Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Γιατί το ωραίο δεν είναι παρά η απαρχή του τρομερού

Denn das Schöne ist nichts als des Schrecklichen Anfang, Rainier Maria Rilke

"Γιατί η ομορφιά αγαπητέ μου Φαίδρε, μόνο η ομορφιά είναι κάτι ορατό και άξιο σεβασμού συνάμα.Και μη ξεχνάς ποτέ πως είναι η μοναδική μορφή του πνευματικού που μπορούμε να τη νιώσουμε με τις αισθήσεις και με τις αισθήσεις τη δεχόμαστε"



Το ταξίδι του Γκουστάβου φον Άσσενμπαχ στη Βενετία (Θάνατος στη Βενετία, εκδ Ίνδικτος , μετφ Μαρία Κωνσταντινίδη) είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια αριστουργηματική νουβέλα, από μια μοναχική κάθοδο στον Άδη ή μια απλή επιβεβαίωση του ομηρικού ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἣ μὲν φύει ἣ δ᾽ ἀπολήγει. Είναι ένας διάλογος με την αισθητική φιλοσοφία και τα πλατωνικά διδάγματα περί έρωτος. Είναι ένα έργο βαθιά ρομαντικό και λυρικό, όπου η ζωή γονατίζει μπροστά στο ανυπέρβλητο κάλλος και καταλήγει σε θάνατο. Είναι μια κομψή αλλά ταυτόχρονα γεμάτη ένταση εξομολόγηση του Μανν για τις καταπιεσμένες παρορμήσεις του.Είναι ένας ύμνος του ωραίου ,το οποίο ο άνθρωπος αδυνατεί να θαυμάσει δίχως να καταστραφεί, ακριβώς όπως τα μάτια μας κλείνουν ενστικτωδώς στη θέα του απόλυτου φωτός.

Κινούμενος σαν μαριονέτα μιας θεϊκής βούλησης ο Άσσενμπαχ αναπάντεχα αποφασίζει για πρώτη φορά να διακόψει το συγγραφικό του έργο και να αναζητήσει ξεκούραση και νέα έμπνευση στην Ιταλία, όπως συνηθίζει η γερμανική αριστοκρατία. Τα δυο νεκροταφεία του Μονάχου,που συναντά στον περίπατό του, η μαύρη γόνδολα που θυμίζει νεκροφόρα και η κρίση δημιουργικότητας δεν αφήνουν αμφιβολία για τον τελικό προορισμό  του ταξιδιού του. Ο Άσσενμπαχ δεν θα εγκαταλείψει ποτέ τη Βενετία, ωστόσο θα έχει την ευκαιρία να βιώσει μια πολλαπλώς αφυπνιστική εμπειρία, την αναμέτρηση με την ιδεατή ομορφιά. Ο πειθαρχημένος και καταπιεσμένος μεγαλοαστός με την αλύγιστη ηθική συνείδηση δε θα καταφέρει να φανεί αντάξιος της αποκάλυψης πρόκειται να βιώσει, πράγμα που θα του στοιχίσει τη ζωή του.

Δε θα χρειαστούν παρά ελάχιστες μέρες στη Βενετία προκειμένου ο Άσσενμπαχ να παρατηρήσει τον άγγελο και δήμιο του. Ένας γαλήνιος, ξανθός έφηβος πολωνικής καταγωγής, ο Τάτζιο με την αγαλματένια κατατομή και το πράο αγγελικό πρόσωπο είναι το σύμβολο της απόλυτης, νεανικής- και συνεπώς άφθαρτης, ανολοκλήρωτης και υποσχετικής ακόμα- ομορφιάς, η ενσάρκωση του έρωτα, η συγκέντρωση όλων των αισθητικών προσδοκιών σε ένα μόνο σώμα. Φιγούρα εκθαμβωτική, σχεδόν μυθική, όπως προδίδει η σύγκριση του με μορφές όπως ο Υάκινθος και ο Νάρκισσος, ο Τάτζιο έρχεται να γκρεμίσει κάθε  βεβαιότητα του Άσσενμπαχ, να τον κάνει να χάσει τη ρότα του και να μείνει παντελώς ακυβέρνητος μεσούσης της κρισιμότερης περιόδου της ζωής του.

