμαντένιο περιδέραιο που κλάπηκε από το χρηματοκιβώτιο του σπιτιού, με ρητή εντολή να μην αναμειχθεί στις οικογενειακές υποθέσεις των Σιξ. Η όλη έρευνα θα αποδειχτεί μια βουτιά στο σκοτεινό πολιτικό παρασκήνιο της χιτλερικής Γερμανίας. Σε αυτό το μυθιστόρημα ο Κερ οργανώνει καλύτερα από οπουδήποτε αλλού το υλικό του, οδηγώντας τον αναγνώστη βήμα-βήμα σε μια αριστοτεχνική κορύφωση.
                                                              Wesley Burt, Smoke


  "Ο χλομός Εγκληματίας" τοποθετείται μεταξύ Αυγούστου και Νοεμβρίου του 1938. Το ναζιστικό καθεστώς δείχνει πλέον απροκάλυπτα το αληθινό του πρόσωπο και άπαντες διαισθάνονται πως ένας νέος πόλεμος πρόκειται να ξεσπάσει. Ο Γκούντερ έπειτα από τις διόλου αμελητέες πιέσεις ενός αξιωματούχου αποδέχεται ένα υψηλόβαθμο πόστο στην κρατική αστυνομία και αναλαμβάνει να διαλευκάνει μια σειρά δολοφονιών που πλήττει την εικόνα του πανίσχυρου και άτεγκτου  κράτους που προωθεί το ναζιστικό κόμμα. ένας κατά συρροήν δολοφόνος- ξεκάθαρη αναφορά στο Μ του Fritz Lang- κακοποιεί σεξουαλικά και σκοτώνει μικρά κορίτσια με κοινό παρονομαστή τα "άρια" χαρακτηριστικά των θυμάτων. Μετά τις αποτρόπαιες δολοφονίες ,που γίνονται όλες τελετουργικά με πανομοιότυπο τρόπο, δε μένει πίσω κανένα στοιχείο που να προδίδει την ταυτότητα του δράστη. Έτσι ο Γκούντερ ερευνά κυριολεκτικά στα τυφλά και ενώ οι προϊστάμενοί του απαιτούν την άμεση σύλληψη του εγκληματία. Για άλλη μια φορά η λύση του μυστηρίου έρχεται με τρόπο απρόσμενο και έπειτα από πολλή δράση. Τα εγκλήματα μόνο άσχετα με την πολιτική κατάσταση της χώρας δεν είναι.

"Ξέρεις έχω αρχίσει να τον καταλαβαίνω από μια μεριά·αλήθεια σου λέω.Εδώ που τα λέμε ποιες σκοτώνει; Τις αυριανές μητερούλες. Μερικές ακόμα παιδοποιητικές μηχανές, που παράγουν στρατεύσιμους για το Κόμμα"

  "Το γερμανικό  ρέκβιεμ" είναι το μυθιστόρημα της τριλογίας που μου άρεσε λιγότερο. Το 1947 ο Γκούντερ έχοντας πολεμήσει στο μέτωπο της Ρωσίας βρίσκεται σε ένα ερειπωμένο Βερολίνο, όπου ο λαός λιμοκτονεί, οι Ρώσοι στρατιώτες εκδικούνται με σκληρότητα τους ηττημένους, οι γυναίκες πουλάν το κορμί τους για ένα κομμάτι σοκολάτα και η μαύρη αγορά ανθεί. Αυτήν την φορά ο Μπέρναρντ, ωθούμενος από οικονομικά κίνητρα, ταξιδεύει στη Βιένη για να βοηθήσει έναν πρώην συνεργάτη του και νυν μαυραγορίτη, ο οποίος κατηγορείται αδίκως(;) για τον φόνο ενός Αμερικάνου στρατιωτικού. Δουλειά του Γκούντερ είναι να εντοπίσει τον πραγματικό δολοφόνο για να αποδείξει έτσι την αθωότητα του πελάτη του. Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα απομακρύνεται από την κατηγορία των κλασικών νουάρ και πλησιάζει αρκετά το κατασκοπικό μυθιστόρημα, καθώς οι αντιμαχόμενες μυστικές υπηρεσίες των τεσσάρων δυνάμεων κατοχής  εμπλέκονται άμεσα τόσο στο ίδιο το έγκλημα όσο και στην προσπάθεια διαλεύκανσής του. 


"Αυτόν τον καιρό ,αν είσαι Γερμανός, περνάς τον καιρό σου στο καθαρτήριο πριν πεθάνεις, κολαζόμενος στη γη για όλες τις ατιμώρητες αμαρτίες της πατρίδας σου και για εκείνες που έμειναν χωρίς μετάνοια, μέχρι την ημέρα που ,με την βοήθεια των προσευχών και των Ξένων δυνάμεων, η Γερμανία θα γνωρίσει τελικά την κάθαρση" 

 Στο "Ρέκβιεμ" τα πράγματα δεν πάνε τόσο καλά. Η πορεία και η τελική έκβαση των ερευνών του Μπέρναρντ δεν είναι αρκετά αληθοφανείς και σε πολλά σημεία ο Κερ δεν αποφεύγει τις υπερβολές. Επίσης ο κόσμος των μυστικών υπηρεσιών και οι μεταξύ τους σχέσεις είναι μάλλον δαιδαλώδης και ομολογουμένως με μπέρδεψε. Τέλος θεωρώ άστοχη την επιλογή του συγγραφέα να απομακρύνει τον ήρωα του από το Βερολίνο την δεδομένη χρονική στιγμή, που θα μπορούσε να δώσει στον αναγνώστη μια περιπέτεια με φόντο τη σκληρή ζωή στην πόλη, πράγμα που γίνεται μόνο στην αρχή του έργου και σε περιορισμένη έκταση.

  

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Sci-fi αξιώσεων


                               "Μήπως τα παραμύθια μπορούν να γίνουν αληθινά;"


  Έχω διαβάσει ελάχιστη καθαρά επιστημονική φαντασία (δεν μπορώ να συμπεριλάβω τα δυστοπικά μυθιστορήματα σε αυτήν την κατηγορία). Το πρόβλημα μου ήταν πως πολλοί συγγραφείς ενδεχομένως θα αναλώνονταν σε περιγραφές του μέλλοντος: τεράστια τεχνολογικά επιτεύγματα, επαφή με εξωγήινους πολιτισμούς και εξερευνητικές αποστολές στο διάστημα, τέτοια πίστευα πως θα είναι κατά βάση η θεματολογία και όντως είναι σε αρκετές περιπτώσεις. Μια τέτοια αναγνωστική εμπειρία λίγα θα είχε να μου προσφέρει, καθώς το μέλλον όσον αφορά την τεχνολογία είναι ήδη εδώ και ο κινηματογράφος μπορεί να υποστηρίξει πολύ πιο εντυπωσιακά και ολοκληρωμένα ένα τέτοιο υλικό.

    
    
 Όσες προκαταλήψεις είχα στο κεφάλι μου γκρεμίστηκαν όταν άρχισα να διαβάζω την υπέροχη συλλογή διηγημάτων του Φίλιπ Ντικ από τις εκδόσεις Μέδουσα (the minority report, 9+1 κλασικές νουβέλες και διηγήματα). Ο Ντικ παρά τη σύντομη ζωή του υπήρξε πολυγραφότατος και κατάφερε να καθιερωθεί στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, δίχως ποτέ όμως να αποκτήσει τη φήμη των πατριαρχών του είδους Άρθουρ Κλαρκ και Ισαάκ Ασίμωφ. Μυστηριώδης προσωπικότητα, ο Ντικ ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος του συγγραφικού του έργου μέσα σε μια δεκαετία και εκ τότε βυθίστηκε σε μια κατάσταση ημι-παράνοιας, πιστεύοντας πως είχε επικοινωνήσει με το θείο και και πως οι μυστικές υπηρεσίες βρίσκονταν στο κατόπι του. Την περίοδο αυτή, μετά την μυστικιστική εμπειρία που υποστήριζε μως βίωσε, ο Ντικ αφιερώθηκε στη συγγραφή ενός ιδιότυπου ημερολογίου που τιτλοφόρησε στα ελληνικά:"Εξήγησις"(credit στον ναυτίλο που με διόρθωσε). Το έργο αυτό που ξεπερνάει τις 8000 χειρόγραφες σελίδες, παραμένει αδημοσίευτο στο μεγαλύτερο μέρος του.
  
