Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Αντί ευχών


Στον Μεγάλο Ερωτικό ο Μάνος Χατζιδάκις κατάφερε να  υμνήσει τον έρωτα καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, με τρόπο μυσταγωγικό και εκστατικό ταυτόχρονα, δημιουργώντας έτσι το κατά τη γνώμη μου σπουδαιότερο έργο της νεότερης ελληνικής δισκογραφίας. Ποίηση που διασχίζει τους αιώνες μέσα από τους μαγικούς στίχους της Σαπφώς, του Σολωμού, του Καβάφη, του Γκάτσου και άλλων σημαντικών λογοτεχνών. Θα μου ήταν αδύνατο να σας πω ποιο από όλα τα τραγούδια είναι το αγαπημένο μου, ωστόσο νομίζω πως και ενόψει των ημερών θα ταίριαζε να αρχίσω την ανάρτηση με αυτό το μελοποιημένο απόσπασμα από το Άσμα Ασμάτων, στο οποίο η βιβλική γλώσσα σμίγει μοναδικά με το λυρισμό του τεράστιου αυτού συνθέτη.

"Αγάπη είναι κάτι που πεθαίνει, κι όταν πεθαίνει σαπίζει και γίνεται το έδαφος για να φυτρώσει μια νέα αγάπη.Δηλαδή η πεθαμένη αγάπη συνεχίζει τη μυστική ζωή της μέσα στη ζωντανή· άρα στην πραγματικότητα δεν πεθαίνει"-Περ Λάγκερκβιστ


                                                             Το φιλί-Ροντέν

"Αν μετά το θάνατό μου εκείνο το σοβαρό παλιό σπίτι κοντά στο πάρκο του Ρίτσμοντ αποδειχτεί στοιχειωμένο, θα είναι σίγουρα στοιχειωμένο από το δικό μου φάντασμα.Πόσες και πόσες νύχτες και μέρες, το ανήσυχο πνεύμα μέσα μου δεν στοίχειωνε αυτό το σπίτι όσο έμενε εκεί η Εστέλα! Όπου και αν ήταν το σώμα μου, το πνεύμα μου πάντα περιπλανιόταν,περιπλανιόταν γύρω από αυτό το σπίτι"


"Θα σου πω τι είναι πραγματική αγάπη.Είναι τυφλή αφοσίωση, αδιαμαρτύρητη αυτοταπείνωση, έσχατη υποταγή, εμπιστοσύνη και πίστη, ενάντια στον εαυτό σου κι ενάντια σε ολόκληρο τον κόσμο, να παραδίνεις όλη σου την καρδιά και την ψυχή στον τιμωρό σου."

"Όμως τα πέντε εκείνα λεπτά δεν έλεγαν να περάσουν.Κάποια στιγμή έπιανα τον εαυτό μου να σκέφτεται ότι στην πραγματικότητα ξεγελούσα τον εαυτό μου, ότι δεν ήθελα καθόλου να περάσει η ώρα επειδή Φισούν ίσως και να μην ερχότανΜόλις γινόταν ακριβώς δυο, δεν ήξερα αν έπρεπε να χαίρομαι επειδή είχε έρθει η ώρα που θα ανταμώναμε ή αν έπρεπε να λυπάμαι επειδή με κάθε λεπτό μειώνονταν οι πιθανότητες να έρθει.Σαν επιβάτης σε καράβι που απομακρύνεται από την αποβάθρα, επειδή ήξερα ότι κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε στην πραγματικότητα με απομάκρυνε από την αγαπημένη μου που είχα αφήσει πίσω, προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι τα λεπτά που περνούσαν δεν ήταν τόσο πολλά και για αυτό σχημάτιζα μέσα στο μυαλό μου μικρές στοίβες από λεπτά και δευτερόλεπτα.Δεν έπρεπε να λυπάμαι κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο, έπρεπε να λυπάμαι κάθε πέντε λεπτά!Με αυτόν τον τρόπο ανέβαλλα μέχρι το τελευταίο λεπτό τη στεναχώρια των πέντε μοναδικών λεπτών"΄

Αυτό που περιγράφει ο Ντίκενς και ο Παμούκ δεν είναι ένα από τα πιο ευδιάκριτα γνωρίσματα του έρωτα;Η αγωνία να ξαναδείς τον άλλον, η ζήλια και ο πόνος που γεννά κάθε λεπτό,σε κάθε αναπνοή, η απουσία του. Ο χρόνος που μοιάζει ατέλειωτος και κάνει τις ταινίες που προβάλλει η φαντασία να μας τρελαίνουν. Είναι αυτή η απουσία που φέρνει απόγνωση, μας φέρνει μέτωπο με ένα αδιέξοδο, από το οποίο θα βγούμε μόνο όταν αντικρίσουμε και πάλι ένα ζευγάρι μάτια. Ο πιο εύστοχος  ορισμός που έχω ακούσει για την ευτυχία είναι πως ευτυχισμένος είναι όποιος τη δεδομένη στιγμή αισθάνεται τόσο πλήρης που δεν θα ήθελε να προσθέσει ή να αφαιρέσει τίποτα από την κατάστασή του. Πείτε μου υπάρχει κάτι λιγότερο από δύο μάτια και ένα χαμόγελο, το οποίο να μπορεί να χαρίσει αυτήν την πληρότητα;