Ο Άσσενμπαχ αντιλαμβάνεται πως "το όριο αισθητικότητας και αισθησιασμού είναι ρευστό και οιονεί ασύνορο"(Ηρακλής Λογοθέτης) και δεν αργεί να υποταχθεί στην έλξη της ομορφιάς, να ερωτευτεί άνευ όρων και πέρα από κάθε λογική το αντικείμενο του θαυμασμού του. Το αγκαλιάζει με τη ματιά του σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, αντλεί έμπνευση από αυτό, γονατίζει στην πόρτα του δωματίου του για να ψελλίσει δακρυσμένος "σε αγαπάω". Ο Άσσενμπαχ μαγεύεται καθημερινά όλο και περισσότερο και δένεται σε ένα άρμα που θα τον σύρει μέχρι εξόντωσης. Γιατί μπορεί ο συγγραφέας να αποδέχεται την ομοφυλοφιλία του, να αφήνει στην άκρη την αστική ευπρέπεια προκειμένου για μια φορά να ερωτευτεί σε σημείο σπαραγμού, ωστόσο ποτέ δε θα καταφέρει να κοινωνήσει στον ερώμενο το πάθος του, πολύ περισσότερο να ικανοποιήσει τη φωτιά μέσα του. Δεν έχει τέτοιες εμπειρίες και τέτοιο σθένος.Ο Άσσενμπαχ δε θα καταφέρει να ανταλλάξει έστω και μια κουβέντα με αυτό το τέλειο πλάσμα, θα είναι απλός μάρτυρας του μεγαλείου του και ο μόνος που θα θρηνήσει όταν το απόλυτο σύμβολο ηττηθεί στην τελευταία σκηνή του βιβλίου από έναν συνομήλικό του για να ορθοποδήσει τελικά αυτός ο Απόλλωνας εξίσου εντυπωσιακός και φωτεινός.

Tο ωραίο σκλαβώνει, γοητεύει, γονατίζει, φοβίζει και σκοτώνει.Ο Άσσενμπαχ επωμίζεται όλο το βάρος της θνητότητας και του γήρατος μόνο όταν αντικρίζει το νεανικό σφρίγος του Τάτζιο. Είναι μέσα από τη δική του συγκριτική ασχήμια που συνειδητοποιεί πως οφείλει να παραμερίσει. Σε δυο σημεία της νουβέλας ο Άσσενμπαχ παρατηρεί με αρκετή ευφορία- εντελώς ασυμβίβαστη με τα αισθήματα του για τον νεαρό- πως ο Τάτζιο δε θα ζήσει πολλά χρόνια. Ανακούφιση και ικανοποίηση της ζήλιας του γηραιού συγγραφέα που μπορεί τουλάχιστον να ελπίζει πως η τελειότητα δε θα διαρκέσει πολύ και συνεπώς υπάγεται και αυτή , όπως ο ίδιος, στον κύκλο των φθαρτών πραγμάτων; Η μήπως δικαίωση της ιδεατής ομορφιάς; Ο χρόνος, οι κακουχίες, οι ασθένειες και οι ανησυχίες δεν πρόκειται να χαράξουν το πρόσωπο του Τάτζιο και τίποτα δε θα καταφέρει να μειώσει στο ελάχιστο την τελειότητα της μορφής του. Για να εκπληρώσει το ρόλο του συμβόλου ο Τάτζιο οφείλει να πεθάνει νέος, ώστε να αποσυνδέσει την ομορφιά από την πάροδο του χρόνου.



Αυτό που έρχεται να ισοπεδώσει εντελώς τον Άσσενμπαχ δεν είναι ίσως η προαίσθηση του επερχόμενου θανάτου ή η παραδοχή μιας καταπιεσμένης σεξουαλικότητας. Το γεγονός που κλονίζει τον καλλιτέχνη περισσότερο και από την ομορφιά αυτή καθαυτή είναι η απλότητα και η ευκολία με την οποία αυτή επιτυγχάνεται στην περίπτωση του Τάτζιο, του οποίου το χαμόγελο μέσα από τα ηλιόλουστα κατάξανθα μαλλιά είναι μια αισθητική εμπειρία δίχως προηγούμενο.Για έναν καλλιτέχνη, που πάντοτε ζούσε σαν "σφιγμένη γροθιά",όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Μανν, η παρουσία του ανόθευτου  κάλλους δίχως μόχθο, χρόνο και θυσίες έρχεται να καταστήσει σχεδόν μάταια την προσωπική πορεία προς τη σαγήνη του ωραίου. Δεν είναι τυχαίο πως ο Άσσενμπαχ εγκαταλείπει ουσιαστικά τη συγγραφή μετά τη γνωριμία με τον Τάτζιο: ό,τι αναζητούσε μανιωδώς, την επινόηση του κάλλους σε όλη του την έκταση, παρουσιάστηκε μπροστά του με τον πιο αφοπλιστικό τρόπο.Το μόνο που μένει στο συγγραφέα είναι να θαυμάσει το φαινόμενο αυτό παραιτούμενος από κάθε ελπίδα σωτηρίας (ο Άσσενμπαχ δε φεύγει από τη Βενετία παρά τις διαδόσεις για επιδημία χολέρας, προκειμένου να μην εγκαταλείψει τον Τάτζιο).