   " Διδάχτηκα ότι η μεγαλύτερη οδύνη δεν έρχεται σαν αστραπή από το διάστημα,αλλά από τα βάθη της καρδιάς σου. Φυσικά μπορούν να συμβούν και τα δύο : να σε εγκαταλείψουν η γυναίκα σου και το παιδί σου και, όπως κάθεσαι μονάχος μέσα στο άδειο σπίτι, χωρίς σκοπό στη ζωή σου, να ανοίξουν οι Αρειανοί μια τρύπα στη σκεπή και να σε αρπάξουν"
   
   Το Minority Report είναι η μια νουβέλα της συλλογής. Στο μέλλον η αστυνομία χρησιμοποιώντας ανθρώπους με ιδιαίτερα χαρίσματα, τους προγνωστές, μπορεί να προλάβει κάθε αδίκημα μια εβδομάδα πριν την τέλεσή του και έτσι η εγκληματικότητα έχει σχεδόν εξαλειφθεί. Τα προβλήματα ξεκινάνε όταν ο εμπνευστής του προγράμματος αυτού και αρχηγός της Αστυνομίας πρόσληψης θεωρείται υποψήφιος για φόνο. 

"Πιθανότατα θα έχεις αντιληφθεί το βασικό νομικό μειονέκτημα της μεθοδολογίας πρόληψης.Φυλακίζουμε άτομα που δεν έχουν παραβεί τον νόμο."

    


Στο αριστουργηματικό διήγημα Το θυμόμαστε εμείς για εσάς, ένας άνθρωπος που διακαής του πόθος είναι να ταξιδέψει στον Άρη, απευθύνεται σε μια υπηρεσία εμφύτευσης μνήμης, ώστε να αποκτήσει στο υπόλοιπο της ζωής του την βεβαιότητα πως όντως πραγματοποίησε το όνειρό του. Όταν όμως η διαδικασία ξεκινά αποδεικνύεται πως ο πρωταγωνιστής έχει στο παρελθόν ταξιδέψει στον Άρη ως μέλος μιας μυστικής αποστολής, μετά την ολοκλήρωση της οποίας διαγράφηκε κάθε σχετική του ανάμνηση.

        Στο Ηλεκτρικό μυρμήγκι  ένας άνθρωπος χάνει το χέρι του σε ατύχημα και όταν μεταφέρεται στο νοσοκομείο μαθαίνει πως τελικά δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ανδροειδές προγραμματισμένο να διοικεί μια εταιρεία, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των μεγαλομετόχων. Τότε έρχεται αντιμέτωπο με σοβαρά υπαρξιακά ερωτήματα και ξεκινά να ερευνά τον τρόπο που λειτουργεί και το κατά πόσο η αντίληψη που έχει για την πραγματικότητα είναι αντικειμενική ή απλώς ένα προϊόν της εικονικής του μνήμης. Με παρόμοιο ερώτημα καταπιάνεται και η Διπλή Ταυτότητα, όπου ένας επιστήμονας κινδυνεύει να εκτελεστεί με την κατηγορία πως μέσα του έχει εισχωρήσει ένας εξωγήινος οργανισμός που στάλθηκε από εχθρική δύναμη για να πλήξει στρατηγικούς στόχους. Πώς μπορείς να πείσεις τους άλλους πως είσαι ο εαυτός σου και όχι κάποιος άλλος και μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η δική μας αντίληψη για την πραγματικότητα ταυτίζεται με το όντως ον.

"Αποδείχτηκε συγκλονιστικό αυτό το χέρι. Το εξέταζε για αρκετή ώρα πριν αφήσει τους τεχνικούς να το τοποθετήσουν. Εξωτερικά έμοιαζε κανονικό, οργανικό.Και πράγματι έτσι ήταν, τουλάχιστον επιφανειακά. Φυσική επιδερμίδα κάλυπτε τη φυσική σάρκα και αληθινό αίμα έτρεχε στις φλέβες και τα αγγεία.Αλλά κάτω από αυτό έλαμπαν σύρματα και κυκλώματα, τα πραγματικά συστατικά του. Κοιτάζοντας μέσα στον καρπό του είδε εγχειρητικές οπές, μηχανισμούς, πολύπλοκες βαλβίδες, όλα μικροσκοπικά.Μπερδεμένα πράγματα.Και το χέρι του κόστισε σαράντα δολάρια."

    Τα θέματα που επιλέγει ο Ντικ είναι απρόβλεπτα, πρωτότυπα και εντυπωσιακά. Τα παιχνίδια με το χρόνο και τη μνήμη στο Minority Report και Το θυμόμαστε εμείς για εσάς οδηγούν στα άκρα τα νοητικά μας εργαλεία και μας γεννούν θαυμασμό για την ευφυΐα αυτού του ανθρώπου. Υιοθετώντας μια γραφή απλή που όμως αποπνέει ένα είδος οικειότητας μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη, ο Ντικ , χάρη και στις συνεχείς εκπλήξεις, κρατά ζεστό το ενδιαφέρον και προσφέρει αυθεντική απόλαυση. Αρκετές φορές διέκοψα για λίγο την ανάγνωση για να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά και να σκεφτώ πως "ναι αυτό είναι mindfuck και τίποτε λιγότερο".

  Όλα τα κείμενα της συλλογής δείχνουν τον βαθύ ανθρωπισμό του Ντικ. Μέσα από τα διδακτικού χαρακτήρα και πάντα γεμάτα φαντασία διηγήματα Ω, να ήμουν Μπλόμπελ! και Άνθρωπος Είναι ο Ντικ δίνει την δική του απάντηση σε ένα θέμα που τον απασχολεί έντονα. Ο Άνθρωπος δεν είναι μια ένωση μυώνων, σάρκας και αίματος · είναι πάνω από όλα ευαισθησία. Ο κόσμος που χτίζει, όσο μακρινός και αν μοιάζει, δεν είναι απρόσωπος και κυριευμένος από τα ρομπότ, αντίθετα θέτει στα υποκείμενά του ζητήματα συνείδησης που αφορούν εξίσου τον άνθρωπο του 1960, του 2012 και του 2050.

" Κατά την άποψη μου, το χαρακτηριστικό της ευγένειας μάς ξεχωρίζει από το κούτσουρο και το μέταλλο, κι αυτό ισχύει πάντα όποια μορφή και να πάρουμε, οπουδήποτε και αν βρεθούμε, ό,τι και άν απογίνουμε."



Υ.Γ. Όποιος έχει να προτείνει καλό βιβλίο sci-fi ή μπορεί να με κατατοπίσει κάπως στον κόσμο του Ασίμωφ και του Κλαρκ καλοδεχούμενος  στα σχόλια ή στο desperadoreader@gmail.com





Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Φοβάμαι...


Φοβάμαι

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι 
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου 
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».


Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ 
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.


Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα 
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα 
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.


Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες 
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν 
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».


Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν 
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.


Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.

Νοέμβρης 1983


                                                                              Edward Hopper, Railroad Sunset



Επιτύμβιον



Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: καλός,
λαμπρὸς ἄνθρωπος, οἰκογενειάρχης, πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.

, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.

(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)

Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: καλός,
λαμπρὸς ἄνθρωπος, οἰκογενειάρχης, πατριώτης.

Δὲ θά ῾σαι πρῶτος οὔτε δὰ κι τελευταῖος          





Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Γιατί Κέβιν;

"Νοιάστηκες ποτέ να μάθεις ποια κορίτσια μου άρεσαν και ποια όχι, πριν καθαρίσω κανά δύο;Νοιάστηκες  ποτέ να μάθεις τι είχα μέσα στο κεφάλι μου μέχρι που βγήκε στη φόρα;"


Ο Κέβιν Κατσαντούριαν, παιδί μιας εύπορης οικογένειας, δολοφονεί τον Απρίλιο του 1999, λίγο πριν τα δέκατα έκτα γενέθλιά του επτά συμμαθητές του, έναν υπάλληλο της καντίνας και την μοναδική καθηγήτρια που τον συμπαθούσε.Δεν πρόκειται για ένα ακόμα αψυχολόγητο αμόκ, ένα τυφλό χτύπημα-αποτέλεσμα της διασαλευμένης ψυχικής υγείας ενός εφήβου.Το σχέδιο σχεδιάστηκε άριστα από καιρό και εκτελέστηκε κατά γράμμα.