Ο κινηματογράφος έχει καταφέρει να μας δώσει απίστευτα μνημεία του ερωτικού αισθήματος.Θέλετε να ξεκινήσουμε από τη θρυλική Casablanca,με τον ανεκπλήρωτο έρωτα του Μπόγκαρτ με την Μπέργκμαν και την παραπάνω σκηνή που σημάδεψε την κινηματογραφική ιστορία και όποιον την έχει δει; Την καρτερική αγάπη στην ομώνυμη ταινία του Χάνεκε; Τη μαγεία του γαλλικού jeux de enfants, την πιο παιγνιώδη και ποιητική ιστορία αγάπης που γράφτηκε σε σελιλόιντ;Ή μήπως να μιλήσουμε για τους Ονειροπόλους του Μπερτολούτσι, όπου ο έρωτας είναι ενιαίος και αδιαχώριστος από την ορμή και το πάθος για ζωή, και την αλμοδοβαρική παράνοια του Μίλα της,όπου ο έρωτας σφιχταγκαλιάζει τη διαστροφή;

Μα γιατί τα γράφω όλα αυτά; Γιατί δεν μου πάει η καρδιά να σας ευχηθώ απλώς να περάσετε καλό Πάσχα.Αντί για την μακάβρια θρησκευτική ιεροτελεστία που βυθίζει στο πένθος και τη φρίκη του θανάτου, προτιμώ να γράψω άναρχα για κάτι σαφώς ευγενέστερο, λίγη καλή μουσική, κάποια αποσπάσματα, προτάσεις για ωραίες ταινίες, πράγματα που προτιμώ από σκοτεινές εκκλησίες. Καλύτερα να ακούσουμε ύμνους για τον έρωτα, παρά να πενθούμε για το αναπόδραστο, ψάχνοντας μάταια ελπίδα.

"Δεν είναι λίμνη η αγάπη, είναι ποταμός ,κι αν καμωθείς το βράχο, σε σαρώνει"-Μπουκάλας


Καλές γιορτές εύχομαι σε όλους!


Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.

                                Οδυσσέας Ελύτης-Το Μονόγραμμα
Διαδηλωτές στο Βανκούβερ φιλιούνται ανάμεσα στους αστυνομικούς 


Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

"Λατρευτή γκιλοτίνα!"

"Η ειρήνη βασιλεύει σ΄όλο το έδαφος της Δημοκρατίας...Τρομοκρατία σωτήρια!Αγία Δημοκρατία!Λατρευτή γκιλοτίνα!Τον περασμένο χρόνο, τέτοια εποχή, η Δημοκρατία σπαραζόταν από τις φατρίες·η Λερναία Ύδρα του Φεντεραλισμού απειλούσε να την καταβροχθίσει .Τώρα η ιακωβινική ενότητα απλώνει σε όλο το κράτος τη δύναμή της και τη σοφία της..Λέγαμε:Να νικήσουμε ή να πεθάνουμε.Λαθεύαμε·έπρεπε να λέμε: Να νικήσουμε και να πεθάνουμε"

Βρισκόμαστε στα 1793, πέντε χρόνια μετά την γαλλική επανάσταση και "Οι θεοί διψούν"(εκδ.Γκοβόστης,μτφ Τάκης Μπάρλας), διψούν για αίμα, που για αυτούς είναι αδιαχώριστο από την απόδοση δικαιοσύνης.Ο Ανατόλ Φρανς, ένας από τους λησμονημένους Γάλλους κλασικούς, με το βιβλίο του αυτό μας μεταφέρει στην περίοδο της Τρομοκρατίας. Οι επαναστάτες στην προσπάθειά τους να σαρώσουν τις αντιδημοκρατικές δυνάμεις, και με δεδομένη την εχθρότητα των ξένων μοναρχιών, που επιδιώκουν να επαναφέρουν την βασιλεία, εφευρίσκουν έναν εσωτερικό εχθρό και πείθουν τον λαό πως η εξάλειψή του είναι απαραίτητη για τη σωτηρία της Δημοκρατίας. Χιλιάδες άνθρωποι οδηγήθηκαν στην γκιλοτίνα, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες περί προδοσίας, οι οποίες όχι σπάνια ήταν ανυπόστατες.Ο πληθυσμός βρίσκεται σε αναστάτωση και αρχίζει να οργίζεται με τους ιακωβίνους και τους άλλοτε θεούς στα μάτια του, Ροβεσπιέρο και Μαρά, καθώς ανά πάσα στιγμή ο καθένας μπορεί να θεωρηθεί αντεπαναστάτης

Ο Ανατόλ Φρανς δεν επιχειρεί να δημιουργήσει μια τοιχογραφία ολόκληρης της περιόδου, πράγμα που είναι εμφανές και από την μικρή έκταση του μυθιστορήματος. Δεν πρόκειται ασφαλώς για ένα μυθιστόρημα εποχής, αντίθετα ο Γάλλος Νομπελίστας εστιάζει σχεδόν απόλυτα στον Εβαρίστ Γκαμελέν, έναν φανατικό ιακωβίνο, για να προσεγγίσει την ψυχοσύνθεση αυτών των ορκισμένων υπερασπιστών της Επανάστασης που θεώρησαν αναγκαίο να διαπράξουν εγκλήματα στο όνομά της.Το "Οι θεοί διψούν", διακρίνεται για την λιτότητα και την αφηγηματική του οικονομία, καθώς κάθε σελίδα αποσκοπεί στην πληρέστερη δυνατή σκιαγράφηση του χαρακτήρα του.

"Περιέφερε ολόγυρά του το διαπεραστικό  βλέμμα των κίτρινων ματιών του, σαν να αναζητούσε και μέσα στο γεμάτο από ενθουσιασμό αυτό πλήθος εχθρούς του λαού για να τους καταγγείλει, προδότες για να τους τιμωρήσει." 

