Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Γιατί το ωραίο δεν είναι παρά η απαρχή του τρομερού

Denn das Schöne ist nichts als des Schrecklichen Anfang, Rainier Maria Rilke

"Γιατί η ομορφιά αγαπητέ μου Φαίδρε, μόνο η ομορφιά είναι κάτι ορατό και άξιο σεβασμού συνάμα.Και μη ξεχνάς ποτέ πως είναι η μοναδική μορφή του πνευματικού που μπορούμε να τη νιώσουμε με τις αισθήσεις και με τις αισθήσεις τη δεχόμαστε"



Το ταξίδι του Γκουστάβου φον Άσσενμπαχ στη Βενετία (Θάνατος στη Βενετία, εκδ Ίνδικτος , μετφ Μαρία Κωνσταντινίδη) είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια αριστουργηματική νουβέλα, από μια μοναχική κάθοδο στον Άδη ή μια απλή επιβεβαίωση του ομηρικού ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἣ μὲν φύει ἣ δ᾽ ἀπολήγει. Είναι ένας διάλογος με την αισθητική φιλοσοφία και τα πλατωνικά διδάγματα περί έρωτος. Είναι ένα έργο βαθιά ρομαντικό και λυρικό, όπου η ζωή γονατίζει μπροστά στο ανυπέρβλητο κάλλος και καταλήγει σε θάνατο. Είναι μια κομψή αλλά ταυτόχρονα γεμάτη ένταση εξομολόγηση του Μανν για τις καταπιεσμένες παρορμήσεις του.Είναι ένας ύμνος του ωραίου ,το οποίο ο άνθρωπος αδυνατεί να θαυμάσει δίχως να καταστραφεί, ακριβώς όπως τα μάτια μας κλείνουν ενστικτωδώς στη θέα του απόλυτου φωτός.

Κινούμενος σαν μαριονέτα μιας θεϊκής βούλησης ο Άσσενμπαχ αναπάντεχα αποφασίζει για πρώτη φορά να διακόψει το συγγραφικό του έργο και να αναζητήσει ξεκούραση και νέα έμπνευση στην Ιταλία, όπως συνηθίζει η γερμανική αριστοκρατία. Τα δυο νεκροταφεία του Μονάχου,που συναντά στον περίπατό του, η μαύρη γόνδολα που θυμίζει νεκροφόρα και η κρίση δημιουργικότητας δεν αφήνουν αμφιβολία για τον τελικό προορισμό  του ταξιδιού του. Ο Άσσενμπαχ δεν θα εγκαταλείψει ποτέ τη Βενετία, ωστόσο θα έχει την ευκαιρία να βιώσει μια πολλαπλώς αφυπνιστική εμπειρία, την αναμέτρηση με την ιδεατή ομορφιά. Ο πειθαρχημένος και καταπιεσμένος μεγαλοαστός με την αλύγιστη ηθική συνείδηση δε θα καταφέρει να φανεί αντάξιος της αποκάλυψης πρόκειται να βιώσει, πράγμα που θα του στοιχίσει τη ζωή του.

Δε θα χρειαστούν παρά ελάχιστες μέρες στη Βενετία προκειμένου ο Άσσενμπαχ να παρατηρήσει τον άγγελο και δήμιο του. Ένας γαλήνιος, ξανθός έφηβος πολωνικής καταγωγής, ο Τάτζιο με την αγαλματένια κατατομή και το πράο αγγελικό πρόσωπο είναι το σύμβολο της απόλυτης, νεανικής- και συνεπώς άφθαρτης, ανολοκλήρωτης και υποσχετικής ακόμα- ομορφιάς, η ενσάρκωση του έρωτα, η συγκέντρωση όλων των αισθητικών προσδοκιών σε ένα μόνο σώμα. Φιγούρα εκθαμβωτική, σχεδόν μυθική, όπως προδίδει η σύγκριση του με μορφές όπως ο Υάκινθος και ο Νάρκισσος, ο Τάτζιο έρχεται να γκρεμίσει κάθε  βεβαιότητα του Άσσενμπαχ, να τον κάνει να χάσει τη ρότα του και να μείνει παντελώς ακυβέρνητος μεσούσης της κρισιμότερης περιόδου της ζωής του.

