Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Ένα μεγάλο παράπονο από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Αύριο, 1η Νοεμβρίου , ξεκινάει το κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, τολμώ να πω  ο σπουδαιότερος πολιτιστικός θεσμός της πόλης. Τα γνωστά στέκια γεμίζουν , οι περισσότερες αίθουσες είναι κατάμεστες -ακόμα και οι μη σινεφίλ θα κάνουν ένα πέρασμα για να έχουν μια κινηματογραφική εμπειρία διαφορετική από αυτήν που προσφέρουν τα multiplex σινεμά-, κόσμος κυκλοφορεί με το πρόγραμμα προβολών ανά χείρας, έξω από το ιστορικό Ολύμπιον οι θεατές συζητούν την ταινία που μόλις είδαν, ενώ παραδίπλα, στα εκδοτήρια, επικρατεί συνωστισμός για ένα τελευταίο εισιτήριο κάποιου πολυαναμενόμενου φιλμ.Με δυο λόγια η πόλη ζει, έστω και για δέκα μέρες, βγαίνει από την κατάπτωση που τη χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο διάστημα του έτους.

Αν κάποιοι περιμένουν εναγωνίως κάθε χρόνο το φεστιβάλ, αυτοί είναι οι σινεφίλ που αφιερώνουν ολόκληρη τη μέρα σε αυτό, παρακολουθώντας δυο, τρεις ή και περισσότερες ταινίες- οι κλινικές περιπτώσεις- την ημέρα. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι ιδιαίτερα δαπανηρό.Πέρυσι μια κάρτα, η οποία επέτρεπε την είσοδο σε τρεις προβολές ανά ημέρα, του φεστιβάλ κόστιζε 80 ευρώ (50 για φοιτητές).Θα περίμενε κανείς πως με δεδομένη την φρικτή οικονομική κατάσταση οι ιθύνοντες θα φρόντιζαν ώστε να ελαφρύνουν κάπως όσους επιθυμούσαν να παρακολουθήσουν από κοντά τη γιορτή αυτή και ασφαλώς να προσεγγίσουν νέο κοινό- κακά τα ψέματα οι φοιτητές είναι αυτοί που μπορούν ευκολότερα να βυθιστούν σε ένα αμιγώς κινηματογραφικό δεκαήμερο. Και όμως το κόστος όχι μόνο δε μειώθηκε, αλλά ούτε καν διατηρήθηκε στα ίδια επίπεδα! Συγκεκριμένα η κάρτα πλέον κοστίζει 35 ευρώ (25 για όσους δικαιούνται έκπτωση), αλλά δεν προσφέρουν στον κάτοχο τους κανένα εισιτήριο για ταινία, παρά μόνο την προνομιακή τιμή εισόδου των 2 ευρώ (κανονικό εισιτήριο χωρίς κάρτα 5 ευρώ). Αυτό σημαίνει πως για να δει κάποιος 30 ταινίες θα χρειαστεί 35+60= 95 ευρώ αντί των 80 που χρειάστηκε πέρυσι, ενώ ένας φοιτητής θα χρειαστεί 25 +60= 85 ευρώ αντί για τα περυσινά 50 ευρώ (η διαφορά χαώδης).Φυσικά πρόνοια δεν υπήρξε ούτε για τη μείωση του κανονικού εισιτηρίου.. 

Είναι τραγική η διαπίστωση πως ο πολιτισμός αρχίζει να περιχαρακώνεται, να αποκλείει την πλατιά μάζα αυτών που δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες. Ο πολιτισμός δεν είναι προνόμιο, πρέπει να προσφέρεται με τους καλύτερους όρους ,ειδικά στους ασθενέστερους.Με ποιον ακριβώς τρόπο συμβάλλει η αλλαγή αυτή στην ενθάρρυνση του νέου κοινού να προτιμήσει τις αίθουσες του φεστιβάλ και να έρθει σε επαφή με τις κινηματογραφικές τάσεις; Πώς θα προσελκύσει το χειμαζόμενο κοινό της πόλης ένα πολιτιστικό γεγονός  η παρακολούθηση του οποίου στοιχίζει τον 1/6 του βασικού μισθού;( γιατί όταν κανείς παρακολουθεί 5-6 ταινίες δε γίνεται κομμάτι του φεστιβάλ, δε συμμετέχει ουσιαστικά σε αυτό ούτε καταφέρνει να αποκτήσει πλήρη εικόνα).Κουλτούρα για τους λίγους.Ντροπή και κρίμα.


Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

"Αλεξάνδρεια, πριγκίπισσα και πόρνη"

Είναι πραγματικά δύσκολο να μιλήσεις για το "Αλεξανδρινό Κουαρτέτο"(εκδ.Μεταίχμιο, μετάφραση Μαριάνα Παπουστοπούλου- χαρά στο κουράγιο της-) του Λόρενς Ντάρελ χωρίς να απογοητευτείς από την αδυναμία σου να παρουσιάσεις την μοναδική αναγνωστική εμπειρία που σου προσέφερε. Ακόμα και αυτήν την στιγμή δεν έχω κατασταλάξει σχετικά με το αν λάτρεψα αυτό το βιβλίο ή αν λύγισα  κάτω από το βάρος του, αποτυγχάνοντας τελικά να το απολαύσω όπως έπρεπε. Το σίγουρο είναι ότι ,ακόμα κι αν κανείς το απορρίψει, δε μπορεί παρά να μείνει έκθαμβος μπροστά σε αυτό το δαιδαλώδες, πρωτοποριακό  και βαθύ σαν άβυσσο λυρικό έπος του Ντάρελ.