"Στο όνομα της κοινής σωτηρίας, εξορκίζω τον πολίτη ένορκο να φανεί αμείλικτος προς τους συνωμότες και τους προδότες" 

Ο Εβαρίστ είναι ένας ιδεαλιστής που έχει θεοποιήσει τα ιδανικά της επανάστασης και μάχεται για την πάση θυσία διάσωση και διάδοσή τους. Όντας αποτυχημένος ζωγράφος, θα δεχθεί δίχως αναστολές την τιμητική πρόταση που του έγινε ,να αναλάβει καθήκοντα ενόρκου στο επαναστατικό δικαστήριο. Η θέση αυτή του προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία να αποδείξει το φρόνημά του και να τιμωρήσει με τον σκληρότερο τρόπο όσους αντιστρατεύονται το όραμά του.Σύντομα ο Εβαρίστ μεταμορφώνεται σε μια μικρογραφία του Ροβεσπιέρου, γίνεται και αυτός αιμοδιψής και αμείλικτος, τυφλώνεται από τη μανία του. Απαγγέλλει τις καταδίκες με τρόπο μηχανικό, ενώ η οίηση πως υπηρετεί το κοινό συμφέρον, τον απαλλάσσει από τις όποιες τύψεις. έχεις την αίσθηση πως για τον Γκαμελέν, η Δημοκρατία προσωποποιημένη ,και όχι ο ίδιος, είναι αυτή που αποφαίνεται για τους κατηγορουμένους και αισθάνεται περήφανη και πιο ασφαλής, όπως αυτός, κάθε φορά που το μέταλλο της κόψης αστράφτει στην πλατεία.

"Οι φυλακές ήταν ασφυκτικά γεμάτες·ο δημόσιος κατήγορος εργαζόταν δεκαοκτώ ώρες την ημέρα.Στις ήττες που πάθαιναν οι στρατιές, στις στάσεις που ξεσπούσαν στις επαρχίες, στις συνωμοσίες  στις σκευωρίες, στις προδοσίες, η Συμβατική Συνέλευση αντέτασσε την τρομοκρατία.Οι θεοί διψούσαν."

Στο ατελιέ του ο Εβαρίστ έχει μισοτελειωμένο ένα πίνακα σχετικό με τον Ορέστη, με το οποίο πιστεύει πως μοιράζονται ένα κοινό βάρος.Όπως ο μυθικός ήρωας καταπάτησε τους ανθρώπινους και τους ηθικούς νόμους, διαπράττοντας πατροκτονία, προκειμένου να αποκατασταθεί η τάξη, έτσι και αυτός στέλνει στο θάνατο τους συμπολίτες του για να προστατεύσει τη νεογέννητη ακόμα δημοκρατία. Ο παραλληλισμός αυτός θα γίνει κάπως πιο ακριβής, όταν στο εδώλιο θα αρχίσουν να κάθονται φίλοι και συγγενείς του , τους οποίους θα θυσιάσει επίσης με χαρακτηριστική ευκολία.

"Κι εγώ όμως δεν είμαι πατροκτόνος.Απεναντίας από υιική στοργή έχυσα το ακάθαρτο αίμα των εχθρών της πατρίδας μου."

Το μυθιστόρημα αυτό παρά τις ατέλειές του- κατά τη γνώμη μου ο χαρακτήρας του ήρωα χρειαζόταν περισσότερη ανάλυση και βάθος- θίγει πολύ σημαντικά θέματα, όπως για παράδειγμα την καπήλευση της αόριστης έννοιας του "γενικού καλού" προκειμένου να δικαιολογηθούν στυγερά εγκλήματα, τη δυνατότητα του ανθρώπου να χάνει τη συνείδηση των πράξεών του υπό τον όρο πως βρίσκει ένα ηθικό άλλοθι, καθώς και τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την ιδεολογία από την ιδεοληψία. Ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός πως ο Γκαμελέν, προτού  ακόμα τυφλωθεί ολοκληρωτικά από το μίσος, αποφασίζει να καταχραστεί την εξουσία του για να τιμωρήσει έναν αθώο άνθρωπο, με τον οποίο έχει προσωπικές διαφορές. Είναι η μοναδική φορά που χάνεται ο μανδύας της υπεράσπισης κάποιων αξιών, επιτρέποντας έτσι να διαφανούν εγωιστικά κίνητρα πίσω από τις ένδοξες σταυροφορίες που διεξάγονται, εν προκειμένω αυτής που αφορά την εκκαθάριση των βασιλικών. Παρακολουθούμε πώς το ευγενέστερο κομμάτι της ανθρώπινης διανόησης, ο Δαιφωτισμός, κατάντησε να συμπορεύεται με ένα φρικιαστικό λουτρό αίματος·"ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις"...

Ο Ανατόλ Φρανς, με γραφή που παραπέμπει στο κλασικό ρεαλιστικό μυθιστόρημα, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα λογοτέχνη που δοξάστηκε στην εποχή και έπειτα πέρασε σε δεύτερη μοίρα.Βραβεύτηκε με Νόμπελ το 1921, διατέλεσε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, αγαπήθηκε στον καιρό του και χιλιάδες Παριζιάνοι παραβρέθηκαν συγκινημένοι στην κηδεία του. Σήμερα, μόνο ο Κούντερα έχει απομείνει να τον υποστηρίζει...