Ο Άσσενμπαχ αντιλαμβάνεται πως "το όριο αισθητικότητας και αισθησιασμού είναι ρευστό και οιονεί ασύνορο"(Ηρακλής Λογοθέτης) και δεν αργεί να υποταχθεί στην έλξη της ομορφιάς, να ερωτευτεί άνευ όρων και πέρα από κάθε λογική το αντικείμενο του θαυμασμού του. Το αγκαλιάζει με τη ματιά του σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, αντλεί έμπνευση από αυτό, γονατίζει στην πόρτα του δωματίου του για να ψελλίσει δακρυσμένος "σε αγαπάω". Ο Άσσενμπαχ μαγεύεται καθημερινά όλο και περισσότερο και δένεται σε ένα άρμα που θα τον σύρει μέχρι εξόντωσης. Γιατί μπορεί ο συγγραφέας να αποδέχεται την ομοφυλοφιλία του, να αφήνει στην άκρη την αστική ευπρέπεια προκειμένου για μια φορά να ερωτευτεί σε σημείο σπαραγμού, ωστόσο ποτέ δε θα καταφέρει να κοινωνήσει στον ερώμενο το πάθος του, πολύ περισσότερο να ικανοποιήσει τη φωτιά μέσα του. Δεν έχει τέτοιες εμπειρίες και τέτοιο σθένος.Ο Άσσενμπαχ δε θα καταφέρει να ανταλλάξει έστω και μια κουβέντα με αυτό το τέλειο πλάσμα, θα είναι απλός μάρτυρας του μεγαλείου του και ο μόνος που θα θρηνήσει όταν το απόλυτο σύμβολο ηττηθεί στην τελευταία σκηνή του βιβλίου από έναν συνομήλικό του για να ορθοποδήσει τελικά αυτός ο Απόλλωνας εξίσου εντυπωσιακός και φωτεινός.

Tο ωραίο σκλαβώνει, γοητεύει, γονατίζει, φοβίζει και σκοτώνει.Ο Άσσενμπαχ επωμίζεται όλο το βάρος της θνητότητας και του γήρατος μόνο όταν αντικρίζει το νεανικό σφρίγος του Τάτζιο. Είναι μέσα από τη δική του συγκριτική ασχήμια που συνειδητοποιεί πως οφείλει να παραμερίσει. Σε δυο σημεία της νουβέλας ο Άσσενμπαχ παρατηρεί με αρκετή ευφορία- εντελώς ασυμβίβαστη με τα αισθήματα του για τον νεαρό- πως ο Τάτζιο δε θα ζήσει πολλά χρόνια. Ανακούφιση και ικανοποίηση της ζήλιας του γηραιού συγγραφέα που μπορεί τουλάχιστον να ελπίζει πως η τελειότητα δε θα διαρκέσει πολύ και συνεπώς υπάγεται και αυτή , όπως ο ίδιος, στον κύκλο των φθαρτών πραγμάτων; Η μήπως δικαίωση της ιδεατής ομορφιάς; Ο χρόνος, οι κακουχίες, οι ασθένειες και οι ανησυχίες δεν πρόκειται να χαράξουν το πρόσωπο του Τάτζιο και τίποτα δε θα καταφέρει να μειώσει στο ελάχιστο την τελειότητα της μορφής του. Για να εκπληρώσει το ρόλο του συμβόλου ο Τάτζιο οφείλει να πεθάνει νέος, ώστε να αποσυνδέσει την ομορφιά από την πάροδο του χρόνου.