 Τίποτα δε μπορεί να εξηγήσει πλήρως την ενέργεια του Κέβιν.Ζει σε ένα πανάκριβο σπίτι στα προάστια, ο πατέρας του τον υπεραγαπά και η μητέρα του, παρότι δεν έχει τις καλύτερες σχέσεις μαζί του, προσπαθεί να ικανοποιήσει κάθε του επιθυμία, πράγμα δύσκολο, καθώς ο Κέβιν βρίσκεται βυθισμένος σε μια απερίγραπτη απάθεια και νωθρότητα ήδη από τη μέρα που γεννήθηκε.Δεν είναι επίσης ένα από τα παιδιά που γίνεται αντικείμενο χλευασμού ή αποκλεισμού στο σχολείο, καθώς έχει  συσπειρώσει γύρω του ορισμένους δουλοπρεπείς "φίλους".Τι λοιπόν τον ώθησε στην μαζική δολοφονία των συμμαθητών του;

 Στο ερώτημα αυτό προσπαθεί να δώσει  δύο χρόνια μετά από "εκείνη την Πέμπτη" η Ίβα, η μητέρα του Κέβιν,μέσα από την αλληλογραφία με τον σύζυγό της Φράνκλιν.Με αυτόν τον τρόπο οργανώνεται το αριστουργηματικό "Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν" της Λάιονελ Σράιβερ (Μεταίχμιο, μετάφραση Γωγώ Αρβανίτη).Η άλλοτε δραστήρια κοσμοπολίτισσα με τις προοδευτικές αντιλήψεις και την ευθύνη μιας σειράς ταξιδιωτικών οδηγών που η ίδια ξεκίνησε,βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια βασανιστική,βαρετή ρουτίνα με μοναδική ασχολία την ανασκόπηση του παρελθόντος προκειμένου να κατανοήσει το παρόν.



 Η αναζήτηση ξεκινά από την περίοδο που η Ίβα πήρε την απόφαση να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, μια απόφαση που όπως παραδέχεται ήταν λιγότερο εκπλήρωση μιας δικιάς της επιθυμίας και περισσότερο ένα δώρο στον αγαπημένο της Φράνκλιν.Μέσα από δεκάδες στιγμιότυπα της οικογενειακής ζωής που καλύπτουν όλο το διάστημα από τη γέννηση του Κέβιν μέχρι την τραγική Πέμπτη, η Ίβα ψάχνει ενδείξεις που θα μπορούσαν να την είχαν προειδοποιήσει για τη μεταμόρφωση του γιου της σε στυγερό δολοφόνο.Η εξιστόρηση των περιστατικών, συνοδεύεται από δικές τις σκέψεις και διακόπτεται από τις διηγήσεις των επισκέψεών της στον φυλακισμένο Κέβιν.

"Μια ζωή έβλεπα τον Κέβιν να χαλάει την χαρά των άλλων.Πρέπει να έχω χρησιμοποιήσει αμέτρητες φορές το επίθετο αγαπημένος σε κάποιες από τις πυρετώδεις μητρικές διατριβές μου- οι κόκκινες γαλότσες που είχαν βρεθεί γεμάτες υπολείμματα κέικ στο νηπιαγωγείο ήταν τα αγαπημένα παπούτσια του Τζέισον.Ο Κέβιν πρέπει να με είχε ακούσει να λέω ότι το άσπρο καφτάνι που αργότερα κατέβρεξε με χυμό φραγκοστάφυλλο, ήταν το αγαπημένο μου μακρύ φόρεμα. Παρεμπιπτόντως, κάθε έφηβος κινούμενος στόχος μέσα σε εκείνο το γυμναστήριο (την Πέμπτη) ήταν ο αγαπημένος μαθητής κάποιου από τους καθηγητές"   

 Τελικά,όπως παραδέχεται η ίδια, δεν καταφέρνει να βρει μια σαφή απάντηση στο ερώτημα που την βασανίζει.Αλληλένδετο με τα αίτια της πράξης του Κέβιν είναι και ένα άλλο ερώτημα που διατρέχει όλο το βιβλίο: εγκληματίας γεννιέται κανείς ή γίνεται;Η μια όψη του νομίσματος είναι η ανεξήγητη κακία και οργή που συνοδεύει τον Κέβιν από μωρό.Στην άλλη όψη βλέπουμε έναν υπερπροστατευτικό πατέρα που πάντα δίσταζε να τιμωρήσει τον γιο του και μια μητέρα που δεν καταφέρνει να χτίσει ουσιαστικές γέφυρες επικοινωνίας με τον Κέβιν και συνεχώς του επιρρίπτει ευθύνες, κάνοντας την εξέλιξή του να μοιάζει με αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

 Ακόμα και αν το ζήτημα μένει ανοιχτό, δίνεται ένα πολύπλευρο και λεπτομερές ψυχογράφημα του Κέβιν, καταγράφονται μεθοδικά όλοι οι σημαντικοί σταθμοί που οδήγησαν στην Πέμπτη και αναλύεται η σχέση με την μητέρα του.Το ψυχικό βάθος των ηρώων είναι πραγματικά πρωτόγνωρο και μαρτυρούν πόσο ερεύνησε το θέμα η συγγραφέας.Παρότι το υλικό προσφέρεται για μελοδραματισμούς,  η ένταση διατηρείται ζωντανή μέχρι τέλους για να εκτονωθεί μέσα από την τρομακτική επίθεση.Τα συναισθήματα είναι γνήσια, βλέπουμε τη διαρκή σύγκρουση Κέβιν-Ίβας, τις διακυμάνσεις στη σχέση του ανδρόγυνου,την αδυναμία του πατέρα να φορέσει ένα αυστηρό προσωπείο.Σε μια από τις τελευταίες συγκλονιστικές σελίδες μητέρα και γιος αγκαλιάζονται,όχι συμφιλιωμένοι, απλώς νικημένοι και οι δυο.

" Όταν τον αγκάλιασα για να τον αποχαιρετήσω πιάστηκε από πάνω μου σαν μικρό παιδί, έτσι όπως δεν είχε πιαστεί ποτέ όταν ήταν παιδί.Δεν είμαι σίγουρη, γιατί το μουρμούρισε πνιχτά πάνω στον γιακά του πανωφοριού μου,αλλά θέλω να σκέφτομαι πως είπε "Συγγνώμη".Ρισκάροντας να μην έχω ακούσει σωστά, του είπα δυνατά και καθαρά: "Συγγνώμη και από εμένα Κέβιν.Συγγνώμη."

Το ύφος που υιοθετεί η Σράιβερ είναι δυναμικό, όπως ο χαρακτήρας της πρωταγωνίστριας.Ένα ακόμη εντυπωσιακό γεγονός είναι η εσωτερική συνοχή του κειμένου.Πολύ συχνά η Ίβα αναφέρεται σε περιστατικά και λεπτομέρειες που έχει αφηγηθεί εκατοντάδες σελίδες πίσω, για να τα συνδέσει με μεταγενέστερες συμπεριφορές. Έτσι ενισχύεται ο ρεαλισμός του λογοτεχνικού προσώπου της Ίβας που δίνει την εντύπωση ενός υπαρκτού προσώπου με μνήμη.

 Το "Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν" είναι ένα βιβλίο που θα χαρακτηριστεί κλασικό από τις επόμενες γενιές.Έχει ενδιαφέρον να δούμε αν η Σράιβερ θα αντέξει το βάρος ενός αριστουργήματος στις πλάτες της.Να σημειωθεί πως αυτή η γυναίκα που καταπιάνεται τόσο εύστοχα με το ζήτημα της μητρότητας, είναι άτεκνη.



Υ.Γ. το blogging πάει με πιο αργούς ρυθμούς τον Νοέμβριο λόγω φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, επισκέψεων και υποχρεώσεων 

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Απευθείας από τον Ισπανικό Εμφύλιο

"Η μέρα ήταν όμορφη πάνω από τα πλαγιασμένα κορμιά και το χυμένο αίμα"  

Ο Ισπανικός Εμφύλιος(1936-1939) αποτελεί ένα από τα κορυφαία γεγονότα του περασμένου αιώνα.Πρόκειται για τον πιο ιδεολογικά χρωματισμένο πόλεμο στην ανθρώπινη ιστορία και ταυτόχρονα το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα λαϊκού αγώνα για την ελευθερία.Στη συλλογική μνήμη ο πόλεμος αυτός είναι συνυφασμένος με το -κατώτερο της φήμης του- έργο του Χέμινγουεϊ "Για ποιον χτυπάει η καμπάνα".Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, ένα πραγματικά σπουδαίο βιβλίο, ένα ντοκουμέντο βγαλμένο από τις φλόγες της Μαδρίτης και του Τολέδο , μπήκε σε δεύτερη μοίρα για πολλά χρόνια.