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Πολύ μίσος σε μικρό μπουκαλάκι

"Έχω ύψος εξήντα έξι εκατοστά, ωραίο σώμα και συμμετρικό·μόνο που το κεφάλι μου είναι κατά τι μεγαλύτερο από όσο πρέπει.Τα μαλλιά μου δεν είναι μαύρα, όπως των άλλων,αλλά κόκκινα πολύ πυκνά και σκληρά τραβηγμένα πίσω στους κροτάφους και στο φαρδύ αλλ΄όχι ιδιαίτερα μεγάλο μέτωπο.Το πρόσωπο μου είναι αγένειο ,αλλά κατά τ΄ άλλα σαν των άλλων ανθρώπων.Τα φρύδια μου σμίγουν.Η σωματική μου δύναμη είναι σημαντική ειδικά όταν εκνευρίζομαι. Στον αγώνα πάλης με τον Ιωσαφάτ, εγώ τον έριξα ανάσκελα μέσα σε είκοσι λεπτά και τον στραγγάλισα.Και από τότε είμαι ο μόνος νάνος της Αυλής...Και Ποτέ μου δεν γελάω.Εγώ δεν είμαι γελωτοποιός.Εγώ είμαι νάνος και μόνο νάνος."

Με αυτόν τον τρόπο αυτοσυστήνεται στους αναγνώστες ο αφηγητής της αριστουργηματικής νουβέλας του Περ Λάγκερβιστ "Ο νάνος"(εκδ.Καστανιώτης,πολύ καλή μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ).Ο νάνος είναι κομμάτι ενός μεσαιωνικού κόσμου, ζει μέσα στο κάστρο του Πρίγκηπα, συμμετέχει και κυρίως παρακολουθεί όσα συμβαίνουν εκεί.Πράγματι, στις περισσότερες περιπτώσεις ο νάνος είναι ένας σιωπηλός μάρτυρας, βλέπει και σχολιάζει σαν αυστηρός τιμητής των πάντων. Ο βασικός άξονας του βιβλίου ταιριάζει σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα: οι διασκεδάσεις στο κάστρο, οι συναντήσεις του ηγεμόνα, οι συνομιλίες του με τον σοφό και πολυμήχανο Μπερνάρντο, που παραπέμπει ευθέως στον Ντα Βίντσι, τα κρυφά ειδύλλια που δημιουργούνται ανάμεσα στους ευγενείς, οι ένδοξες εκστρατείες και οι καλοσχεδιασμένες ραδιουργίες, είναι το εξωτερικό σκηνικό.Ακόμα και το ύφος της αφήγησης στη διάρκεια της εκστρατείας θυμίζει χρονικό που διηγείται τα κατορθώματα κάποιου γενναίου ιππότη.

 Το σημαντικό όμως είναι ό,τι συμβαίνει στο μυαλό του ήρωά μας. Ο νάνος είναι ένα πλάσμα γεμάτο μίσος, αιμοδιψής και σαδιστής, χωρίς ίχνος θετικών συναισθημάτων. Κανένα πρόσωπο του κάστρου δεν αξιολογείται θετικά σε όλη τη διάρκεια της νουβέλας, αντίθετα ο νάνος τα παρατηρεί προσεκτικά μέχρι να ανακαλύψει αυτά τα χαρακτηριστικά που θα δικαιολογήσουν την ήδη διαμορφωμένη απέχθειά του για αυτά. Η αφήγησή του κοφτή, αυστηρή, χωρίς σχήματα λόγου, ξεχειλίζει από οργή και μοιάζει με ένα διαρκές μνησίκακο "κατηγορώ" απέναντι στους πάντες. Ο νάνος ωστόσο δεν περιορίζεται στις τρομακτικές του σκέψεις, αντίθετα γίνεται ο ίδιος δικαστής και αποδίδει με τρόπο πρωτόγονο και βάρβαρο δικαιοσύνη στο μέτρο που μπορεί.

"Διψάω για αίμα[...]Θέλω να πολεμήσω, θέλω να σκοτώσω!Όχι για τη δόξα, αλλά για την ίδια την πράξη!Θέλω να δω τους εχθρούς να πέφτουν, θέλω να δω το θάνατο και τον αφανισμό γύρω μου"

Τι είναι όμως ο νάνος, αυτό το ζαρωμένο ανθρωπάκι που μετά βίας χωράει την κακία που κρύβει μέσα του; Δεν είναι παρά η καρδιά του σκοταδιού μέσα μας, είναι το ακατέργαστο μίσος που βρίσκεται στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Το σώμα του είναι μικρό γιατί και η ψυχή του αποτελείται μονάχα από αυτά τα στοιχεία που οι υπόλοιποι έντεχνα καλύπτουμε με στρώματα ευγένειας και ένα πέπλο πολιτισμού. Ο νάνος δεν προσποιείται, είναι συμπυκνωμένο προϊόν του φρικιαστικού κόσμου που τον περιβάλλει.Αν αφαιρέσουμε τα μεγαλοπρεπή δείπνα, τις φιέστες και τις φιλοσοφικές συζητήσεις, αυτό που μένει είναι η υποκρισία στον έσχατο βαθμό, τα βασανιστήρια στα μπουντρούμια του κάστρου, οι ύπουλες δολοφονίες , η ωμή βία στο πεδίο της μάχης, η πανούκλα που έρχεται να τιμωρήσει τους ανθρώπους για τις αμαρτίες τους. Για να προβεί κανείς σε όσες πράξεις περιγράφονται με νατουραλιστική λεπτομέρεια ,πρέπει να έχει μέσα του έναν τέτοιο βίαιο και απάνθρωπο νάνο· ο αφηγητής μας διαθέτει μόνο αυτόν χωρίς το εξωραϊστικό περίβλημα. Για αυτό και ουρλιάζει εκτός εαυτού :" Εγώ είμαι!Εσείς δεν είσαστε κύριοι της μορφής σας, αλλά εγώ είμαι!"