"Όποιος έχει δει το ωραίο με τα ίδια του τα μάτια είναι ήδη καταδικασμένος να πεθάνει", σχόλιο του Βισκόντι που μετέφερε με μεγάλη επιτυχία το βιβλίο στη μεγάλη οθόνη

Κυριακή 19 Ιουνίου 2016

Η υπόσχεση της ειρήνης στους αιώνες της φρίκης

 Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από αφηγήσεις, έχουμε την τάση να τις διαμορφώνουμε και έπειτα να τις ακολουθούμε πιστά ως εργαλεία για να εξηγούμε τον κόσμο, να τον βάζουμε σε μια σειρά και να τον εκλογικεύουμε. Μια αφήγηση είναι η εφεύρεση του εαυτού μας, ο τρόπος δηλαδή που επιλέγουμε να αναδυθούμε μέσα από το πλήθος και να συστηθούμε σε αυτό. Αφηγήσεις κατασκευάζουμε και για τους φίλους, τους γνωστούς μας, την οικογένειά μας, συγκεντρώνουμε στοιχεία για αυτούς ώστε να τα χωρέσουμε μέσα στη μορφή τους και βάσει αυτών προβλέπουμε τη συμπεριφορά τους. Θεωρούμε συχνά πως  αφήγηση που επινοήσαμε για έναν άνθρωπο είναι τόσο πειστική ώστε να είναι αδύνατο να ξεφύγει αυτός από τη νομοτέλειά της, μας προκαλεί έκπληξη κάθε απόκλιση από το μοντέλο συμπεριφοράς που έχουμε εφεύρει. Κάθε τέτοια παρέκκλιση (παρεκτροπή) είναι ο θρίαμβος της πραγματικότητας έναντι των απλοϊκών σχημάτων στα οποία καταφεύγουμε για να την εμπεδώσουμε. Οι αφηγήσεις μας κρατάνε τον κόσμο σε μια φαινομενική τάξη μέχρις ότου ένα σκίρτημα πραγματικότητας να φέρει στο προσκήνιο τη συνθετότητα και την απροσδιοριστία.

Όμως δεν είμαστε μόνο τα μεμονωμένα άτομα που έχουμε ανάγκη τις αφηγήσεις, τις αφηγήσεις αξιοποιούν σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό οι κοινωνίες ως εργαλεία ενοποιητικά στο παρόν, ως οδοδείκτες στην ιστορική τους πορεία, ως φίλτρα επεξεργασίας του παρελθόντος.  Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος ας δούμε σε τι συνίσταται η αφήγηση της Δύσης. Θα ξεχώριζα δύο θεμελιώδη συστατικά στοιχεία:την πίστη στη συνεχή πρόοδο (σε πλήρη αντίθεση με πολλές αρχαιότερες κοινωνίες που έβλεπαν την ιστορία ως ένα θέατρο διαρκούς παρακμής μετά την εποχή του χρυσού γένους των ανθρώπων) και τη φλογισμένη υπεράσπιση της δυνατότητας, της ανάγκης και του δικαιώματος του ανθρώπου να χωροκατακτήσει τον κόσμο, να τον εξερευνήσει, να τον εκλογικεύσει και να τον ερμηνεύσει καθολικά, να τον μετρήσει και τελικά να κυριαρχήσει σε αυτόν.

Οι αφηγήσεις , ατομικές και συλλογικές, δε προσφέρουν την αλήθεια, προσφέρουν απάγκιο από τις θύελλες της ιστορίας και από τον τρόμο της ματαιότητας. Οι αφηγήσεις είναι το νόημα που κυνηγάει κάθε άνθρωπος και κοινωνία από τη στιγμή που ο πολιτισμός έκανε τα πρώτα του βήματα. Και ακριβώς επειδή αυτό το νόημα είναι υποκειμενικό, ο τρόπος που θελήσαμε να προσλάβουμε τον αχανή κόσμο, δεν μπορεί να είναι και οριστικό. Τα νοήματα που ζητήσαμε κάποια στιγμή παύει να πείθει, διαψεύδεται και ξεγυμνώνεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας. Και τότε όσες κοινωνίες είναι δεμένες στο άρμα του και δεν προφτάσουν να αρπάξουν ως σωσίβιο ένα άλλο νόημα, μέσω μιας νέας αφήγησης, καταρρέουν μαζί του.