 Ο λόγος για την "Ελπίδα" του Andre Malraux (εκδ.Εξάντας, μετάφραση Γιώργος Σπανός).Ο συγγραφέας αναμείχθηκε ενεργά στον Εμφύλιο, κατατάχτηκε στην αεροπορία και οργάνωσε εράνους και ενημερωτικές καμπάνιες σε ολόκληρη την Ευρώπη προκειμένου να ενισχυθεί ο Δημοκρατικός Στρατός.Οι προσπάθειές του απέδωσαν καρπούς, καθώς αγοράστηκαν συνολικά είκοσι αεροπλάνα.Το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο γράφτηκε στο πρώτο έτος της σύγκρουσης και εκδόθηκε το 1937, ενόσω η έκβαση του πολέμου ήταν ακόμα αβέβαιη.

"Όταν ο Λοπέθ βγήκε από τη Χεφατούρα, τα παιδιά γύριζαν από το σχολείο με τη σάκα στη μασχάλη.Βάδιζε, με τα χέρια απλωμένα σαν ανεμόμυλος και τη ματιά χαμένη, και παρά λίγο να πατήσει μια μαύρη λακκούβα.Ένας αναρχικός τον έσπρωξε, λες κι ο Λοπέθ θα πατούσε λαβωμένο ζωντανό:
-Πρόσεχε, φίλε, είπε
Και με σεβασμό:
-Αίμα αριστερό!"

 "Η ελπίδα" δεν έχει σφιχτοδεμένη πλοκή.Ο Malraux ακολουθεί γραμμικά τα γεγονότα από τον Ιούλιο του 1936,οπότε και εκδηλώθηκε το κίνημα του Φράνκο, μέχρι τον Μάρτιο του επόμενου έτους, όταν οι Δημοκρατικοί απέκρουσαν με επιτυχία,έπειτα από πολύμηνη πολιορκία, τα φασιστικά στρατεύματα έξω από την Μαδρίτη."Ελπίδα" λοιπόν, είναι αυτό που αισθάνεται ο συγγραφέας και οι Δημοκρατικοί ενόψει της συνέχειας του αγώνα.

 Ο συγγραφέας δεν εστιάζει σε ένα πρόσωπο, σε μια πόλη, σε μια κομβικής σημασίας μάχη.Στόχος του είναι να αποτυπώσει σε όλη του την έκταση τον αγώνα του Ισπανικού λαού και για αυτόν το λόγο δεκάδες είναι τα πρόσωπα που περνούν από τις σελίδες του βιβλίου.Τον πόλεμο πάντως τον παρακολουθούμε από τη σκοπιά του Δημοκρατικού Στρατού, καθώς ποτέ δεν έχουμε την οπτική ενός Φαλαγγίτη ή ενός κινηματία στρατιώτη.Ενδεχομένως κάποιοι θα κατηγορούσαν τον Malraux για μεροληπτική στάση, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο ίδιος έζησε τον πόλεμο από τη μεριά των Δημοκρατικών.

  Για τον συγγραφέα το έργο αυτό είναι κάτι παραπάνω από ένα μυθιστόρημα, είναι ένα δημοσιογραφικό ντοκουμέντο που θα ταρακουνήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προκειμένου να ενισχύσουν την προσπάθεια της Δημοκρατίας να επιβιώσει από το φασιστικό πραξικόπημα.Σε πολλά σημεία η γλώσσα είναι δημοσιογραφική, λιτή και περιγραφική.Μόνον όταν τα ίδια τα γεγονότα -όχι σπάνια πάντως- το επιβάλλουν, επιτρέπει ο Malraux στον εαυτό του μια έκφραση πιο λυρική και ποιητική, κατάλληλη για να απεικονίσει το μεγαλείο και τη σκληρότητα του αγώνα για την ελευθερία.


 Δεν είναι επομένως τόσο τα πρόσωπα, όσο τα γεγονότα αυτά που έχουν σημασία.Οι δεκάδες οπτικές εναλλάσσονται, τα πρόσωπα επανέρχονται και οι σκέψεις τους καταγράφονται, όμως η ταύτιση με κάποιον συγκεκριμένο δεν είναι εφικτή.Στόχος είναι ο αναγνώστης να θαυμάσει και να ταυτιστεί τελικά με τον ανώνυμο Ισπανό που παράτησε οικογένεια και δουλεία για να αντιμετωπίσει με τα πενιχρά μέσα που διέθετε  έναν οργανωμένο και εκπαιδευμένο στρατό.Πρωταγωνιστής δεν είναι ο αναρχικός συνδικαλιστής, το μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο πιστός στην Κυβέρνηση αξιωματικός,ο δυναμιτιστής, ο εθελοντής στις Διεθνείς Ταξιαρχίες.Είναι όλοι αυτοί μαζί: το μαχόμενο Ισπανικό έθνος με τους συμμάχους του.

"Ο Μάνουελ έφτασε στην πλατεία μετά την ομοβροντία του εκτελεστικού αποσπάσματος.Οι τρεις άντρες τουφεκίστηκαν σ΄έναν  δρόμο λίγο πιο πέρα.Τα σώματα ήταν σωριασμένα  μπρούμυτα με το κεφάλι στον ήλιο και τα πόδια στη σκιά.Ένα μικρούτσικο χνουδωτό γατάκι άγγιζε με τα μουστάκια του τη λιμνούλα το αίμα εκείνου με την πλακουτσωτή μύτη.Ένα αγόρι σίμωσε, έδιωξε το γατί, βούτηξε το δάχτυλό του στο αίμα και άρχισε να γράφει στον τοίχο.Ο Μάνουελ με έναν κόμπο στον λαιμό, παρακολουθούσε το χέρι: "ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ".Το χωριατόπουλο ανασήκωσε τα μανίκια του και πήγε να πλύνει τα χέρια του στη βρύση του χωριού."

 Έμφαση στα γεγονότα,είπαμε, και είναι πολλά αυτά που αναφέρονται.Εξακόσιες σελίδες με φωτογραφίες από εκείνη την περίοδο.Οι πρώτες σελίδες,τη νύχτα του πραξικοπήματος, με τα τηλέφωνα να χτυπάνε διαρκώς σε κάθε πόλη στην προσπάθεια των συνδικαλιστών να εντοπίσουν ποιες πόλεις έμειναν πιστές στην κυβέρνηση και ποιες προσχώρησαν στο κίνημα του Φράνκο, την ίδια ώρα που καμιόνια φορτωμένα με τουφέκια οπλίζουν τον λαό, ανήκουν στο προσωπικό λογοτεχνικό μου πάνθεον.

 "Η Ελπίδα" τα δείχνει όλα: τα αυτοσχέδια οδοφράγματα που στήνονται στην Βαρκελώνη τη μέρα του πραξικοπήματος, τις πρώτες αψιμαχίες που ακολουθούν, τους εργάτες που τραγουδούν τη Διεθνή και χαιρετούν με υψωμένη γροθιά ,τα εκτελεστικά αποσπάσματα των δύο πλευρών(άλλο ένα συγκλονιστικό κεφάλαιο), τις προσπάθειες των Δημοκρατικών για συγκρότηση αξιόμαχου στρατού παρά την υστέρηση σε τεχνικά μέσα, τις ηρωικές αεροπορικές επιχειρήσεις, τους ξένους που έρχονται να καταταγούν και να πεθάνουν για τη δημοκρατία, τη φρίκη μέσα στα στρατιωτικά νοσοκομεία, τη "μαγική¨σιωπή στην Μαδρίτη πριν την έναρξη της πολιορκίας, τους αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς της πρωτεύουσας, την μαζική έξοδο σχεδόν εκατό χιλιάδων πολιτών από την Μάλαγα μετά την κατάληψη της πόλης από τους φασίστες.Και πάνω από όλα δεκάδες μικρά δράματα, πράξεις ηρωισμού και αυτοθυσίας.Αν το βιβλίο χάνει κάπως την πνοή και την έντασή του είναι στις τελευταίες 60-70 σελίδες όταν ο Malraux περιγράφει κάπως πιο αποστασιοποιημένα τις πολεμικές επιχειρήσεις.


                                                 Francisco Goya El tres de mayo de 1808 en Madrid


 Ένα ακόμα σημείο που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως ο συγγραφέας στη διάρκεια της συμμετοχής του στον πόλεμο διαισθάνθηκε και κατέγραψε στο βιβλίο του τις αντίρροπες δυνάμεις ακόμα και μες στο στρατόπεδο των δημοκρατικών.Μέσα από πολλές συζητήσεις αναδεικνύεται η αντίθεση των κομμουνιστών-αναρχικών-φιλελεύθερων και μη σταλινικών σοσιαλιστών, η οποία παρότι αρχικά παραμερίστηκε τελικά εκδηλώθηκε και υπονόμευσε σημαντικά τον αγώνα των δημοκρατικών( απίστευτο είναι ο τρόπος που η σύγκρουση αυτή έθεσε σε κίνδυνο τον ... Τζορτζ Όργουελ, αλλά αυτό θέλει άλλο ποστ).Από αυτήν την λεπτομέρεια φαίνεται πόσο προσεκτικός παρατηρητής υπήρξε ο Γάλλος συγγραφέας που μας χάρισε αυτό το υπέροχο έργο.