Το μίσος του νάνου στρέφεται συνολικά κατά του ανθρώπινου είδους. Όταν βλέπει τον Μπερνάρντο να εξετάζει ένα πτώμα, αηδιάζει όσο ποτέ άλλοτε με τη σιχαμερή φύση του ανθρώπου,  με το σώμα το οποίο αποσυντίθεται πολύ μετά από το σάπιο πνεύμα που κατοικεί σε αυτό. Η θέα των ευγενών και των στρατιωτών να δειπνίζουν με βουλιμία του θυμίζει μιαρά ζώα. Μεγάλο είναι το μένος το απέναντι στη σεξουαλική πράξη, καθώς σε πολλά σημεία περιγράφει τον αποτροπιασμό που του προκαλεί.Αναμενόμενο από τη στιγμή που αυτή αφενός προσφέρει ηδονή σε ένα τόσο μισητό είδος και αφετέρου επιτρέπει τη διαιώνισή του.Για αυτόν το λόγο άλλωστε τιμωρεί τα ερωτικά αμαρτήματα με μεγαλύτερη σκληρότητα και ικανοποίηση από οτιδήποτε άλλο .Τέλος, το μίσος στρέφεται ενάντια στους υπόλοιπους νάνους, στον ίδιο του τον εαυτό, όπως βλέπουμε και στη σκηνή που εξαναγκάζεται να αντικρίσει το γυμνό του σώμα.

"Είναι το ριζικό μου να μισώ τους δικούς μου ανθρώπους.Τη ράτσα μου τη βρίσκω σιχαμερή.Αλλά και τον εαυτό μου τον μισώ.Τρώω τις χολεριασμένες σάρκες μου.Ρουφάω το δηλητηριασμένο αίμα μου.Κάθε μέρα κοινωνώ μόνος μου από τον εαυτό  μου, σαν σκληρός μέγας ιερέας του λαού μου."

To 1944 ο Λάγκερβιστ κατάφερε να πλάσει μια από τις πιο φρικτές μορφές της λογοτεχνίας, πλησιάζοντας την προσωποποίηση του απόλυτου μίσους όσο λίγοι ομότεχνοί του. Ο ανώνυμος νάνος στέκεται επάξια δίπλα σε ήρωες, όπως ο Κουρτς του Κόνραντ ή ο Αχαάβ του Μέλβιλ. Αν λάβουμε υπόψη την ιστορική συγκυρία, καταλαβαίνουμε τους λόγους που ώθησαν τον συγγραφέα να συνθέσει αυτό το μοναδικό έργο. Πάντως, αυτή η ενσάρκωση της κακίας από έναν φαινομενικά ακίνδυνο νάνο μου θύμισε το εξαιρετικό διήγημα του Πόε "Ο σαλταπήδας". Ο Σουηδός νομπελίστας αποδεικνύεται ανατόμος της ανθρώπινης ύπαρξης, που δίχως ωραιοποιήσεις εκθέτει τα συγκλονιστικά του πορίσματα.

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Πύργος διπλοκλειδωμένος

Ούτε  να φανταστεί θα μπορούσε ο Φραντς Κάφκα ότι το τόσο ιδιόρρυθμο και γριφώδες έργο του θα γνώριζε τέτοια αποδοχή έναν αιώνα μετά το θάνατό του. Τα γραπτά του, που ο ίδιος είχε δώσει σαφή εντολή να καταστραφούν, θεωρούνται ορόσημο για την παγκόσμια λογοτεχνία, επηρέασαν σπουδαίους μεταγενέστερους συγγραφείς, ανάμεσα τους ακόμα και ο ογκόλιθος που λέγεται Μπόρχες, και έκαναν το Ναμπόκοφ να σχολιάσει πως ο Τόμας Μαν και ο Ρίλκε δεν ήταν παρά νάνοι σε σύγκριση με το μεγαλείο αυτού του βασανισμένου ανθρώπου, που έζησε μέσα στην ενοχή και την ανασφάλεια. Μονήρης,φοβικός, με ελάχιστες κοινωνικές επαφές, ερωτικές απογοητεύσεις και κυρίως ένα μόνιμο ψυχικό βάρος προερχόμενο από την μειονεξία που αισθανόταν απέναντι στον αυταρχικό πατέρα του, ο οποίος το έκανε να νιώθει διαρκώς αποτυχημένος, ο Κάφκα είναι , νομίζω, ο συγγραφέας που κατάφερε να μεταστοιχειώσει  με τον πιο περίπλοκο τρόπο τα συμπλέγματα και τα βιώματά του σε λογοτεχνία.