" Ο Άνθρωπος δεν είναι απέναντι στον κόσμο, τον οποίο προσπαθεί να καταλάβει και πάνω στον οποίο δρά, παρά στο "εσωτερικό" αυτού του κόσμου, που αποτελεί μέρος του και δεν υπάρχει ριζικό ρήγμα ανάμεσα στο νόημα που πάει να βρεί ή να εισαγάγει στο σύμπαν και στο νόημα που πάει να βρεί ή να εισαγάγει στη δική του ύπαρξη."




Φλυάρησα πολύ , όμως το θεώρησα απαραίτητο πριν αναφερθώ τελικά στη δική μου ανάγνωση του "Πόλεμος και Πόλεμος". Ένας άντρας πουλάει όλη του την περιουσία και αποφασίζει να ταξιδέψει για πρώτη φορά έξω από το χωριό του, να φτάσει στη Νέα Υόρκη, να παραδώσει την αλήθεια του και έπειτα να πεθάνει. Ξεκινάει να μας αφηγείται την ιστορία του τρέμοντας από έναν ανεξήγητο σε εμάς τρόμο στη θέα μερικών πιτσιρίκων δίπλα σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Πιστεύει ότι θέλουν να τον μαχαιρώσουν. Όλα ξεκίνησαν για αυτόν σε μια στιγμή ακραίας διαύγειας, τη στιγμή ακριβώς που ψελλίζει " Δεν καταλαβαίνω τίποτα" και αμέσως τινάζει το χέρι του στον αυχένα για να βεβαιωθεί πως ο άτλαντας κρατάει ακόμα το κρανίο του προσδεδεμένο στη σπονδυλική του στήλη. Κοιτάζει γύρω του και στη θέση ενός δομημένου, μικρού, και ασφαλούς κόσμου αντικρίζει το χάος, άναρχο και απέραντο. Ο δομημένος κόσμος αποσυντίθεται μέσα σε όλο το παραμιλητό του Κορίμ, σε μια πρόζα που θα άρεσε αφάνταστα στον Ντοστογιέφσκι. Σε όλο το βιβλίο ο Κορίμ είναι μόνος του, ακόμα και όταν στην κουζίνα προσπαθεί να μιλήσει στη γυναίκα του σπιτονοικοκύρη του δε βλέπει παρά την πλάτη της όση ώρα πλένει τα πιάτα ή μαγειρεύει. Δε μιλάει αγγλικά οπότε κάθε δίοδος επικοινωνίας είναι κλειστή για εκείνο στην μητρόπολη.



"Αυτό που του συνέβη- είπε ο Κόριμ κουνώντας το κεφάλι και μην μπορώντας ακόμη να το πιστέψει- στην αρχή,ήταν δύσκολο να το συλλάβει και να το αποδεχτεί, γιατί, αφοί διαπίστωσε και συνειδητοποίησε την περιπλοκότητα των πραγμάτων, χρειάστηκε, υπακούοντας σε μια πρώτη και αστραπιαία παρόρμηση , να παραιτηθεί μια για πάντα από το "νοσηρό του όραμα του ιεραρχημένου κόσμου" και να κατεδαφίσει την "ψευδοπυραμίδα" να απελευθερωθεί από την αυταπάτη,ω, πόσο ισχυρή και καθησυχαστική, αλλά εντελώς παιδιάστικη, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος σχημάτιζε ένα αδιαίρετο όλον, ένα όλον συνεχές και σταθερό, διεπόμενο εκ των έσω από μια ομοιογενή δομή της οποίας τα στοιχεία ήταν αυστηρώς αλληλοεξαρτώμενα, δίνοντας έτσι στο σύνολο του συστήματος μια κατεύθυνση, μια εξέλιξη μια πρόοδο, μια σαφώς καθορισμένη ταχύτητα, δηλαδή ένα όμορφο, απολύτως ορθολογικό περιεχόμενο... παρατηρώντας την εξαιρετική περιπλοκότητα των πραγμάτων, ότι ο κόσμος δεν υπάρχει, όμως όλη η ανθρώπινη σκέψη που αναφέρεται σε αυτόν είναι απολύτως υπαρκτή και ότι μόνο μ' αυτό τον τρόπο υφίσταται ο κόσμος, δηλαδή δτις χιλιάδες παραλλαγές του: στις χιλιάδες προβολές του ανθρώπινου πνεύματος που τον περιγράφει" (η μετάφραση της Ιώαννας Αβραμίδου είναι πραγματικά αριστουργηματική)