Και  ο Ντάρελ είναι ο άνθρωπος που έζησε με τέτοιο τρόπο που του επέτρεψε να συνθέσει το Κουαρτέτο. Τυχοδιώκτης που ουσιαστικά απαρνήθηκε την πατρίδα του  ο Ντάρελ περιπλανήθηκε σε όλη τη Μεσόγειο, στα ελληνικά νησιά, στην Κύπρο, στην Αίγυπτο, αργότερα στην Γαλλία και πιο μακρυά ,στην Αργεντινή, ζώντας μια κυριολεκτικά μυθιστορηματική ζωή με θυελλώδεις έρωτες, πολλούς γάμους, σκοτεινές οικογενειακές ιστορίες- κάποιο μιλούν για αιμομικτικό σκάνδαλο- και περιόδους έντονης ενδοσκόπησης. Σχεδόν όλο του το έργο, χάρη στο οποίο κατατάσσεται στις μεγαλύτερες λογοτεχνικές μορφές του περασμένου αιώνα, είναι μια στοχαστική και ενδελεχής ανάγνωση της προσωπικής του ιστορίας.Τα τέσσερα μυθιστορήματα του Κουαρτέτου είναι το σπουδαιότερο έργο του Ντάρελ, που απέδειξε πως μια τέτοια καταιγίδα μπορεί να δημιουργηθεί μόνο από όσους κρύβουν μέσα τους ένα πραγματικό χάος.

"Αυτό που πιότερο χρειάζομαι να κάνω είναι να καταγράφω εμπειρίες, όχι με τη σειρά που έγιναν τα πράγματα- γιατί αυτό είναι ιστορία-, αλλά με τη σειρά που άρχισαν να παίρνουν τη σημασία τους για μένα"

Η ανάγνωση του Κουαρτέτου δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Προχωράει με αργούς ρυθμούς, καθώς κάθε λέξη είναι λεπτοδουλεμένη ώστε να συμπληρώνει το τεράστιο λυρικό μωσαϊκό, βυθίζοντας τον αναγνώστη στην γοητευτική του ατμόσφαιρα, την γεμάτη μυστικισμό Αλεξάνδρεια του μεσοπολέμου, την προσωπική ζωή μιας σειράς προσώπων με διασταυρούμενες ερωτικές επιθυμίες. Ο Ντάρελ υιοθέτησε ένα σχεδόν παραληρηματικό, αυστηρά προσωπικό και γεμάτο συναισθηματισμό ύφος , ενώ ταυτόχρονα επέλεξε μια ιδιαίτερα σύνθετη δομή για την τετραλογία του.Το κουαρτέτο είναι μια συρταρωτή αφήγηση, όπου ο συγγραφέας επαναφέρει τον αναγνώστη περισσότερες φορές στα ίδια γεγονότα , ώστε να σχηματιστεί τελικά μια παράσταση της πραγματικότητας, χωρίς όμως να τηρείται χρονολογική σειρά- η επιστροφή στο παρελθόν γίνεται άτακτα και απροειδοποίητα- και χωρίς κάποια από τις πολλές φωνές που παίρνουν το λόγο να μπορεί να υποστηρίξει πως κατέχει αυτοτελώς ολόκληρη την αλήθεια.

"Τα μακρινά γεγονότα, παραλλαγμένα από την ανάμνηση, κερδίζουν μια καπνισμένη λάμψη επειδή τα βλέπουμε απομονωμένα, διαχωρισμένα από τις λεπτομέρειες που προηγήθηκαν ή τα ακολούθησαν, τις κλωστές και τα περιτυλίγματα του χρόνου.Το ίδιο παθαίνουν και τα πρόσωπα που τα υποδύθηκαν·κι αυτά υφίστανται αλλοιώσεις·βυθίζονται αργά, όλο και βαθύτερα στον ωκεανό της μνήμης, σαν τα σώματα των πνιγμένων που βαραίνουν βρίσκοντας σε κάθε επίπεδο μια άλλη εκτίμηση, μια νέα αξιολόγηση μέσα στην ανθρώπινη καρδιά"

 Έτσι στο πρώτο και στο τελευταίο βιβλίο, την "Τζαστίν" και την "Κλέα", αφηγητής είναι ο συγγραφέας Ντάρλι, που φαίνεται να λειτουργεί ως περσόνα του Ντάρελ και προσπαθεί να ανασυνθέσει το παρελθόν του στην αγαπημένη Αλεξάνδρεια και να επεξεργαστεί  το πλέγμα των σχέσεων που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στους ανθρώπους του κύκλου του. Η αφήγησή του είναι η πιο λυρική, ακόμα και όταν εμφανίζεται σαφώς ωριμότερος στο τέταρο βιβλίο, καθώς παλεύει με μνήμες και φαντάσματα μιας ζωής που έχει παρέλθει οριστικά. Στον "Μπαλτάζαρ" συχνά τα ηνία της αφήγησης αναλαμβάνει ο ομώνυμος ήρωας, ο οποίος έχοντας διαβάσει το έργο του Ντάρλι του στέλνει διάφορες σημειώσεις που εν πολλοίς ανατρέπουν την εικόνα που είχε σχηματίσει ο τελευταίος στο μυαλό του για τα πράγματα. Στο τρίτο βιβλίο,τον "Μαουντόλιβ", κατά τη γνώμη μου το πιο αδιάφορο του Κουαρτέτου, ο Ντάρελ κάνει μια παραχώρηση υπέρ του κλασικού ρεαλιστικού μυθιστορήματος και του τριτοπρόσωπου παντογνώστη αφηγητή, ώστε να επισκοπήσει την κατάσταση υπό ένα ευρύτερο πρίσμα. Πέρα από τους αφηγητές, στις σελίδες του Κουαρτέτου εντάσσονται και άλλα βιβλία: αυτό του Αρναούτη, πρώην συζύγου της Τζαστίν που όπως και ο Ντάρλι προσπαθεί να ψυχολογήσει τη σύντροφό του και να αναπλάσει νοερά το παρελθόν του, αλλά και οι σημειώσεις ενός κυνικού αυτόχειρα συγγραφέα, του Περσγουόρντεν, που δίνει άλλη διάσταση στα πάθη των χαρακτήρων. Και φυσικά αμέτρητες είναι οι αναφορές σε άλλα έργα και ιδιαίτερα στα ποιήματα του Καβάφη...