"Τη φτηνή που φαντάζει η Ιστορία μπροστά στη ζωντανή σάρκα,την ακόμα ζωντανή σάρκα!"

εδώ μπορείτε να ακούσετε το πιο γνωστό τραγούδι του ισπανικού εμφυλίου

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Φλυαρία, ψήγματα πολέμου και απογοήτευση

Αγόρασα με πραγματικά μεγάλες προσδοκίες το "Δέντρο από Καπνό"(εκδ.Πατάκη, μετάφραση Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης) του Ντένις Τζόνσον.Κάτι το National Book Award που απέσπασε το 2007, κάτι η θεματολογία περί Βιετνάμ, κάτι τα επαινετικά λόγια του πολυδιαβασμένου librofilo με έκαναν να προμηθευτώ  το βιβλίο, περιμένοντας ένα μοντέρνο έπος για τη φρίκη του πολέμου και την αθλιότητα στην οποία μπορεί να βυθίσει τον άνθρωπο.Για λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, το βιβλίο όχι απλώς δεν κατάφερε να ανταποκριθεί σε ό,τι είχα στο μυαλό μου, αντίθετα αποδείχθηκε μια όχι και τόσο θετική αναγνωστική εμπειρία.

Πρώτα,πρώτα ας δούμε την υπόθεση.Παρότι το βιβλίο είναι σχετικά πολυπρόσωπο, εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς δύο βασικούς χαρακτήρες, οι οποίοι προσφέρουν διαφορετικές εισόδους στον κόσμο  του Βιετνάμ.Ο Σκιπ είναι ο γραφειοκράτης της CIA, ένας αφανής μυστικός πράκτορας που αναλαμβάνει διάφορες αποστολές στη Νοτιοανατολική Ασία με κοινή συνισταμένη τον πόλεμο ενάντια στον κομμουνισμό, όπως πρέσβευε το δόγμα της εποχής.Δεν πρόκειται όμως για έναν δραστήριο, ετοιμοπόλεμο πράκτορα τύπου Τζέιμς Μποντ. Ο Σκιπ είναι η ουρά του συνταγματάρχη θείου του και περνά ολόκληρους μήνες εντελώς απομονωμένος σε μια προστατευμένη ζώνη στο Βιετνάμ, αποδελτιώνοντας και αρχειοθετώντας κάποιες ,ακαταλαβίστικες σε αυτόν , κρυπτογραφημένες αναφορές του θείου Σαντς.

"Στο μεγάλο, ξέφρενο λόμπι κάθισαν σε καλαμένιες καρέκλες κάτω από πληθώρα ανεμιστήρων που στριφογύριζαν.Γύρω τους διακονιάρηδες και χαμίνια σέρνονταν στα πόδια εξόριστων και βετεράνων- επιτέλους μια πρωτεύουσα σε καιρό πολέμου, ένα πολυτελές λόμπι γεμάτο ιστορίες, κατειλημμένο από κατασκόπους και απατεώνες,ανθρώπους που είχαν ξεφύγει και δε λογοδοτούσαν πια στον παλιό τους εαυτό.Συμφωνίες να γίνονται σε μισή ντουζίνα γλώσσες, ύποπτα ραντεβού, προσποιητά χαμόγελα, βλέμματα που λογάριαζαν τις ευκαιρίες.Ψυχοπαθείς ,περιπλανώμενοι, ήρωες.Ψέματα, ουλές, προσωπεία, άπληστες μηχανορραφίες.Αυτό ήταν που ήθελε- κι όχι κάποια βίλα ανάμεσα στους θάμνους"

  Η δεύτερη οπτική είναι αυτή του Τζέιμς, ενός δεκαεπτάχρονου που αποφασίζει να καταταγεί στο στρατό των ΗΠΑ και να πολεμήσει στην κόλαση του Βιετνάμ.Ο Τζόνσον όμως, αφιερώνει λίγες μόνο σελίδες για να περιγράψει τη φονική δράση των πεζοναυτών και κυρίως τη ψυχική διαταραχή που προξενεί αυτή η ζωή στους στρατιώτες με κατάληξη την πλήρη αποκτήνωσή τους.Ακόμα και στην ιστορία του Τζέιμς Χιούστον, ο πόλεμος μοιάζει να μην είναι το κύριο θέμα,να μην είναι τίποτε παραπάνω από ένας αντίλαλος, ο οποίος μόλις που καταφέρνει να φτάσει μέχρι τα φτηνά μπαρ και τα μπουρδέλα,όπου περνούν την ώρα τους οι στρατιώτες.

 Αφού λοιπόν ο Σκιπ καταπιάνεται με άχρηστες αναφορές και ο συγγραφέας μας δίνει μόνο ψήγματα από αυτό που θα λέγαμε "πολεμική δραστηριότητα" του Τζέιμς, τι ακριβώς συμβαίνει στις σχεδόν 750 σελίδες αυτού του βιβλίου.Λοιπόν, ειλικρινά δυσκολεύομαι να απαντήσω.Υπάρχουν κάποιες ανατροπές στην πλοκή,κάποια περιστατικά που προωθούν την εξέλιξη του μύθου,αλλά δεν υπάρχει -πάντα κατά τη γνώμη μου- τίποτε το ουσιώδες.Το "Δέντρο από Καπνό" στερείται κάτι πολύ σημαντικό: κάποια κορύφωση, κάποιες σκηνές που να απογειώσουν το έργο και να συνταράξουν τον αναγνώστη.Αυτό που με βοήθησε να τελειώσω το ογκώδες μυθιστόρημα ήταν η ελπίδα πως κάποια στιγμή θα συμβεί η αναμενόμενη "έκρηξη", πως θα έρθουν αυτές οι 30-40 σελίδες μυστικιστικής εμπειρίας  που όλα τα σπουδαία βιβλία προσφέρουν.

  Ο Τζόνσον βέβαια, όπως και οι περισσότεροι Αμερικανοί λογοτέχνες, διαθέτει ένα μεγάλο όπλο, το καλοδουλεμένο ύφος  και την προσεγμένη γλώσσα.Οι διαταγές των αξιωματικών προς τους στρατιώτες, οι διάλογοι μεταξύ πρακτόρων, καθώς και αυτοί ανάμεσα σε  απλούς πολεμιστές όπως ο Τζέιμς, μοιάζουν βγαλμένη μέσα από τα θέατρα των επιχειρήσεων.Οι στρατιώτες με μια μπίρα στο χέρι χρησιμοποιούν τη γλώσσα του κουρασμένου καραβανά, οι πράκτορες και οι αξιωματούχοι μια γλώσσα ξύλινη, με τεχνικούς όρους προσπαθώντας να είναι απόλυτα ακριβείς.Όσον αφορά λοιπόν την πειστικότητα και την αισθητική των διαλόγων, ο Τζόνσον παίρνει άριστα, αυτό όμως από μόνο του δεν είναι αρκετό για να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον(σε αντίθεση με αυτό που πετυχαίνει ο Μπολάνιο),καθώς το περιεχόμενο των συζητήσεων είναι μάλλον άνευ ουσίας.


"Θα έβγαιναν για περιπολία κι αυτός θα ήταν πολύ πιο μπροστά από τους άλλους σε μια φάλαγγα αντρών μες στη ζούγκλα,θα ήταν μπροστά, και θα πατούσε σε κάτι που θα τον ξεκοίλιαζε,που θα του τίναζε τις φλέβες, που θα τον έκανε μια μάζα από πιτσιλιές σαν μπογιά-προτού ο θόρυβος φτάσει στα αυτιά του, τ΄αυτιά του θα είχαν κομματιαστεί-μονάχα ακούς πιθανόν, το σχεδόν ανεπαίσθητο αρχίνισμα ενός μικρού συριγμού"

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Φωνές

11.Μια ψυχή αγία δεν βγαίνει από τον παράδεισο · από την κόλαση βγαίνει.

14.Αυτός που τον εγκατέλειψαν όλοι, μπορεί εύκολα να πιστέψει πως αυτός τους εγκατέλειψε όλους.