Αυτό που έρχεται να ισοπεδώσει εντελώς τον Άσσενμπαχ δεν είναι ίσως η προαίσθηση του επερχόμενου θανάτου ή η παραδοχή μιας καταπιεσμένης σεξουαλικότητας. Το γεγονός που κλονίζει τον καλλιτέχνη περισσότερο και από την ομορφιά αυτή καθαυτή είναι η απλότητα και η ευκολία με την οποία αυτή επιτυγχάνεται στην περίπτωση του Τάτζιο, του οποίου το χαμόγελο μέσα από τα ηλιόλουστα κατάξανθα μαλλιά είναι μια αισθητική εμπειρία δίχως προηγούμενο.Για έναν καλλιτέχνη, που πάντοτε ζούσε σαν "σφιγμένη γροθιά",όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Μανν, η παρουσία του ανόθευτου  κάλλους δίχως μόχθο, χρόνο και θυσίες έρχεται να καταστήσει σχεδόν μάταια την προσωπική πορεία προς τη σαγήνη του ωραίου. Δεν είναι τυχαίο πως ο Άσσενμπαχ εγκαταλείπει ουσιαστικά τη συγγραφή μετά τη γνωριμία με τον Τάτζιο: ό,τι αναζητούσε μανιωδώς, την επινόηση του κάλλους σε όλη του την έκταση, παρουσιάστηκε μπροστά του με τον πιο αφοπλιστικό τρόπο.Το μόνο που μένει στο συγγραφέα είναι να θαυμάσει το φαινόμενο αυτό παραιτούμενος από κάθε ελπίδα σωτηρίας (ο Άσσενμπαχ δε φεύγει από τη Βενετία παρά τις διαδόσεις για επιδημία χολέρας, προκειμένου να μην εγκαταλείψει τον Τάτζιο).

"Όποιος έχει δει το ωραίο με τα ίδια του τα μάτια είναι ήδη καταδικασμένος να πεθάνει", σχόλιο του Βισκόντι που μετέφερε με μεγάλη επιτυχία το βιβλίο στη μεγάλη οθόνη

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Η υπόσχεση της ειρήνης στους αιώνες της φρίκης

 Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από αφηγήσεις, έχουμε την τάση να τις διαμορφώνουμε και έπειτα να τις ακολουθούμε πιστά ως εργαλεία για να εξηγούμε τον κόσμο, να τον βάζουμε σε μια σειρά και να τον εκλογικεύουμε. Μια αφήγηση είναι η εφεύρεση του εαυτού μας, ο τρόπος δηλαδή που επιλέγουμε να αναδυθούμε μέσα από το πλήθος και να συστηθούμε σε αυτό. Αφηγήσεις κατασκευάζουμε και για τους φίλους, τους γνωστούς μας, την οικογένειά μας, συγκεντρώνουμε στοιχεία για αυτούς ώστε να τα χωρέσουμε μέσα στη μορφή τους και βάσει αυτών προβλέπουμε τη συμπεριφορά τους. Θεωρούμε συχνά πως  αφήγηση που επινοήσαμε για έναν άνθρωπο είναι τόσο πειστική ώστε να είναι αδύνατο να ξεφύγει αυτός από τη νομοτέλειά της, μας προκαλεί έκπληξη κάθε απόκλιση από το μοντέλο συμπεριφοράς που έχουμε εφεύρει. Κάθε τέτοια παρέκκλιση (παρεκτροπή) είναι ο θρίαμβος της πραγματικότητας έναντι των απλοϊκών σχημάτων στα οποία καταφεύγουμε για να την εμπεδώσουμε. Οι αφηγήσεις μας κρατάνε τον κόσμο σε μια φαινομενική τάξη μέχρις ότου ένα σκίρτημα πραγματικότητας να φέρει στο προσκήνιο τη συνθετότητα και την απροσδιοριστία.

Όμως δεν είμαστε μόνο τα μεμονωμένα άτομα που έχουμε ανάγκη τις αφηγήσεις, τις αφηγήσεις αξιοποιούν σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό οι κοινωνίες ως εργαλεία ενοποιητικά στο παρόν, ως οδοδείκτες στην ιστορική τους πορεία, ως φίλτρα επεξεργασίας του παρελθόντος.  Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος ας δούμε σε τι συνίσταται η αφήγηση της Δύσης. Θα ξεχώριζα δύο θεμελιώδη συστατικά στοιχεία:την πίστη στη συνεχή πρόοδο (σε πλήρη αντίθεση με πολλές αρχαιότερες κοινωνίες που έβλεπαν την ιστορία ως ένα θέατρο διαρκούς παρακμής μετά την εποχή του χρυσού γένους των ανθρώπων) και τη φλογισμένη υπεράσπιση της δυνατότητας, της ανάγκης και του δικαιώματος του ανθρώπου να χωροκατακτήσει τον κόσμο, να τον εξερευνήσει, να τον εκλογικεύσει και να τον ερμηνεύσει καθολικά, να τον μετρήσει και τελικά να κυριαρχήσει σε αυτόν.