Το "Αλεξανδρινό Κουαρτέτο" δε συμπυκνώνεται, δεν είναι δυνατό να το αναδιηγηθείς περιληπτικά και θα ήμουν εξαιρετικά δύσπιστος απέναντι σε όποιον ισχυριστεί πως συνέλαβε όλη την ουσία του. Στη διάρκεια της ανάγνωσης είχα την αίσθηση πως μπαίνω όλο και πιο βαθιά σε ένα αχανές, σκοτεινό σπήλαιο, προχωρώντας πάντα με το ένα χέρι στον τοίχο. Μπορείς να το προσεγγίσεις αργά-αργά, γωνία-γωνία, να θαυμάσεις υπό το φως ενός δαυλού τις όμορφες βραχογραφίες, όμως ποτέ δε θα δεις το θόλο του, ποτέ δε θα ξέρεις αν το γύρισες όλο και ο κίνδυνος να χαθείς σε αυτό είναι πάντα μεγάλος.
"Άλλωστε, μήπως δεν εξαρτώνται τα πάντα από την ερμηνεία της σιωπής που απλώνεται γύρω μας;"

Πολλές φορές ένιωθα πως το χέρι που έγραφε με πόνο αυτές τις αριστουργηματικές σελίδες άνηκε σε κάποιον που κατέθετε στο έργο του αυτό όλη του την ψυχή, τα όνειρα και τις απογοητεύσεις του, τις πιο μύχιες σκέψεις του, συναισθήματα που και ο ίδιος έψαξε πολύ για να ανακαλύψει μέσα του, το πιο εκλεκτό απόσταγμα εμπειριών μιας πλούσιας ζωής, που αν και δεν ήταν ούτε δυστυχισμένη ούτε αποτυχημένη, το φόρτωσε με ένα ασήκωτο βάρος, από το οποίο προσπάθησε να απαλλαγεί μέσα από αυτά τα τέσσερα μυθιστορήματα. Αυτό νομίζω είναι και το πραγματικό μεγαλείο αυτού του βιβλίου, που το καθιστά μια μυσταγωγία για τη ζωή. Και δεν είναι λίγες οι σελίδες που σε κάνουν να νομίζεις πως διαβάζεις ποίηση σε πεζό λόγο και φόρμα...

" Ο "έρωτάς" μου για κείνην, ο "έρωτάς" της Μελίσα για μένα, του Νεσίμ ο "έρωτας" για κείνην, ο"έρωτάς" της για τον Περσγουόρντεν -θα έπρεπε να υπάρχει ολόκληρο λεξιλόγιο επιθέτων για να διαφοροποιεί το ουσιαστικό- γιατί ούτε καν δυο περιπτώσει δεν περιλαμβάνουν τις ίδιες περιουσίες·κι ωστόσο όλες περιλαμβάνουν τη μια και απροσδιόριστη ποιότητα, τον κοινό άγνωστο παράγοντα της προδοσίας. Γιατί ο καθένας από μας, σαν το φεγγάρι, είχε τη σκοτεινή πλευρά του - και μπορούσαμε να γυρνάμε το ψεύτικο μούτρο του τέλους της αγάπης προς το πρόσωπο που περισσότερο μας αγαπούσε και μας χρειαζόταν.Κι ακριβώς όπως η Τζαστίν χρησιμοποίησε την αγάπη μου, ο Νεσίμ χρησιμοποίησε της Μελίσα..Ο ένας στη ράχη του άλλου, έρποντας σαν τα καβούρια στο καλάθι."

Οι ήρωες του Ντάρελ καταφέρνουν ,παρά το ρομαντικό τους περίγραμμα που επιτείνεται λόγω του λυρισμού της αφήγησης, να διατηρούν τη μοναδικότητα τους , να αποτελούν δηλαδή ολοκληρωμένα πρόσωπα βγαλμένα από το παρελθόν του αφηγητή που δεν φιλοδοξεί να τα αναγάγει σε σύμβολα. Σε αυτό το μεγάλο ταξίδι μέσα από τις 1000 σελίδες του Ντάρελ τον αναγνώστη συντροφεύουν η μοιραία Τζαστίν, μια γυναίκα μυστηριώδης και απρόσιτη που εκπέμπει μια ακαταμάχητη γοητεία και είναι terra incognita για τους πάντες, ο πανίσχυρος ιδεαλιστής και αθεράπευτα ερωτευμένος Νεσίμ, ο μελαγχολικός και αγκιστρομένος στο παρελθόν Ντάρλι, η πιο ανάλαφρη Μελίσα, η Κλέα και δεκάδες άλλα πρόσωπα που εμφανίζονται στην ιστορία. Το ταξίδι είναι δύσκολο, αλλά νομίζω αποζημιώνει με τον τρόπο του. Σκοπεύω να το επαναλάβω χρόνια αργότερα, όταν πολλά πράγματα θα μου αποκαλυφθούν διαφορετικά.

"Χρησιμοποιούμε ο ένας τον άλλο σαν τσεκούρια για να κομματιάζουμε αυτούς που πράγματι αγαπούμε"

"

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

"Αλλιώς όμως να κάνει δεν μπορούσε!Η φτώχεια το ήθελε!"

Γροθιά στο στομάχι αποτελεί το υπέροχο διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά(1872-1958) "Οι αλανιάρηδες"(εκδ.Στάχυ)  που παρά την απλότητά του με συνέτριψε με το γυμνό τρόπο που παρουσιάζει τις τσακισμένες ζωές των ηρώων του. Σκληρός κοινωνικός ρεαλισμός, κανένας εξωραϊσμός , κανένα περιθώριο αισιοδοξίας δεν έρχεται να καταστήσει το κάδρο κάπως πιο εύπεπτο. Ο αναγνώστης δεν έχει περιθώριο να πιαστεί ούτε καν από τη γραφή, όπως θα έκανε στον Παπαδιαμάντη, καθώς ο Βουτυράς γράφει εντελώς απέριττα, σχεδόν άτεχνα θα έλεγε κανείς, σε απλή δημοτική, χωρίς λογοτεχνικά φτιασίδια, με μια απρόσεκτη σύνταξη που ξενίζει. Αν έκρινα το έργο από το επίπεδο του λόγου, δύσκολα θα μιλούσα με τέτοιο ενθουσιασμό για τους "Αλανιάρηδες" που ανήκουν σε εκείνα τα εκλεκτά έργα που σαν τσεκούρι έρχονται να σπάσουν την παγωμένη θάλασσα μέσα μας.