"Da ich nichts anderes bin als Literatur und nichts anderes sein kann und will- Γιατί δεν είμαι τίποτε άλλο από Λογοτεχνία και ούτε μπορώ και θέλω να είμαι κάτι άλλο"-Γράμμα στη Φελίσε Μπάουερ 1917


Αξιοπρόσεκτο είναι πως πολλοί θαυμάζουν τον Κάφκα για τα δυο ανολοκλήρωτα μυθιστορήματά του που έφτασαν σε εμάς χάρη στις ενέργειες του καλύτερού του φίλου Μαξ Μπρόντ.  Προσωπικά θεωρώ ως ανώτερα τα διηγήματα και τις νουβέλες του,όπου το παράδοξο και η υπαρξιακή αγωνία δεν προλαβαίνουν να εξαντλήσουν τον αναγνώστη. Η "Μεταμόρφωση", ένα ανυπέρβλητο αριστούργημα, "Ο Καλλιτέχνης της Πείνας",  η τελευταία φράση του οποίου με έχει παγώσει και συγκλονίσει όσο λίγες-δίχως να έχω ανακαλύψει ακόμα το λόγο-, "Το Κτίσμα" , το "Γράμμα στον Πατέρα", μαζί με την "Κρίση" απαραίτητα για οποιαδήποτε απόπειρα προσέγγισης του σύμπαντός του, αρκούν από μόνα τους για κατατάξουμε τον Κάφκα στο πάνθεον.



 Την περασμένη εβδομάδα τόλμησα να διαβάσω για πρώτη φορά τον "Πύργο" σε μετάφραση Β.Πατέρα(εκδ.Ροές). Δεν σκοπεύω να κρύψω πως δεν έχω καταλάβει πλήρως το βιβλίο, ενώ και από τις διάφορες αναλύσεις που διάβασα, καμία δεν με έπεισε πλήρως για τις θέσεις της.Το γεγονός ,επιπλέον , πως ο Κάφκα δεν ολοκλήρωσε το βιβλίο είναι ακόμα πιο προβληματικό, καθώς ενδεχομένως έμειναν ημιτελή τα νοήματα στα οποία βασίζεται η κριτική για μια συνεκτική θεώρηση όσων διαβάζουμε. Υπήρξαν οπωσδήποτε και σημεία που η απροσδιοριστία και η ερμητικότητα του κειμένου με έκαναν να μπερδευτώ και να χρειαστώ διαλείμματα προκειμένου να συνεχίσω. Σε κάθε περίπτωση, επειδή δε συμφωνώ με την πλήρη αποδόμηση ενός λογοτεχνικού έργου, προκειμένου να εξαχθεί ένα συμπέρασμα, περιορίζομαι σε κάποιες υποκειμενικές παρατηρήσεις.


 Ο Κ. είναι ένα χωρομέτρης που φτάνει σε κάποιο χωριό, υπαγόμενο στη δικαιοδοσία του Πύργου με την αφανή και ταυτόχρονα χαώδη και πανίσχυρη γραφειοκρατία του, προκειμένου να αναλάβει ένα πόστο, όπως τον έχουν ενημερώσει.Η υποδοχή που τον περιμένει μόνο φιλική δεν είναι, καθώς ο Κ. θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα χαμηλόβαθμο αξιωματούχο του Πύργου, ο οποίος αμφισβητεί το δικαίωμά του να διανυκτερεύσει στην περιοχή. Στο χωριό υπάρχει μια σαφής κοινωνική διαστρωμάτωση: από τη μια τα μέλη του Πύργου που χαίρουν εκτίμησης και προξενούν φόβο με ένα νεύμα τους και μόνο, από την άλλη οι απλοί πολίτες, δουλικά, καχύποπτα ανθρωπάκια -θυμίζουν πολύ τον τύπο του μικροαστού που περιφρονεί ο συγγραφέας-, απαθή μπροστά στα προβλήματα των άλλων, κλεισμένα στο ασφαλές κουκούλι, το οποίο διατηρούν πάση θυσία, προσφέροντας ακόμα και τις κόρες τους ως παλλακίδες των υψηλά ιστάμενων.

Και ενώ ο Κ. έχει αρχίσει να αμφιβάλλει για το κατά πόσο είναι ευπρόσδεκτος, δυο βοηθοί, ο Αρθούρος και ο Ιερεμίας, σχεδόν ίδιοι εξωτερικά, εμφανίζονται για τον συνδράμουν στην δουλειά του, παρότι ο ίδιος δεν ξέρει ακόμα ποια μπορεί να είναι αυτή. Ο Κούντερα έχει επισημάνει πως η έννοια του καφκικού είναι αλληλένδετη με αυτή του κωμικού.Πράγματι οι δυο βοηθοί αποδεικνύονται εντελώς ανώριμοι, σχεδόν γελωτοποιοί, τρέχουν σαν παιδάκια, ησυχάζουν, όταν ο Κ. τους φοβερίζει με μια βέργα ή κάποια απειλή. Αυτό που για τον αναγνώστη είναι μια γνήσια κωμική σκηνή, ο Κ. το βιώνει ως μαρτύριο που τον εξοργίζει.

                                                        "Αρλεκίνος"-Κ.Εφημίδης
Είναι ,λοιπόν, σαφές πως σύντομα μετά την άφιξή  στο χωριό,επέρχεται πλήρης διάψευση των προσδοκιών του. Ο πύργος δεν είναι εξ όψεως, όπως θα περίμενε, οι βοηθοί μάλλον δυσχεραίνουν παρά διευκολύνουν το έργο του, η θέση του μόνο δεδομένη δεν είναι, καθώς και ο δήμαρχος αμφισβητεί την υπόσταση της εντολής πρόσληψής του και ζητά από τον Κ. να εγκαταλείψει το χωριό- κάποιοι μιλούν για ανεστραμμένη απόδοση του βιβλικού μύθου για τη γη της επαγγελίας. Από το σημείο αυτό ο Κ. εμπλέκεται σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να έρθει σε επαφή με το κατάλληλο πρόσωπο από τον πύργο. Τίποτα απολύτως δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενική πραγματικότητα: οι διηγήσεις των χωρικών είναι αντιφατικές και συνήθως συγκρούονται με τους ισχυρισμούς άλλων συμπολιτών τους· τα συναισθήματα των προσώπων δεν είναι εμφανή· η μέρα μοιάζει να μη ρέει σύμφωνα με τους κανονικούς ρυθμούς·ακόμα και η ταυτότητα των προσώπων δεν είναι αδιαμφισβήτητη, καθώς κάποιοι αξιωματούχοι έχουν παρόμοια ονόματα, ενώ ορισμένοι ισχυρίζονται ότι σε κάθε κάθοδό τους στο χωριό αποκτούν και διαφορετικό πρόσωπο.