Οι αφηγήσεις , ατομικές και συλλογικές, δε προσφέρουν την αλήθεια, προσφέρουν απάγκιο από τις θύελλες της ιστορίας και από τον τρόμο της ματαιότητας. Οι αφηγήσεις είναι το νόημα που κυνηγάει κάθε άνθρωπος και κοινωνία από τη στιγμή που ο πολιτισμός έκανε τα πρώτα του βήματα. Και ακριβώς επειδή αυτό το νόημα είναι υποκειμενικό, ο τρόπος που θελήσαμε να προσλάβουμε τον αχανή κόσμο, δεν μπορεί να είναι και οριστικό. Τα νοήματα που ζητήσαμε κάποια στιγμή παύει να πείθει, διαψεύδεται και ξεγυμνώνεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας. Και τότε όσες κοινωνίες είναι δεμένες στο άρμα του και δεν προφτάσουν να αρπάξουν ως σωσίβιο ένα άλλο νόημα, μέσω μιας νέας αφήγησης, καταρρέουν μαζί του.



" Ο Άνθρωπος δεν είναι απέναντι στον κόσμο, τον οποίο προσπαθεί να καταλάβει και πάνω στον οποίο δρά, παρά στο "εσωτερικό" αυτού του κόσμου, που αποτελεί μέρος του και δεν υπάρχει ριζικό ρήγμα ανάμεσα στο νόημα που πάει να βρεί ή να εισαγάγει στο σύμπαν και στο νόημα που πάει να βρεί ή να εισαγάγει στη δική του ύπαρξη."




Φλυάρησα πολύ , όμως το θεώρησα απαραίτητο πριν αναφερθώ τελικά στη δική μου ανάγνωση του "Πόλεμος και Πόλεμος". Ένας άντρας πουλάει όλη του την περιουσία και αποφασίζει να ταξιδέψει για πρώτη φορά έξω από το χωριό του, να φτάσει στη Νέα Υόρκη, να παραδώσει την αλήθεια του και έπειτα να πεθάνει. Ξεκινάει να μας αφηγείται την ιστορία του τρέμοντας από έναν ανεξήγητο σε εμάς τρόμο στη θέα μερικών πιτσιρίκων δίπλα σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Πιστεύει ότι θέλουν να τον μαχαιρώσουν. Όλα ξεκίνησαν για αυτόν σε μια στιγμή ακραίας διαύγειας, τη στιγμή ακριβώς που ψελλίζει " Δεν καταλαβαίνω τίποτα" και αμέσως τινάζει το χέρι του στον αυχένα για να βεβαιωθεί πως ο άτλαντας κρατάει ακόμα το κρανίο του προσδεδεμένο στη σπονδυλική του στήλη. Κοιτάζει γύρω του και στη θέση ενός δομημένου, μικρού, και ασφαλούς κόσμου αντικρίζει το χάος, άναρχο και απέραντο. Ο δομημένος κόσμος αποσυντίθεται μέσα σε όλο το παραμιλητό του Κορίμ, σε μια πρόζα που θα άρεσε αφάνταστα στον Ντοστογιέφσκι. Σε όλο το βιβλίο ο Κορίμ είναι μόνος του, ακόμα και όταν στην κουζίνα προσπαθεί να μιλήσει στη γυναίκα του σπιτονοικοκύρη του δε βλέπει παρά την πλάτη της όση ώρα πλένει τα πιάτα ή μαγειρεύει. Δε μιλάει αγγλικά οπότε κάθε δίοδος επικοινωνίας είναι κλειστή για εκείνο στην μητρόπολη.