Το περιεχόμενο του διηγήματος, τίποτα περισσότερο από μια νατουραλιστική περιγραφή της πραγματικότητας των αρχών του 20ου αιώνα για τα κατώτερα στρώματα, θα κάνει οπωσδήποτε τον βολεμένο αναγνώστη του σήμερα να αισθανθεί ένα παγερό μούδιασμα.Ο Βουτυράς, ο κατεξοχήν συγγραφέας του κοινωνικού περιθωρίου (αργότερα εμφανίστηκε ο Πέτρος Πικρός), δεν είναι ένα απόμακρος, γαλήνιος παρατηρητής της κόλασης που περιγράφει, είναι τμήμα της, ένας από τους χιλιάδες κυνηγημένους από τη ζωή. Μάρτυρας την οικονομικής καταστροφής της οικογένειάς του και της αυτοκτονίας του πατέρα του ο Βουτυράς έγραφε για βιοποριστικούς λόγους- υπήρξε ένας εκ των πολυγραφότερων συγγραφέων της χώρας- και ποτέ δεν έχασε την επαφή του με τον κόσμο των απόκληρων.

Στους "Αλανιάρηδες" διαβάζουμε για την καθημερινή βιοπάλη μιας παρέας με έμφαση στον νεαρό Αλίμπη. Σε αρκετές σκηνές βλέπουμε τη συντροφιά να πίνει και να τραγουδά σε ταπεινά ταβερνεία, όμως τίποτα δε μπορεί να καλύψει την απελπισία και την ένδεια που κυριαρχούν. Δεν είναι απλώς η περιγραφή της κατάστασης που συγκλονίζει, είναι ακόμα περισσότερο η συνειδητοποίηση του αδιεξόδου από τα ίδια τα πρόσωπα του έργου που δρα καταλυτικά. Η αντροπαρέα δεν μπορεί ούτε στην ταβέρνα να πνίξει τον πόνο της: πίνει βερεσέ ή με ό,τι ψίχουλα έχουν περισσέψει, διασκεδάζει αλλά σαν δαμόκλειος σπάθη επικρέμεται η επιστροφή στην κανονικότητα της θλίψης. Μόνιμο φόντο μια ζωγραφιά του Τάνταλου για να θυμίζει πως όσο και να πασχίσουν οι ήρωές μας, η ευτυχία θα γλιστρά την τελευταία στιγμή από τα χέρια τους σαν την ορμήνεψε έτσι κάποιος θεός. 

"Όλα φεύγανε, χάνονταν, ελπίδες, όνειρα, που, μόλις έκαναν να φανούνε,σα να τα σάρωνε μεγάλος ανεμοστρόβιλος[..]Απ΄τα βουρκωμένα μάτια του, καθώς ήταν έτοιμα να χύσουνε δάκρυα, πετάχθηκε μια φλόγα και τα έκανε να γίνουν στεγνά, να ξεραθούνε.Και επεθύμησε κάτι κακό μεγάλο να έκανε στην ανθρωπότητα και να έβριζε, να έβριζε τη μεγάλη δύναμη που διευθύνει τα πάντα."

"Τι κακές, τι δύστυχες μέρες που περνούσαν!Και πιο πολύ φαινόταν η δυστυχία τις ημέρες τις καλές.Η κάθε καλή μέρα, που όλοι οι άνθρωποι γλεντούσανε και οι κάτοικοι οι άλλοι της μάντρας φορούσανε τα εορτάσιμα ρούχα τους, γι΄αυτούς ήτανε πένθος και λύπη."

Άγρια φτώχεια και εξαθλίωση γνωρίζει ο Αλίμπης, φτώχεια που δεν περιορίζεται στις υλικές συνθήκες διαβίσωσής του·ξεκινά από αυτές για να διαβρώσει κάθε πτυχή της ύπαρξής του και να του αποστερήσει κάθε ευχαρίστηση.Ο Αλίμπης ζει με τη μητέρα του, φτωχοί μετανάστες στην Αθήνα, προσπαθεί μάταια να στεριώσει σε κάποια δουλειά.Ευκαιρίες δεν υπάρχουν, οι φίλοι φεύγουν για την Αμερική, ο τόπος μοιάζει όλο και πιο αφιλόξενος, όλο και πιο εχθρικός. Το άδειο στομάχι αδειάζει και τις ψυχές, ο Βουτυράς είναι αμείλικτα ρεαλιστής και δεν πετάει ούτε στον ήρωα ούτε στον αναγνώστη κάποια σανίδα σωτηρίας.

Έτσι λοιπόν η φτώχεια έρχεται να ισοπεδώσει ολοκληρωτικά τον Αλίμπη. Καθώς νιώθει έντονα την κοινωνική αδικία και το χάσμα των τάξεων, μισεί όσους τα καταφέρνουν, μισεί τελικά και τον εαυτό του λόγω της αποτυχίας του. Δεν έχει δύναμη να πιαστεί από την ευτυχία της στιγμής γιατί έχει επίγνωση της κατάστασής του. Έχει χάσει ακόμα και την ελπίδα, αυτήν που ούτε οι σταχανοβίτες των γκουλάγκ δεν έχαναν. Η ανέχεια του στέρησε τα δυο πιο θεμελιώδη πράγματα στην ανθρώπινη ύπαρξη: το δικαίωμα στο όνειρο και τον έρωτα. Τι όνειρα και τι φιλοδοξίες θα φωλιάζουν στην καρδία ενός ανθρώπου που δεν ξέρει αν θα βρει ένα πιάτο φαγητό την επομένη; Όσο για τον έρωτα, ο Αλίμπης έχασε καταρχήν την αξιοπρέπειά του, την ικανότητα να αγαπήσει τον εαυτό του. Θαυμάζει τις γυναίκες, αλλά ξέρει πως είναι απλώς περαστικές και ποτέ δε θα ερωτευτούν ένα κουρέλι σαν τον ίδιο. Η ζωή μοιάζει μάταιη, ασήκωτο φορτίο από το οποίο ελπίζεις να απαλλαγείς, σκοτεινή φυλακή από την οποία εύχεσαι να αποδράσεις. Και ο φόβος του θανάτου στοιχειώνει διαρκώς τον Αλίμπη, που νιώθει όσο λίγοι πως περιμένει απλώς στον προθάλαμο.