87. Όλοι μπορούν να με σκοτώσουν, μα όλοι δεν μπορούν να με πληγώσουν.

168.Ο φονιάς ψυχών δε σκοτώνει χίλιες ψυχές ·σκοτώνει μία χίλιες φορές.

190.Τι σου έχω δώσει, το ξέρω.Τι  πήρες, δεν ξέρω.

245.Σε μία ψυχή γεμάτη χωράνε τα πάντα· σε μια ψυχή άδεια δε χωράει τίποτα.Όποιος θέλει ας το καταλάβει!

305.Ό,τι σχεδόν έχει ανάγκη ο άνθρωπος,το έχει ανάγκη για να μην το έχει ανάγκη.





Σημείωση: Οι αφορισμοί ανήκουν στον Αντόνιο Πόρτσια και προέρχονται από τις "Φωνές", το μοναδικό έργο που εξέδωσε ποτέ. (εκδ.Στιγμή,μτφ Ε.Χ. Γονατάς)


Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Λίγο πριν τη φυγή

 "Περίλυπη είναι η ψυχή μου αυτή τη νύχτα.Αύριο φεύγω.Δεν θα ξαναγυρίσω.Το πρωί, η γυναίκα που μοιράστηκα μαζί της έξι χρόνια από τη ζωή μου θα φύγει με το ποδήλατό της για τη δουλειά,τα παιδιά μας θα πάρουν την μπάλα τους και θα ξεκινήσουν για το πάρκο.Κι εγώ θα βάλω μερικά πράγματα σε μια βαλίτσα,θα γλιστρήσω από το σπίτι σαν τον κλέφτη, με την κρυφή ελπίδα ότι δεν θα με δουν να φεύγω, και θα πάρω τον υπόγειο για να πάω στο σπίτι του Βίκτωρα."

Έτσι ξεκινάει η όμορφη νουβέλα "Οικείες Απιστίες" του Χανίφ Κιουρέισι(εκδ.Καστανιώτης,μετ.Μαρία & Ελένη Παξινού).Ο πρωταγωνιστής και αφηγητής Τζέυ βρίσκεται αντιμέτωπος με μία από τις κρισιμότερες αποφάσεις της ζωής του. Μεγαλωμένος στο κλίμα χειραφέτησης και ελευθερίας που επικράτησε μετά τη δεκαετία του ΄60, ο Τζέυ αρνείται να κρατήσει τα προσχήματα, να αναλάβει τις υποχρεώσεις τους ως πατέρας και σύζυγος και προτιμά να δώσει ένα απότομο και οριστικό τέλος σε μια σχέση που έχει από καιρό χάσει τη φλόγα της.

 Στο σημειωματάριό του καταγράφει τις σκέψεις που του γεννιούνται τις τελευταίες δύο μέρες που περνά στο σπίτι του με την οικογένειά του και ενώ έχει ήδη προετοιμάσει τη φυγή του.Η διήγηση δεν περιορίζεται ασφαλώς στα περιστατικά αυτού του τόσο σύντομου χρονικού διαστήματος, αντίθετα διατρέχει άτακτα όλες τις περιόδους της ζωής του και όλες τις φάσεις της σχέσης του με την Σούζαν.Οι σημειώσεις του Τζέυ μοιάζουν να είναι μια έσχατη, υποσυνείδητη προσπάθεια να βρει νόημα στην οικογενειακή του ζωή και να αγαπήσει εκ νέου την γυναίκα του,η οποία έχει πάψει προ πολλού να τον διεγείρει σεξουαλικά και αποτελεί απλώς ένα δυσάρεστο κομμάτι της καθημερινότητάς του.

 Όπως είναι λογικό, ο Τζέυ δεν χρησιμοποιεί κάποιο σύστημα για να οργανώσει τη σκέψη του.Δεν έχει αποκρυσταλλωμένες απόψεις, ούτε καν για το μείζον θέμα, την ορθότητα της απόφασής του.Επανέρχεται λοιπόν συνεχώς στο ίδιο πρόβλημα, ξεκινώντας  από διαφορετική κάθε φορά αφετηρία. Άλλοτε ορμώμενος από κάποιο εξωτερικό ερέθισμα που τον οδηγεί συνειρμικά σε σκέψεις, άλλοτε μέσω των αναμνήσεών του ο Τζέυ προσπαθεί να καταλάβει γιατί απέτυχε η σχέση του, να προβλέψει τις συνέπειες της απόφασής του για τον ίδιο και τους δικούς , αναρωτιέται για την αληθινή φύση του έρωτα και κάνει όνειρα για την μελλοντική του ευτυχία στο πλευρό της ερωμένης του.Παράλληλα διαπιστώνει τον θάνατο της γενιάς του: ο ίδιος εγκλωβισμένος σε μια οικογένεια που ποτέ δε θέλησε πραγματικά, ο φίλος του Βίκτορας μόνος και αποτυχημένος, ο Ασίφ προσηλωμένος στο μικροαστικό πρότυπο της ευτυχίας και του καλού οικογενειάρχη, όλοι τους απομακρυσμένοι από την ουσιαστική συναισθηματική πληρότητα.Ο καθένας παγιδευμένος με τη θέλησή του και με διαφορετικό τρόπο.

 Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σελίδες που αφορούν τα δύο αγοράκια του αφηγητή.Ο Τζέυ τα αγαπά πραγματικά και βλέπει στο πρόσωπό τους το μόνο λόγο να δώσει παράταση με τελειωμένη σχέση.Οι σελίδες στις οποίες ο Τζέυ παίζει με τα παιδιά του πριν τα βάλει για ύπνο, αφουγκράζεται την ανάσα τους μέχρι να κοιμηθούν και σκέφτεται με ζήλια πως σύντομα κάποιος άλλος θα πάρει το ρόλο του, είναι πραγματικά συγκινητικές.

"Αυτός ο άλλος άντρας θα τους δίνει το πρώτο φιλί της μέρας,θα τα σηκώνει από το κρεβάτι το πρωί.Το βράδυ θα τα σκεπάζει και θα τους μιλάει, ώσπου να τα πάρει ο ύπνος.Μπορεί να χει βόρεια προφορά, να τα κάνει οπαδούς της Άρσεναλ ή μπορεί να είναι νευρικός και να τα χτυπάει.Εγώ δεν θα μπορώ να επέμβω.Θα είμαι ένας ξένος,που θα τα περιμένει στο αυτοκίνητο.Ο μικρούλης μου θα την ξεχάσει αυτήν την νύχτα.Κανένας από τους δύο δεν θα θυμάται τον πατέρα και την μητέρα του μαζί.Τα παιδιά θα ξεχάσουν τα χρόνια που έζησαν κοντά μου.Εγώ δεν θα μπορέσω να τα σβήσω από τη μνήμη μου"

Ενώ η νουβέλα οδεύει προς το τέλος της και λόγος γίνεται όλο και πιο προσωπικός και συναισθηματικός, ο Τζέυ αδυνατεί να βρει την πολυπόθητη λύση, κάποιο περιστατικό που να δικαιολογεί την λιποταξία του, αισθάνεται ολοένα και πιο αμήχανος μπροστά στην απόφασή του.Η ενδοσκόπηση δημιούργησε νέα ερωτηματικά και καθιστά ακόμα δυσκολότερο το εγχείρημά του.Όταν τα χρονικά περιθώρια που έθεσε στον εαυτό του εξαντληθούν, ο Τζέυ θα αποφασίσει δρώντας περισσότερο διαισθητικά παρά λογικά.

Μέσα από τις "Οικείες Απιστίες" ο Κιουρέισι προβάλλει τα προβλήματα που συνδέονται με το θεσμό της οικογένειας.Η οικογένεια είναι ένα ασφαλές καταφύγιο, απαραίτητο συστατικό για την ευτυχία μας ή μήπως είναι περισσότερο μια φυλακή, μια τροχοπέδη για την γαλήνη;Είναι ο θεσμός της οικογένειας συμβατός με την ατομική ελευθερία που κυνηγάει ο καθένας ή μήπως είναι μηχανισμός υποδούλωσης που έρχεται να στερήσει από το άτομο τη δημιουργικότητα και την όρεξη για ζωή;Και κυρίως: είναι η δημιουργία οικογένειας ένα λάθος που διορθώνεται, όπως όλα τα άλλα;Μια γενιά που θέλησε να σπάσει τα δεσμά της προηγούμενης και βρέθηκε πιασμένη στα δικά της.