"Αυτό που του συνέβη- είπε ο Κόριμ κουνώντας το κεφάλι και μην μπορώντας ακόμη να το πιστέψει- στην αρχή,ήταν δύσκολο να το συλλάβει και να το αποδεχτεί, γιατί, αφοί διαπίστωσε και συνειδητοποίησε την περιπλοκότητα των πραγμάτων, χρειάστηκε, υπακούοντας σε μια πρώτη και αστραπιαία παρόρμηση , να παραιτηθεί μια για πάντα από το "νοσηρό του όραμα του ιεραρχημένου κόσμου" και να κατεδαφίσει την "ψευδοπυραμίδα" να απελευθερωθεί από την αυταπάτη,ω, πόσο ισχυρή και καθησυχαστική, αλλά εντελώς παιδιάστικη, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος σχημάτιζε ένα αδιαίρετο όλον, ένα όλον συνεχές και σταθερό, διεπόμενο εκ των έσω από μια ομοιογενή δομή της οποίας τα στοιχεία ήταν αυστηρώς αλληλοεξαρτώμενα, δίνοντας έτσι στο σύνολο του συστήματος μια κατεύθυνση, μια εξέλιξη μια πρόοδο, μια σαφώς καθορισμένη ταχύτητα, δηλαδή ένα όμορφο, απολύτως ορθολογικό περιεχόμενο... παρατηρώντας την εξαιρετική περιπλοκότητα των πραγμάτων, ότι ο κόσμος δεν υπάρχει, όμως όλη η ανθρώπινη σκέψη που αναφέρεται σε αυτόν είναι απολύτως υπαρκτή και ότι μόνο μ' αυτό τον τρόπο υφίσταται ο κόσμος, δηλαδή δτις χιλιάδες παραλλαγές του: στις χιλιάδες προβολές του ανθρώπινου πνεύματος που τον περιγράφει" (η μετάφραση της Ιώαννας Αβραμίδου είναι πραγματικά αριστουργηματική)

Ο Κόριμ βιώνει την κατάρρευση της καθησυχαστικής ψευδαίσθησης πως πίσω από τα πράγματα υπάρχει μια τάξη, ένα σχέδιο που θα διαρκέσει για πάντα. Είναι η ίδια κατάρρευση που περιγράφει ο Έριοχ Φρομ σε ένα μαγικό κεφάλαιο του "Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία", η τρομακτική έξοδος από ένα κόσμο όπου τα πάντα ήταν προκαθορισμένα και ασφαλή σε έναν ωκεανό ελευθερίας όπου τίποτα δεν ήταν εξασφαλισμένο. Ή η έξοδος της ανθρωπότητας από μια γυάλα με υποσχέσεις απόλυτης κυριαρχίας και αδιάκοπης προόδου.



Στην αρχή του παραληρήματος και του ταξιδιού του Κορίμ βρίσκεται ένα μυστηριώδες χειρόγραφο που ανακάλυψε τυχαία στα αρχεία της μικρής του πόλης. Το περιεχόμενο του χειρογράφου αυτού θέλει να κοινωνήσει στην ανθρωπότητα μέσω του νεοπαγούς τότε διαδικτύου. Τι λέει όμως αυτό το χειρόγραφο μέσα στην κρυπτική του πρόζα που θυμίζει πολλές φορές γνωστικό ευαγγέλιο; Αυτό είναι το δεύτερο μεγάλο διακύβευμα του βιβλίου, καθώς το περιεχόμενο του χειρογράφου είναι αυτό που τραβάει βίαια το ωραιοποιητικό πέπλο που κάλυπτε τον κόσμο.

Το χειρόγραφο ακολουθεί τις περιπλανήσεις τεσσάρων μυστηριωδών φιγούρων με άγνωστα κίνητρα. Χωρίς η ταυτότητά τους να ξεκαθαρίζεται ποτέ, οι μορφές αυτές μοιάζουν υπερφυσικές, πλάνητες στο χώρο και στο χρόνο, κάτι σαν τους ιππότες της αποκάλυψης που έρχονται όμως όχι για να τιμωρήσουν αλλά για να παρατηρήσουν. Από τη μινωική Κρήτη, το χτίσιμο του Καθεδρικού της Κολωνίας (επιλογή εξαιρετικά συμβολική, οι καθεδρικοί είναι το κατεξοχήν κτίσμα της Δύση),στο ρωμαϊκό αδριάνειο τείχος, τη Βενετία, στην αναμονή της αρμάδας του Κολόμβου στο ακρωτήρι του Γιβραλτάρ και τέλος στην αρχαία Ρώμη, τον καιρό που οι "λεοπαρδάλεις εισβάλλουν στο ναό και πίνουν από τα θυσιαστήρια σκεύη". Σε κάθε τους σταθμό συζητούν, εξετάζουν και σιγά σιγά αποχωρούν, συνήθως λίγο πιο εξασθενημένοι κάθε φορά. Πάντα στο τέλος εμφανίζεται ένα πέμπτο πρόσωπο το άκουσμα του ονόματος του οποίου κάνει τους ανθρώπους να μιλούν χαμηλόφωνα και τρέπει τους τέσσερεις πρωταγωνιστές του χειρογράφου σε μια ανήσυχη φυγή.