"Η ζωή αυτή του φαινότανε κακιά, βαρετή.Η σκέψη του δε σταματούσε σε τίποτα καλό.Όλα τριγύρω του τα έβλεπε κλειστά, άγρια, έρημα, και έτσι του φάνηκε σα να βρισκότανε φυλακισμένη η ψηχή του μέσα σε αυτά.
Χωρίς να θέλει, έπεσε σε μια πλατεία που ήτανε γεμάτη από ανθρώπους καλοφορεμένους, που τους είχε βγάλει η ωραία μέρα έξω,σ τον ήλιο. Γυναίκες χαρωπές, άνδρες γελαστοί, νέοι με το χαμόγελο, με την ελπίδα στα μάτια και νέες με τον έρωτα να κρυφοκοιτάζει σε κάθε τους ματιά.
Κι εγώ; ρώτησε αυτός
Και μέσα σε εκείνο το πλήθος των ευτυχισμένων του φάνηκε αυτός να είναι σα σημάδι σκοτεινό μέσα στη χαρά, στον πλούτο, σαν ένα κομμάτι της δυστυχίας , της φτώχειας, που το κύλησε ίσαμε κει ο άνεμος.
Ντράπηκε για τα ρούχα του, για το καπέλο του και έκανε γρήγορα να φύγει, αφού είδε ότι κανείς άλλος που να του μοιάζει δε βρισκόταν εκεί, να φύγει, να χωθεί στα δέντρα, που πυκνά τριγυρίζανε το μέρος εκείνο.
Έβλεπε τη χαρά σπάταλα να τους έχει σκορπιστεί και έφευγε σα Σατανάς πεσμένος, χωρίς να το θέλει, σε  μέρη παραδείσου."

Στις τελευταίες σελίδες το δράμα κορυφώνεται με μια σπαρακτική "κάθαρση" που κυριολεκτικά σε κάνει να ανατριχιάσεις, να αναφωνήσεις πως κρατάς στα χέρια σου ένα αριστούργημα.Θα ήθελα πολύ να γράψω και κάτι για το τέλος,αλλά δεν πρόκειται να σας στερήσω το σοκ που ένιωσα.Ας περιοριστούμε στο σχόλιο του Φ.Πολίτη για το διήγημα :"Ένα αληθινό τραγούδι, μια βαθιά κραυγή πόνου είναι οι Αλανιάρηδες. Η κραυγή που ξέφυγε από τα χείλη ανθρώπου, ο οποίος ακούει κάθε μέρα εντός του την τραγική προσταγή : "Δούλευε παρ΄όλα ταύτα!Κράτα γερά, και αν είναι ακόμη να τρέφεσαι με το ίδιο σου το αίμα!" Οι αλανιάρηδες είναι η θλίψις δια τους αβοήθητους αδελφούς που πάνε χαμένοι, δια τ ασθενικά χορτάρια που ημπορούσαν ν΄ανθίσουν, αν δεν τα έπνιγε το χιόνι."


Υ.Γ.1:Πολλά διηγήματα του Βουτυρά είναι ελεύθερα διαθέσιμα χάρη στον Νίκο Σαραντάκο http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/Bouturas-diigimata.htm

Υ.Γ.2: Μια προσωπική εξομολόγηση από ένα περιστατικό που τότε με είχε αφήσει σύξυλο και επανήλθε στη μνήμη μου διαβάζοντας τους "Αλανιάρηδες".Πριν από μερικά χρόνια μιλούσα με ένα εργάτη από τη Γεωργία που με βοηθούσε σε μια μετακόμιση. Ο άνθρωπος αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και όταν ολοκλήρωσε την εξιστόρηση κάποιων γεγονότων, σιώπησε, τράβηξε μια τζούρα από το τσιγάρο του με κοίταξε με ένα μελαγχολικό χαμόγελο και είπε :"Ζωή είναι, που θα πάει, θα τελειώσει."

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Μόνη,αιφνιδιασμένη,πληγωμένη

"The broken heart. You think you will die, but you just keep living, day after day after terrible day."(Great Expectations, Dickens)

Ο πόνος της προδοσίας είναι από τους βαρύτερους που υποχρεώνεται να φορτωθεί ένας άνθρωπος στη ζωή του. Και όταν μιλάμε για ερωτική προδοσία, είτε με τη μορφή της εξαπάτησης είτε με αυτήν της εγκατάλειψης, ποια ιδέα μπορεί να ηρεμήσει το ταραγμένο μυαλό που βλέπει μια τεράστια συναισθηματική επένδυση να γίνεται στάχτη μέσα σε μια στιγμή; Ο άνθρωπος με τον οποίο μοιράστηκες τις πιο πολύτιμες σκέψεις σου και τις πιο ευτυχισμένες μέρες σου αποφασίζει αναίτια και αναπάντεχα να δώσει ένα τέλος και εσύ οφείλεις ταυτόχρονα να εξηγήσεις, να ζυγίσεις το κόστος εκδίκησης και διεκδίκησης, να ορθοποδήσεις πριν οι αναμνήσεις γίνουν φυλακή.

"Εκείνες τις ατέλειωτες ώρες έγινα φρουρός του πόνου, που ξαγρυπνούσε δίπλα σε ένα πλήθος από νεκρές λέξεις."