"Τα παιδιά μου ψάχνουν τα κουτιά με τα παιχνίδια τους.Βάζουν στην άκρη εκείνα που ήταν κάποτε τα αγαπημένα τους και ανασύρουν άλλα, βαριούνται τα ίδια και τα ίδια.Έτσι κάνω και εγώ με τα βιβλία,τη μουσική, τους πίνακες, τις εφημερίδες.Μπορούμε άραγε να κάνουμε το ίδιο και με τους ανθρώπους;"

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Ο αδικημένος των Νόμπελ

 Κάθε χρόνο, την επομένη της ανακοίνωσης του ονόματος του νέου Νομπελίστα ,το όνομα του Φίλιπ Ροθ εμφανίζεται στις σελίδες των εφημερίδων.Ο μεγαλύτερος εν ζωή Αμερικανός συγγραφέας, ένας από τους σημαντικότερους στον κόσμο , με τρομερή παραγωγικότητα και αρκετά γνήσια αριστουργήματα στην εργογραφία του, για άλλη μια φορά  θύμα του "εμπάργκο" που έχει κηρύξει η Σουηδική Ακαδημία στους λογοτέχνες των Η.Π.Α. από το 1993.Πραγματικά διαβάζοντας τον Ροθ είναι να απορεί κανείς ως προς τι υπολείπεται των άλλων συναδέλφων του που έχουν αποσπάσει το βραβείο.

"Το ανθρώπινο στίγμα" (εκδ.Πόλις, μετάφραση: Τ. Παπαϊωάννου) είναι ένα αρκετά ιδιαίτερο βιβλίο,αντιπροσωπευτικό για το έργο του Ροθ συνολικά.Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται το καλοκαίρι του 1998, στη διάρκεια του οποίου η κραταιά αυτοκρατορία κλονίζεται από το Μόνικα-Γκέιτ, τις ερωτικές περιπέτειες του προέδρου Κλίντον με τη γραμματέα του.Στις αριστοτεχνικές πρώτες τέσσερις σελίδες του βιβλίου, ο Ροθ περιγράφει το πέπλο πουριτανισμού και άτεγκτης πολιτικής ορθότητας που είχε σκεπάσει την πάλαι ποτέ προοδευτική αμερικανική κοινωνία την εποχή εκείνη.

  Υπό αυτές τις συνθήκες ο σπουδαίος κλασικιστής, πρώην κοσμήτορας νυν καθηγητής του Πανεπιστημίου της Αθήνας Κόλμαν Σιλκ , θα βρεθεί μπλεγμένος σε ένα πραγματικά σουρεαλιστικό σκάνδαλο.Παίρνοντας παρουσίες στο μάθημα, ο Κόλμαν παρατηρεί πως δύο φοιτητές δεν έχουν παρουσιαστεί ποτέ στο μάθημα και αστειευόμενος ρωτάει την υπόλοιπη τάξη: "Γνωρίζει κανείς αυτούς τους δύο;Υπάρχουν ή μήπως είναι φαντάσματα;"

 Η φράση αυτή θα αποτελέσει την πέτρα του σκανδάλου, καθώς ο Κόλμαν χρησιμοποίησε τη λέξη spooks, λέξη που εκτός από φάντασμα αποτελεί και όρο που στο παρελθόν είχε προσβλητική σημασία όταν αναφερόταν σε μαύρους.Οι δύο φοιτητές- φαντάσματα αποδεικνύονται μαύροι, θεωρούν πως ο Κόλμαν έκανε χρήση της λέξης spooks με τη δεύτερη, σχεδόν ξεχασμένη σημασία της, και διαμαρτύρονται έντονα στη διεύθυνση του πανεπιστημίου.Ο Σιλκ στιγματίζεται  ως ρατσιστής και τίποτα , ούτε το γεγονός πως ως κοσμήτορας αναμόρφωσε ολικά το πανεπιστήμιο, ούτε ο πρότερος καλός  βίος,ούτε καν το γεγονός πως η ερμηνεία της φράσης που προτείνουν οι δύο φοιτητές δεν ταιριάζει στα συμφραζόμενα, δεν μπορεί να τον απαλλάξει από αυτό το στίγμα.Άλλωστε κανένας δεν προτίθεται να διακινδυνεύσει την υπόληψή του υπερασπιζόμενος έναν κατά κοινή ομολογία ρατσιστή. Έτσι, έπειτα από αγώνες δύο ετών, ο Κόλμαν παραιτείται από το πανεπιστήμιο, αποκόπτεται τελείως από τους συναδέλφους του και αφήνει την οργή του  να τον κατατρώει.

                                 Hong Yi, Jay Chou  portrait (δημιουργήθηκε με κηλίδες που αφήνει ο καφές)


 Το πιο σκληρό χτύπημα θα έρθει για αυτόν με το θάνατο της αγαπημένης του γυναίκας, μετά τον οποίο σπεύδει στον γείτονά του Νέιθαν Ζούκερμαν ζητώντας του να γράψει ένα βιβλίο για την αδικία που έχει συμβεί.Λίγο καιρό αργότερα, ο Νέιθαν μαθαίνει πως ο φίλος του έχει συνάψει σχέση με την Φόνια Φάρλι , μια κατά τριάντα πέντε χρόνια νεότερη του καθαρίστρια του πανεπιστημίου.Ο Κόλμαν ζει με πάθος αυτό το τελευταίο ερωτικό σκίρτημα προσπαθώντας να ανακτήσει τη ζωτικότητα και την ενέργεια της νιότης του, να αναπληρώσει το κενό που άφησε η γυναίκα του και να ελέγξει τους κραδασμούς που προκάλεσε στη ζωή του η αυτοεξορία του από τον φυσικό του χώρο, το πανεπιστήμιο.Ακόμα όμως και αυτή η σχέση δεν θα προσφέρει στον κατατρεγμένο Κόλμαν την ποθητή γαλήνη, καθώς και πάλι καλείται να αντιμετωπίσει την αρνητική στάση των παιδιών του, το συντηρητισμό μιας κοινωνίας που είναι καχύποπτη λόγω της τεράστιας διαφοράς ηλικίας και κοινωνικής θέσης, καθώς και το άσβεστο μίσος του Λες, πρώην συζύγου της Φόνιας και βετεράνου του Βιετνάμ, ο οποίος δεν έχει ακόμα συγχωρήσει τη γυναίκα του για την απιστία της και το θάνατο των δύο παιδιών της.

"Υπάρχει επίσης η επιθυμία να βγάλει προς τα έξω το κτήνος, να ελευθερώσει αυτήν τη δύναμη-για μισή ώρα. για δύο ώρες, δεν έχει σημασία για πόσο, ν΄αφεθεί ελεύθερος σ΄ό,τι προστάζει η φύση. Ήταν παντρεμένος χρόνια ολόκληρα.Είχε παιδιά.Ήταν κοσμήτορας σ΄ένα πανεπιστήμιο.Σαράντα ολόκληρα χρόνια έκανε ό,τι έπρεπε να κάνει.Ήταν πολυάσχολος και η φύση, το κτήνος που υπήρχε μέσα του, ήταν κλεισμένο σε ένα κουτί.Και τώρα το κουτί άνοιξε.Ο κοσμήτορας, ο πατέρα, ο σύζυγος, ο πανεπιστημιακός,ο δάσκαλος, το διάβασμα , οι παραδόσεις, η διόρθωση εργασιών, η βαθμολόγηση των φοιτητών-τέρμα όλα αυτά.Φυσικά στα εβδομήντα ένα σου δεν είσαι πια το ζωηρό  καυλωμένο κτήνος που ήσουν στα είκοσι έξι,αλλά τα απομεινάρια του κτήνους,τα απομεινάρια της φύσης-τώρα έρχεται σε επαφή με τα απομεινάρια."
     
Αυτή είναι σε αδρές γραμμές  η υπόθεση του βιβλίου,ο Ροθ, όμως εισάγει στο δεύτερο ήδη κεφάλαιο μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια που δίνει διαστάσεις αρχαίας τραγωδίας στην περιπέτεια του Κόλμαν.Ο Κόλμαν, αυτός ο μορφωμένος καθηγητής που μένει πιστός στην εβραϊκή παράδοση κρύβει ένα απίστευτο μυστικό: η καταγωγή του δεν είναι εβραϊκή, αλλά αφροαμερικάνικη.Ο νεαρός Κόλμαν αποφάσισε στα νιάτα του να εκμεταλλευτεί την ανοιχτόχρωμη, καθόλου προδοτική για την καταγωγή του, επιδερμίδα του για να απαλλαγεί από τα δεσμά που συνεπάγεται η ένταξη του στην ομάδα των έγχρωμων.Κατατάσσεται στο ναυτικό ως λευκός και παρουσιάζεται σε όλους ως Εβραίος, απομακρύνεται εντελώς από τη δική του παράδοση και προσπαθεί να ζήσει εντελώς ελεύθερος, δίχως τους περιορισμούς που θα γνώριζε αν αποδεχόταν τη φυλετική του ταυτότητα, ικανός να αξιοποίησει τις γνώσεις και την εργατικότητά του ακριβώς όπως κάθε λευκός πολίτης.Όταν μάλιστα αποφασίζει να παντρευτεί Εβραία γυναίκα, ανακοινώνει στη μητέρα του πως είναι αδύνατον να ξανασυναντηθούν, καθώς το μαύρο χρώμα της θα αποκάλυπτε σε όλους ποιος πραγματικά είναι ο Κόλμαν Σιλκ.
 