Τι να σημαίνει άραγε όλη αυτή η ατέλειωτη περιπλάνηση; Στα δικά μου μάτια  ο Κρασναχόρκαι στήνει μια τρομερά γοητευτική αλληγορία με εσχατολογική χροιά για να μας μιλήσει για την ιστορία της δύσης από την αρχαιότητα ως σήμερα, τους αιώνες που η πρόοδος βάδιζε- και βαδίζει- χέρι χέρι με την ατέλειωτη μεγάλη σφαγή , για την μεγάλη υπόσχεση της ειρήνης στους αιώνες τη φρίκης. την υπόσχεση που έπειθε την ανθρωπότητα να κάνει και το επόμενο βήμα της κρατώντας το βλέμμα ψηλά χωρίς να κοιτάζει τι άφηνε πίσω της. Στις παρυφές του Αδριάνειο τείχους που φτιάχτηκε για να κρατήσει έξω τους βαρβάρους οι άνθρωποι ονειρεύονται την ειρήνη θα αφήσει πίσω του μόνο ερείπια μετά τις επιδρομές, ο νέος δρόμος που βρίσκει ο Κολόμβος υπόσχεται πλούτη και μια ανάπαυση και όμως οι γενοκτονίες των ιθαγενών απέχουν μόλις λίγς δεκαετίες όπως και ο νέες αυτοκρατορικές διαμάχες για το μοίρασμα του κόσμου. Η Ρώμη θα στέκει πάντα να μας θυμίζει τον κύκλο των πολιτισμών, τη δόξα και τη φαινομενικά ακατάβλητη δύναμη που σαρώθηκε και αυτή από τις σκόνες του χρόνου. Το Κολοσσαίο θα στέκει πάντα ως σύμβολο διπλό: του μεγαλείου της Ρώμης και ταυτόχρονα της παρακμής της , καθώς παρατηρούμε τις πέτρες που αφαιρέθηκαν από φτωχούς ανθρώπους για να φτιάξουν τα σπίτια τους και τους ναούς των νέων θεών. Η υπόσχεση της ειρήνης δεν τηρήθηκε ποτέ, στη θέση της η ανθρωπότητα έλαβε πόλεμο και πόλεμο 



Το "Πόλεμος και Πόλεμος" είναι ένα βιβλίο που με συγκλόνισε, ένα βιβλίο που απόλαυσα διαβάζοντας αργά ρουφώντας την περίτεχνη πρόζα του, σταματώντας την ανάγνωση για να σκεφτώ τι διαβάζω. Θεωρώ πως είναι ένα από τα καλύτερα λογοτεχνικά έργα που έχω διαβάσει η δύναμη του οποίου το τοποθετεί στο πάνθεο της λογοτεχνίας. Είναι ένα μυθιστόρημα που αποκαλύπτει το μοντέρνο κόσμο όχι ως ένα παστις ή ως μια χοάνη ποπ αναφορών, αλλά ως ένα σκοτεινό και τρομακτικό αίνιγμα που μόλις το αντικρίσεις θα πετρώσεις λες και κοίταξες κατάματα την μυθολογική μέδουσα. Είναι  τέλος ένα πολύ εύστοχο και συγκινητικό σχόλιο στη μεγάλη ανθρώπινη περιπέτεια μέσα στους αιώνες τη φρίκης στην αναζήτηση της πάντοτε ματαιωμένης ειρήνης.