Αυτό το διαχρονικό και τόσο ενδιαφέρον στην κοινοτοπία του θέμα πραγματεύεται το συμπαθητικό μυθιστόρημα "Μέρες Εγκατάλειψης" της Elena Ferrante (εκδ.Άγρα, μετάφραση Σταύρος Παπασταύρου), που παρά τις ατέλειές και τις υπερβολές του προσεγγίζει ικανοποιητικά τον ψυχισμό της πληγωμένης πρωταγωνίστριας. Στα τριανταοχτώ της η Όλγα ,μητέρα δύο παιδιών, ακούει τον άντρα της να της ανακοινώνει πως είναι αδύνατο να συνεχίσουν μαζί και πως σκοπεύει να εγκαταλείψει το σπίτι τους. Η είδηση πέφτει σαν κεραυνός και από τη στιγμή που η πόρτα κλείνει πίσω από τον Μάριο, η Όλγα ξεκινάει τη μοναχική πορεία της.

"Γιατί είχε πετάξει έτσι απλά δεκαπέντε χρόνια γεμάτα συναισθήματα, συγκινήσεις, έρωτα;Το  χρόνο, το χρόνο,όλο το χρόνο της ζωής μου μου είχε κλέψει , μόνο και μόνο για να τον ξεφορτωθεί επιπόλαια, σαν ένα καπρίτσιο.Τι άδικη, τι εγωιστική απόφαση.Έδιωχνε ,με ένα φύσημα το παρελθόν, λες και ήταν κάποιο ενοχλητικό έντομο που είχε καθίσει στο χέρι του.Του ζητούσα, τον ικέτευα να  με βοηθήσει να καταλάβω αν εκείνα τα χρόνια είχαν τουλάχιστον κάποια ουσία, από ποια στιγμή είχε αρχίσει αυτή η πορεία προς τη διάλυση..."

Η χάραξη μια σταθερής τακτικής απέναντι στο απροσδόκητο γεγονός είναι ανέφικτη, καθώς η Όλγα ακροβατεί διαρκώς ανάμεσα στα αισθήματα στοργής που ακόμα φωλιάζουν μέσα στην καρδιά της, δίνοντας καύσιμο στη μικρή σπίθα ελπίδας για μια επανασύνδεση, και στην οργή που γέννησε μέσα της η προδοσία. Σύντομα το δεύτερο συναίσθημα αρχίζει να ισχυροποιείται και να καταλαμβάνει εξ ολοκλήρου την Όλγα,η οποία προσπαθεί πλέον να μάθει όσα μπορεί για τη νέα ζωή του συζύγου της , θέλοντας μάλιστα να τον εκδικηθεί.

Μέρα με τη μέρα η Όλγα χάνει τον εαυτό της και βυθίζεται σε μια άβυσσο: δυσκολεύεται να φέρει εις πέρας το νοικοκυριό,γεμίζει ένταση τη σχέση με τα ανήλικα παιδιά της, αναζητά διέξοδο στο ζωώδες, χωρίς συναίσθημα, σεξ, καταγράφει μανιωδώς τις σκέψεις της και αισθάνεται πως οδηγείται νομοτελειακά σε μια αναπόδραστη δυστυχία. Η ζήλια την κάνει να αγανακτεί και την οδηγεί στο μίσος για τον Μάριο που φέρθηκε τόσο σκληρά.Αυτό που ενδιαφέρει πλέον την Όλγα δεν είναι να ανακαλύψει την αιτία των συμβάντων, αλλά να ισοπεδώσει ό,τι έχει μείνει όρθιο από την πρότερη επικοινωνία τους, σε μια ασυνείδητη προσπάθεια να τραβήξει και πάλι την προσοχή του. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση κάνει την αλληλουχία των σε γενικές γραμμές προβλέψιμων εξελίξεων και συμπεριφορών να φαίνεται αρκετά ενδιαφέρουσα, καθώς ο αναγνώστης ξετυλίγει παράλληλα με την πρωταγωνίστρια το κουβάρι του συναισθηματικού της κόσμου.

Η Ferrante προσπαθεί με την πιο παρατεταμένη και συμβολική σκηνή του έργου- η Όλγα κλειδώνεται στο διαμέρισμά της και προσπαθεί να βγει έξω- να αποδώσει σε όλη της την έκταση την ταραχή και τον εγκλωβισμό της ηρωίδας. Αν και η επιτάχυνση της αφήγησης δημιουργεί ένα πειστικό κλίμα, νομίζω πως η συγγραφέα στο σημείο αυτό χάνει τον έλεγχο και η όλη απόπειρα καταγραφής μια ψυχεδελικής εμπειρίας καταλήγει αποτυχημένη και υπερβολική, ενώ η βαρύτητα που επιλέγει να δώσει στη σκηνή αυτή κάνει το μυθιστόρημα να πλατειάζει επικίνδυνα με αποτέλεσμα να μετριάζεται η καλή εικόνα που είχε δημιουργηθεί στο μυαλό μου για το βιβλίο από τις πρώτες του σελίδες.

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

"Σας αρέσει ο Μπραμς;"

Είναι φορές, είτε σε περιόδους συναισθηματικής συμφόρησης είτε μετά από μια σειρά βαριά αναγνώσματα που κάνουν το αναγνωστικό αισθητήριο να μπουκώσει, που αυτό που αναζητώ είναι πιο ελαφρά βιβλία που απλώς θα με κρατήσουν απασχολημένο και που ,παρότι δε θα με εντυπωσιάσουν, θα με διασκεδάσουν αρκετά Η ευχάριστη νουβέλα της Φρανσουάζ Σαγκάν "Σας αρέσει ο Μπραμς;" , αέρινη σαν λεπτό ύφασμα , απλή, με μια νότα ρομαντικής εκζήτησης και ορισμένες πολύ καλές στιγμές ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόμουν μετά τον ογκόλιθο του Ντάρελ.Και αυτό διότι τα γεγονότα του έργου κεντρίζουν το ενδιαφέρον, μπορούν να συγκινήσουν αλλά δεν έχουν τη δύναμη να στιγματίσουν τον αναγνώστη που φτάνοντας στην τελευταία σελίδα κρατάει κυρίως μια αίσθηση τρυφερότητας και κομψής λογοτεχνικής απόλαυσης.