Αναγνώστης και Κ. βρίσκονται στην ίδια θέση, καθώς για κανέναν από τους δύο η κατάσταση δεν είναι περισσότερο διαυγής. Ο γρίφος είναι δυσεπίλυτος και δεν υπάρχει κάποιο κλειδί που να μπορεί να υποδείξει από ποιο σημείο πρέπει να ξεκινήσει  κανείς. Ο Κ. ψάχνει στα τυφλά, ρωτάει δεξιά και αριστερά, δίχως ελπίδα, και πάντοτε μένει μακριά από τον στόχο του, καθώς δεν καταφέρνει να διαβεί το κατώφλι του πύργου. Μάλιστα η θέση του θα γίνεται ολοένα και χειρότερη, καθώς χάνει την συμπαράσταση των λίγων προσώπων που είχαν αποφασίσει να τον συνδράμουν. Προς το τέλος του μυθιστορήματος, και όταν σε μια ατμόσφαιρα σχεδόν παραισθητική ο Κ. περιμένει σε ένα πανδοχείο ακρόαση από τον μόνο διαθέσιμο σύνδεσμο με τον πύργο, είναι εμφανής η αναλογία με την προσπάθεια του Γιόζεφ Κ. της "Δίκης" να αποδείξει την αθωότητα του επισκεπτόμενος κλινήρεις δικηγόρους.Διέξοδος δεν βρίσκεται, ωστόσο το τέλος δεν μας επιτρέπει να συνάγουμε με ασφάλεια ότι ο αγώνας του έχει ολοκληρωθεί.

"Ένα κλουβί πήγε να βρει ένα πουλί"-από τους Αφορισμούς

Οι ήρωες του Κάφκα, και ο Κ. δεν είναι εξαίρεση, είναι σαν κότες με κομμένο κεφάλι: εξαρχής ένοχοι,εξαρχής καταδικασμένοι,  τρέχουν να γλιτώσουν από το αναπόφευκτο. Η ποινή μοιάζει να έχει οριστεί πριν αρχίσει η αφήγηση, ο αναγνώστης και ο πρωταγωνιστής όμως δεν το ξέρουν και έχουν την ψευδαίσθηση πως ενδεχομένως να υπάρχει και δυνατότητα λύτρωσης.Κάπως σαν τον ποντικό από τον Μικρό μύθο που τρέχει προς την φάκα του- διαβάστε τον στην τόσο προσεγμένη απόδοση του Ναυτίλου( στη θέση σας θα διάβαζα και τις αναρτήσεις του για τον Πύργο).

Στον Πύργο η αίσθηση ενοχής δεν είναι τόσο έντονη όσο στα υπόλοιπα κείμενα του Κάφκα, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν είναι απούσα. Ο Κ. ,παρότι φτάνει στο χωριό νομότυπα και έχοντας ανά χείρας την πρόσκληση , καλείται να απολογηθεί, οι αρχές τον καταδυναστεύουν και τον κατατρέχουν σε κάθε του βήμα. Σιγά- σιγά αποδέχεται πλήρως την ευθύνη του και θέλει να διορθώσει μια παράλειψη που δεν προέρχεται από τον ίδιο.Η μεταστροφή αυτή έρχεται σχεδόν αδιαμαρτύρητα από μέρους του, το πέρασμα από την αισιοδοξία που γεννά η νέα του σταδιοδρομία στην κοπιαστική συλλογή στοιχείων προς υπεράσπισή του έρχεται σχεδόν ανεπαίσθητα.

Να σημειώσω τέλος, πως η μετάφραση του Πατέρα είναι κατά τη γνώμη μου πιο συνεπής από την άλλη των εκδόσεων Γράμματα, όσον αφορά την τήρηση της στίξης και του ρυθμού του πρωτότυπου.


Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Στο Δρόμο

"..κάπου μέσα στον δρόμο θα μου προσέφεραν την πέτρα της ζωής"


Με το εμβληματικό μυθιστόρημά του "Στο Δρόμο" (εκδ.πλέθρον,μετάφραση Δήμητρα Νικολοπούλου) ο Τζακ Κέρουακ  έγινε ο κύριος εκφραστής της γενιάς της Μπητ, όπως ο ίδιος την ονόμασε.Με εξαίρεση το έργο του Κέρουακ, το "Ουρλιαχτό" του Γκίνσμπεργκ και το "Γυμνό Γεύμα" του Μπάροουζ,τα υπόλοιπα λογοτεχνικά εγχειρήματα των εκπροσώπων της γενιάς αυτής ξεχάστηκαν γρήγορα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως το αποτύπωμα που άφησε σε άλλους τομείς δεν ήταν αρκετά έντονο.Το κίνημα των χίπις σχετίζεται άμεσα με το πνεύμα ελευθεριότητας της Μπητ Γενιάς, ενώ σπουδαίοι καλλιτέχνες, όπως ο Μπομπ Ντίλαν, αναγνωρίζουν πόσο μεγάλη ήταν η επιρροή που τους άσκησε.