Το τέχνασμα αυτό του  Ροθ είναι ευφυές από κάθε άποψη. Ένας Αφροαμερικανός να κατηγορείται για ρατσισμό σε βάρος ομοεθνών και να μην μπορεί να επικαλεστεί την καταγωγή για να αποδείξει το γκροτέσκο της κατάστασης.Δεν είναι αυτή η η κατάσταση εξίσου τραγική με τους μύθους του Σοφοκλή και του Ευριπίδη που διδάσκει επί δεκαετίες ο Κόλμαν;Παράλληλα ,όπως επισημαίνει στο πολύ καλό επίμετρό του ο Η.Μαγκλίνης, ο Ροθ κλείνει το μάτι στους Εβραίους της Αμερικής: ναι. κουβαλάτε το φορτίο του Ολοκαυτώματος, ανήκετε στη φυλή των εδώ και αιώνες διεσπαρμένων που γνώρισε τυφλό μίσος, όμως για έναν μαύρο η δική σας ταυτότητα είναι λυτρωτική, διαβατήριο για μια καλύτερη, ουσιαστικά  ελεύθερη ζωή, επομένως η θέση σας δεν είναι η χειρότερη δυνατή, δεν είστε ο μόνος αποδιοπομπαίος τράγος.
 
"Επειδή είχε το πιστεύω του, το θρασύ αλαζονικό πιστεύω του:"Δεν είμαι ένας από σας.δεν σας αντέχω, δεν ανήκω στο μαύρο "εμείς" σας.Ο μεγάλος ηρωικός αγώνας εναντίον του "εμείς" τους: κοίτα πού τον είχε οδηγήσει"


  Στο βιβλίο αυτό ο Ροθ οδηγεί το ζήτημα της ταυτότητας στα άκρα.Είναι δυνατόν να απαλλαγούμε εντελώς από τις παραδόσεις μας, το φορτίο της μνήμης που κληρονομούμε;Από τη στιγμή που ο Κόλμαν θέλει να δηλώνει Εβραίος και κανείς δεν υποψιάζεται τίποτα, μήπως ανήκει όντως σε αυτήν την ομάδα ή χρειάζεται και κάποιο άλλο στοιχείο που δεν διαθέτει;Αν θέλετε τίθεται εμμέσως και το ζήτημα της μοίρας: ο Κόλμαν δεν θέλει το "στίγμα" του μαύρου και καταλήγει με αυτό του ρατσιστή, λες και είναι καταδικασμένος να βιώσει την κοινωνική χλεύη και την περιθωριοποίηση,όπως ο Οιδίποδας είναι καταδικασμένος  να διαπράξει το πιο ανίερο έγκλημα παρά τις προσπάθειές του να το αποφύγει.
 

  Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ζήτημα του αφηγητή.Τυπικά αφηγητής σε ά πρόσωπο είναι ο Νέιθαν Ζούκερμαν που αναλαμβάνει να γράψει το βιβλίο, όμως σύντομα φεύγει από το προσκήνιο και δίνει τη θέση του σε ένα παντογνώστη τριτοπρόσωπο αφηγητή που είναι σε θέση να γνωρίζει και να εξιστορήσει σε σχεδόν 80 σελίδες όλο το παρελθόν του Κόλμαν Σιλκ. Άλλοτε πάλι είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς αν ο Νέιθαν Ζούκερμαν υιοθετεί την οπτική ενός προσώπου ή αν αυτά τα ίδια παίρνουν το λόγο και μιλούν σε πρώτο πρόσωπο, το καθένα με το δικό του ύφος και λεξιλόγιο.Έτσι μαθαίνουμε από πρώτο χέρι τις σκέψεις όχι μόνο του Ζούκερμαν-αφηγητή, αλλά και το Κόλμαν, της Φόνιας και άλλων προσώπων."Το ανθρώπινο στίγμα" καινοτομεί λοιπόν και στις τεχνικές αφήγησης, καθώς παρουσιάζει μια ιδιάζουσα πολυφωνικότητα, στην οποία , ο Ζούκερμαν, ο παντογνώστης αφηγητής, ο Ροθ(ως κομμάτι των δύο προηγούμενων) και τα διάφορα πρόσωπα της ιστορίας, εναλλάσσονται διαρκώς στην αφήγηση.
 
 Το ύφος και γλώσσα του Ροθ, που αποδίδεται άψογα στην μετάφραση, είναι πραγματικά απαράμιλλο.Έτσι ακόμα και σε πολλά σημεία φλυαρεί και δεν προωθεί ουσιαστικά τη δράση, το κείμενο παραμένει εξίσου γοητευτικό.Ο λόγος του κατά κανόνα μακροπερίοδος στην αφήγηση μου έδωσε την αίσθηση μιας εκπληκτικής ρυθμικότητας, συχνά μοιάζει να "πάλλεται" και από μόνος να προσδίδει ένταση στο κείμενο (ενδεικτικά παραπέμπω και πάλι στις πρώτες σελίδες).Τα δυσάρεστα γεγονότα συχνά επενδύονται με χιούμορ, με μια πικρή ειρωνεία.

                                                      wine-stain,Jason Hedges 


Παράλληλα με το δράμα του Κόλμαν, υφαίνονται και άλλα νήματα: σε μερικές μνημειώδεις σελίδες σκιαγραφείται ο χαρακτήρας του Λες, η τρέλα, η κατάσταση μόνιμης σύγχυσης και επιφυλακής που τον οδήγησε η ζούγκλα του Βιετνάμ.Βλέπουμε την απόλυτη ρηχότητα στη προσωπική ζωή μιας Γαλλίδας καθηγήτριας, που παρά την σπουδαία καριέρα της αδυνατεί να χτίσει γέφυρες με άλλους ανθρώπους, μένει ανικανοποίητη σεξουαλικά, γεγονός που προκαλεί συμπλέγματα στη συμπεριφορά της.Πρόκειται για ένα ζωντανό βιβλίο,με αρκετές πτυχές, όχι εξίσου σημαντικές, σε καμία περίπτωση μονοδιάστατο και οργανωμένο αυστηρά γύρω από ένα και μοναδικό επεισόδιο, με μια χαμηλόφωνη, σχεδόν κατανυκτικής ατμόσφαιρας τελευταία σκηνή, αντάξια των της τραγωδίας που έχει προηγηθεί.

"Όλα μου τα αισθήματα μαντάρα,δεν αισθάνομαι τίποτα.Λες και με έχουν χτυπήσει κατακέφαλα με καδρόνι,δεν συμβαίνει τίποτα.Μετά κάτι συμβαίνει, κάτι τεράστιο, κι εγώ πάλι δεν αισθάνομαι απολύτως τίποτα.έχω παραλύσει.Τα παιδιά μου είναι πεθαμένα,αλλά το κορμί μου έχει παραλύσει και το μυαλό μου είναι άδειο.Το Βιετνάμ. Αυτό φταίει!Δεν έκλαψα τα παιδιά μου.Ο γιος μου πέντε χρονών ,η κόρη μου οκτώ."Γιατί δεν αισθάνομαι τίποτα;" ,σκέφτηκα"Γιατί δεν τα έσωσα;Γιατί δεν μπόρεσα να τα σώσω;"Όλα εδώ πληρώνονται.Όλα!Μόνο το Βιετνάμ σκεφτόμουν. Όλες τις φορές που νόμιζα πως θα πέθαινα.Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να πεθάνω.Επειδή απλούστατα είμαι ήδη νεκρός.Επειδή πέθανα ήδη στο Βιετνάμ.Επειδή είμαι ένας άνθρωπος που έχει ήδη πεθάνει, γαμώτο!"
ας ελπίσουμε ότι αυτή τη φορά η Ακαδημία θα τον θυμηθεί