Θέμα της νουβέλας είναι ένα ιδιότυπο ερωτικό τρίγωνο που αναπτύσσεται.Η τριανταεννιάχρονη Πώλα ζει εδώ και χρόνια με τον Ροζέ σε ένα καθεστώς σχετικής ελευθεριότητας που επιτρέπει τις εκατέρωθεν απιστίες, υπό τον άγραφο όρο πως αυτές θα γίνονται με τακτ, χωρίς να πληγώνουν τον άλλο ή να γκρεμίζουν τις γέφυρες επικοινωνίας του ζευγαριού. Η πρωταγωνίστρια κοιτάζοντας το είδωλό της στον καθρέφτη παρατηρεί τα σημάδια του χρόνου και σε μια στιγμή "επιφάνειας" συνειδητοποιεί τον εγκλωβισμό της σε μια κατάσταση που πλέον δεν επιθυμεί, καθώς την σπρώχνει μέρα με τη μέρα στην αμήχανη δυστυχία της μοναξιάς. Αυτό που έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον είναι τα συναισθήματά της προς τον Ροζέ, ο οποίος ,δίχως να έχει πάψει να την αγαπά , δραπετεύει όλο και συχνότερα σε ερωτικές περιπέτειες, αφιερώνοντας λιγότερη ενέργεια στη μόνιμη σύντροφό του.Η Πώλα δεν αισθάνεται προδομένη- αυτή είναι άλλωστε η θεμελιώδης συμφωνία της σχέσης τους- και εξακολουθεί να έχει τη συναισθηματική ανάγκη του Ροζέ, ωστόσο βλέπει πλέον μπροστά της να ορθώνεται ο εφιάλτης μια απόλυτα συμβιβασμένης με μια ανιαρή ρουτίνα, ράθυμης γυναίκας της μέσης ηλικίας.
"Η Πώλα κοιταζόταν στον καθρέφτη σημειώνοντας προσεκτικά αλλά ήρεμα, χωρίς τον συνηθισμένο σε τέτοιες περιστάσεις πανικό ή πικρία, τις ζημιές που είχαν σωρέψει στο πρόσωπό της τριάντα εννιά χρόνια ζωής."
Αυτή είναι η Πώλα -που μέχρι τότε δεν κάνει χρήση των ελευθεριών της- τη μέρα που γνωρίζει έναν όμορφο και κομψό νεαρό τον Σιμόν, που την ερωτεύεται κεραυνοβόλα, παθιασμένα και δουλικά, ανατρέποντας τις συναισθηματικές της ισορροπίες.Αν και αρχικά διστακτική, απρόθυμη να αποκτήσει και έναν ακόμα εραστή η Πώλα μπλέκεται στον ιστό που πλέκει ο Σιμόν με την καρτερικότητα,την ευγένεια και την στοργή που επιδεικνύει. Η Πώλα ενδίδει , χωρίς να είναι απόλυτα διευκρινισμένο το αν η απόφασή της αυτή υπαγορεύεται από απλή ερωτική επιθυμία ή συνοδεύεται και από μια μύχια ανάγκη εκδίκησης και ενεργοποίησης του μηχανισμού ζήλιας του Ροζέ.Πράγματι η εξέλιξη αυτή ενεργοποιεί την κτητικότητα του Ροζέ, ο οποίος κρύβει τη δυσαρέσκειά του κάτω από ένα στρώμα αδιαφορίας και παράλληλα υποχρεούται να αποδεχθεί την αλλαγή αυτή.Το ερώτημα είναι αν το ζεύγος θα παραμείνει ενωμένο ενώ και οι δύο εφαρμόζουν την εξαγγελία περί ελευθεριότητας και το κατά πόσο τα νεότευκτα αισθήματα της Πώλα για τον Σιμόν αρκούν για κάνουν τον Ροζέ απλό κομμάτι του παρελθόντος της.
Η Σαγκάν δίνει αρκετό χώρο και στο Σιμόν- σε αντίθεση με τον Ροζέ που φαίνεται απλώς να συμπληρώνει το τρίγωνο- για να εμφανιστεί ως ιδεαλιστής και ευαίσθητος νέος που επαναστατεί ενάντια στη ρουτίνα μέσω ενός έρωτα ξεκάθαρα αφελούς.Αυτό που για την Πώλα είναι λύση ανάγκης μετά από μια σειρά σχέσεων που απέτυχαν να της χαρίσουν μια διαρκή ευδαιμονία, η οποία τελικά παρουσιάζεται ως ανέφικτη, είναι για τον Σιμόν η είσοδος σε μια αχαρτογράφητη γη ,στην οποία κινείται επικίνδυνα αυθόρμητα.Ο χαρακτήρας του έχει οπωσδήποτε κάτι από το ταμπεραμέντο και τον ενθουσιασμό της εικοσιπεντάχρονης τότε Σαγκάν.
"Σας κατηγορώ πως αφήσατε την αγάπη να προσπεράσει,πως παραμελήσατε την υποχρέωσή σας να κάνετε το εαυτό σας ευτυχισμένο, πως ζήσατε μια ζωή γεμάτη υπεκφυγές, συμβιβασμούς και αποδοχές.Αν και θα πρεπε να σας επιβληθεί η ποινή του θανάτου, καταδικάζεστε σε μοναξιά"(το αυτοκατηγορητήριο του Σιμόν)
Το "Σας αρέσει ο Μπραμς;"  γοητεύει χωρίς να μαγεύει και τελικά κατατάσσεται στις θετικές αναγνωστικές εμπειρίες.Που και που πρέπει να αρκούμαστε σε κάτι πιο απλό και πιο ρηχό, γιατί ακόμα και εκεί μπορεί να περιμένει αθέατη η ομορφιά, για παράδειγμα σε λίγες γεμάτες ευαισθησία αράδες της Σαγκάν.
"Είναι στιγμές που μου ρχεται να ουρλιάξω : Φοβάμαι..Φοβάμαι...Αγαπήστε με.."
"Το κρύσταλλο της έστειλε το είδωλο ενός προσώπου στο οποίο κάποιος πριν από ένα μόλις λεπτό είχε πει σ' αγαπώ"