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τέσσερα μέρη που αναφέρονται στα ισάριθμα ταξίδια που πραγματοποίησε την περίοδο 1947-1950 ο Σαλ Πάρανταιζ, περσόνα του Κέρουακ  ,ο οποίος επίσης ταξίδεψε στην Β.Αμερική το διάστημα αυτό. Η αμερικανική νεολαία, που πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης, εμφανίζεται διψασμένη για ελευθερία,αποφασισμένη να καθορίσει η ίδια τον τρόπο που θα ζήσει.Τη δεκαετία του ΄50 οι Η.Π.Α. γνωρίζουν ένα κύμα πουριτανισμού που ξεκινά από τη λογοκρισία στον κινηματογράφο, τα κόμικς και φτάνει μέχρι το κυνήγι μαγισσών σε βάρος των κομμουνιστών. Η απάντηση που δίνει η γενιά της Μπητ είναι το απενοχοποιημένο  σεξ, τα ναρκωτικά,  η αποδέσμευση από τις κοινωνικές υποχρεώσεις και τις  καταπιεστικές σχέσεις ,και πρωτίστως το δικαίωμα στην περιπλάνηση, ακριβώς γιατί η δυνατότητα φυγής είναι η ύψιστη απόδειξη  ελευθερίας.
                                                             Ο Τζακ Κέρουακ
Ο Κέρουακ με τα ταξίδια που έζησε και περιγράφει, ακολουθεί ένα μακρύ νήμα που μας οδηγεί στην κοιτίδα της αμερικανικής παράδοσης, στους cowboys και τους τυχοδιώκτες που ξεκίνησαν για την "Άγρια Δύση" (προς τις δυτικές ακτές ταξιδεύει και ο Σαλ) ψάχνοντας περιπέτειες και πλούτο, στη Μεγάλη Εξόρμηση, όπως ονομάστηκε η περίοδος που ο πυρετός του χρυσού έκανε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να κυνηγήσουν την τύχη τους στο Γιούκον, το Κλοντάικ και την Καλιφόρνια.Αλλά και σε λογοτεχνικό επίπεδο μήπως την ίδια κουλτούρα της φυγής και της περιπλάνησης δε συναντούμε στο "Moby Dick" και στις "Περιπέτειες του Χακ Φιν", τους θεμέλιους λίθους της αμερικανικής λογοτεχνίας;

Τέσσερα ταξίδια στη Δύση ,λοιπόν, μπουλούκια ρέμπελων "παράφορα κυριευμένων από τη ζωή" που με άδειες τσέπες διασχίζουν χιλιάδες χιλιόμετρα, κάνουν οτοστόπ, πιάνουν δουλειές του ποδαριού, μεθούν, ξενυχτούν στους δρόμους, στα μπουρδέλα, στα μπαράκια. Το "Στον Δρόμο" είναι η επαναλαμβανόμενη περιγραφή τέτοιων καταστάσεων, δεν έχει πλοκή με τη στενή του όρου έννοια, δεν ενδιαφέρεται τόσο για τους χαρακτήρες, απλώς παρουσιάζει έναν τρόπο ζωής που ενσαρκώνει καλύτερα από οποιονδήποτε ο Ντην Μόριαρτι. Προσωπικά βρήκα κουραστική αυτήν την μανιέρα, ίσως γιατί είμαι αρκετά απομακρυσμένος από τα ΄50s και τα ΄60s ή επειδή το βιβλίο αποδείχτηκε λιγότερο τολμηρό από ό,τι περίμενα.Ο μύθος που χτίστηκε γύρω του είναι μεγαλύτερος και ίσως επιδραστικότερος από το βιβλίο αυτό καθαυτό, μια ιστορία για νέους που δεν φοβήθηκαν να γυρίσουν την πλάτη στην ομαλότητα της ρουτίνας και έζησαν εκούσια στο περιθώριο, ιστορία που έχουμε ανάγκη να εφεύρουμε ώστε έστω ,και ψευδαισθητικά, να πιστεύουμε πως η φυγή είναι πάντα μια διέξοδος.Το παρακάτω απόσπασμα είναι το χαρακτηριστικότερο αυτής της νοοτροπίας και ένα από τα ωραιότερα που έχουν γραφτεί:

"Πήγαιναν χορεύοντας μέσα στους δρόμους σαν τρελοί, και σερνόμουν από πίσω τους όπως κάνω σε όλη μου τη ζωή για ανθρώπους που μ΄ενδιαφέρουν, γιατί οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για εμένα είναι οι τρελοί, αυτοί που είναι τρελοί για ζωή, τρελοί για κουβέντα, τρελοί να σωθούν, που θέλουν να τα χαρούν όλα μέσα σε μια και μόνη στιγμή,αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται, ή λένε ένα κοινότοπο πράγμα, αλλά που καίγονται, καίγονται όμοια με τις κίτρινες μυθικές φωτιές των ρωμαϊκών πυρσών, εκπυρσοκροτώντας σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στ΄άστρα και στη μέση βλέπουμε το μπλε φως του πυρήνα τους να σκάει κι ο καθένας κάνει" Αααα!"


Υ.Γ. Πρόσφατα γυρίστηκε και ταινία βασισμένη στο βιβλίο, αλλά ακόμα δεν έχει προβληθεί στις αίθουσες.