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Ο Άντρας μου, αυτός ο άγνωστος

"' Ἀδὰμ δὲ ἔγνω Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ",Γένεσις, Κεφ.δ΄ 

"Αυτά έχουν οι οικογένειες.Ζεις με ανθρώπους που νομίζεις ότι τους γνωρίζεις, όμως είστε τελείως άγνωστοι."- Γκενασιά, "Η Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων"

Αυτή η φράση από το αριστούργημα του Γκενασιά, στο οποίο δε μπορώ να σταματήσω να επιστρέφω, θα μπορούσε να είναι η προμετωπίδα του  καλού μυθιστορήματος της Ιαπωνέζας Γιόκο Ογκάουα "Άρωμα πάγου"(εκδ.Άγρα, μετάφραση Παναγιώτη Ευαγγελίδη). Πραγματικά καλογραμμένο και ατμοσφαιρικό το βιβλίο διαβάζεται απνευστί και κρατάει τον αναγνώστη παρά το γεγονός πως το νήμα της αφήγησης ξετυλίγεται αργά. Το φαινομενικά ήπιο κλίμα της αφήγησης δεν μπορεί να κρύψει την κρυφή της ένταση που μεταδίδει την αγωνία και τη μελαγχολία της πρωταγωνίστριας στον αναγνώστη.

Το θέμα που επιλέγει η Ογκάουα είναι αρκετά ιντριγκαδόρικο. Η Ρυόκο, μια νεαρή δημοσιογράφος, πληροφορείται την αυτοκτονία του αρωματοποιού συζύγου της στο εργαστήριό του. Η μέχρι τότε συμπεριφορά του Χιρογιούκι δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να την προϊδεάσει για το απονενοημένο διάβημα και τίποτα δε φαίνεται ικανό να διαφωτίσει τους λόγους που έσπρωξαν το σύζυγό της στην αυτοκτονία.Στο νεκροτομείο η Ρυόκο συναντά τον νεότερο αδελφό του Χιρογιούκι και τότε συνειδητοποιεί πόσα λίγα πράγματα γνωρίζει για τον άντρα της, ο οποίος της είχε πει πως όλη του η οικογένεια ήταν νεκρή.

Το σοκ για τη Ρυόκο είναι μεγάλο , σχεδόν εξίσου ισχυρό με αυτό που προκάλεσε ο απρόσμενος θάνατος του Χιρογιούκι και έτσι η πρωταγωνίστρια αποφασίζει να ξεκινήσει μια σύντομη αναζήτηση της πραγματικής ταυτότητας του άντρα της, μέσα από την επεξεργασία των αναμνήσεων, το σημειωματάριό του , τις εξιστορήσεις του αδελφού και της μητέρας του.Σελίδα με τη σελίδα το θολό πρόσωπο του Χιρογιούκι αρχίζει να αποκτά περίγραμμα.Η Ρυόκο μαθαίνει πως αυτός ο τόσο συγκεντρωμένος στη δουλειά του και ευφυής άνθρωπος είχε στο παρελθόν αξιοποιήσει το έμφυτο τάλαντό του με τρόπο που ούτε να φανταστεί δε μπορούσε.

"Όποιος προσπαθεί να αναγνωρίσει της μυρωδιές χάνεται στο μεγάλο κόσμο του παρελθόντος που κουβαλάει μέσα του.Στον κόσμο του παρελθόντος δεν υπάρχει ήχος.Με τον ίδιο τρόπο που τα όνειρά μας είναι άηχα.Τότε η μνήμη είναι ο μόνος οδηγός του δρόμου που έχουμε στη διάθεσή μας."

Η αναζήτηση καταλήγει στην Πράγα και φτάνει στο τέλος της σε μια σκοτεινή, γεμάτη υγρασία σπηλιά, μέσα σε μια ατμόσφαιρα αντάξια του μεγάλου συγγραφέα της πόλης Φραντς Κάφκα, όπου όμως δεν είναι τόσο το παράλογο που κυριαρχεί, όσο μια κατάσταση ελαφρώς σουρεαλιστική και παραισθητική που δημιουργεί μια αίσθηση συγκεχυμένου ονείρου ή έντονου εσωτερικού βιώματος. Δεν είναι απόλυτα βέβαιο, αν η Ρυόκο φτάνει στον προορισμό της, τη "γνώση" του Χιρογιούκι, ωστόσο δίνει χώρο στον εαυτό της για την με φροϊδικούς όρους βίωση του πένθους που είναι συναισθηματικά απαραίτητη για τη συνέχεια.
Παρότι ο Χιρογιούκι υπάρχει μόνο ως αινιγματική σκιά που παραφυλάει σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου, η Ογκάουα με τρόπο έμμεσο σκιαγραφεί  έναν πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα, έναν πολύ ευαίσθητο άνθρωπο που ανέπτυξε δικούς του μηχανισμούς άμυνας για να αντέξει το βάρος της οικογενειακής πίεσης, της υψηλής συνείδησης καθήκοντος και της υπέρμετρης ευφυίας του.Μια γοητευτική  φιγούρα, που όπως εύστοχα παρατηρεί ο Librofilo είναι ασυνήθιστη για τη δυτική λογοτεχνία-το ίδιο θα έλεγα και για την αντιμετώπιση του πένθους εκ μέρους της Ρυόκο- και τελικά θυμίζει ήρωα που έχει εξυψωθεί πάνω από τους συνανθρώπους του.

"Ο Ρούκυ κουβαλούσε επάνω του την ιδιαίτερη εκείνη λάμψη των επιλέκτων. Σαν μια γραμμή φωτός από τον ουρανό να τον είχε βάλει στόχο της, αυτόν και μόνο , και να χυθεί επάνω του. Ήταν σαν να δημιουργούσε στους ανθρώπους την επιθυμία να τον πλησιάζουν για να λουστούν σ΄αυτή του τη θέρμη."