Ο Κόριμ βιώνει την κατάρρευση της καθησυχαστικής ψευδαίσθησης πως πίσω από τα πράγματα υπάρχει μια τάξη, ένα σχέδιο που θα διαρκέσει για πάντα. Είναι η ίδια κατάρρευση που περιγράφει ο Έριοχ Φρομ σε ένα μαγικό κεφάλαιο του "Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία", η τρομακτική έξοδος από ένα κόσμο όπου τα πάντα ήταν προκαθορισμένα και ασφαλή σε έναν ωκεανό ελευθερίας όπου τίποτα δεν ήταν εξασφαλισμένο. Ή η έξοδος της ανθρωπότητας από μια γυάλα με υποσχέσεις απόλυτης κυριαρχίας και αδιάκοπης προόδου.



Στην αρχή του παραληρήματος και του ταξιδιού του Κορίμ βρίσκεται ένα μυστηριώδες χειρόγραφο που ανακάλυψε τυχαία στα αρχεία της μικρής του πόλης. Το περιεχόμενο του χειρογράφου αυτού θέλει να κοινωνήσει στην ανθρωπότητα μέσω του νεοπαγούς τότε διαδικτύου. Τι λέει όμως αυτό το χειρόγραφο μέσα στην κρυπτική του πρόζα που θυμίζει πολλές φορές γνωστικό ευαγγέλιο; Αυτό είναι το δεύτερο μεγάλο διακύβευμα του βιβλίου, καθώς το περιεχόμενο του χειρογράφου είναι αυτό που τραβάει βίαια το ωραιοποιητικό πέπλο που κάλυπτε τον κόσμο.

Το χειρόγραφο ακολουθεί τις περιπλανήσεις τεσσάρων μυστηριωδών φιγούρων με άγνωστα κίνητρα. Χωρίς η ταυτότητά τους να ξεκαθαρίζεται ποτέ, οι μορφές αυτές μοιάζουν υπερφυσικές, πλάνητες στο χώρο και στο χρόνο, κάτι σαν τους ιππότες της αποκάλυψης που έρχονται όμως όχι για να τιμωρήσουν αλλά για να παρατηρήσουν. Από τη μινωική Κρήτη, το χτίσιμο του Καθεδρικού της Κολωνίας (επιλογή εξαιρετικά συμβολική, οι καθεδρικοί είναι το κατεξοχήν κτίσμα της Δύση),στο ρωμαϊκό αδριάνειο τείχος, τη Βενετία, στην αναμονή της αρμάδας του Κολόμβου στο ακρωτήρι του Γιβραλτάρ και τέλος στην αρχαία Ρώμη, τον καιρό που οι "λεοπαρδάλεις εισβάλλουν στο ναό και πίνουν από τα θυσιαστήρια σκεύη". Σε κάθε τους σταθμό συζητούν, εξετάζουν και σιγά σιγά αποχωρούν, συνήθως λίγο πιο εξασθενημένοι κάθε φορά. Πάντα στο τέλος εμφανίζεται ένα πέμπτο πρόσωπο το άκουσμα του ονόματος του οποίου κάνει τους ανθρώπους να μιλούν χαμηλόφωνα και τρέπει τους τέσσερεις πρωταγωνιστές του χειρογράφου σε μια ανήσυχη φυγή.

Τι να σημαίνει άραγε όλη αυτή η ατέλειωτη περιπλάνηση; Στα δικά μου μάτια  ο Κρασναχόρκαι στήνει μια τρομερά γοητευτική αλληγορία με εσχατολογική χροιά για να μας μιλήσει για την ιστορία της δύσης από την αρχαιότητα ως σήμερα, τους αιώνες που η πρόοδος βάδιζε- και βαδίζει- χέρι χέρι με την ατέλειωτη μεγάλη σφαγή , για την μεγάλη υπόσχεση της ειρήνης στους αιώνες τη φρίκης. την υπόσχεση που έπειθε την ανθρωπότητα να κάνει και το επόμενο βήμα της κρατώντας το βλέμμα ψηλά χωρίς να κοιτάζει τι άφηνε πίσω της. Στις παρυφές του Αδριάνειο τείχους που φτιάχτηκε για να κρατήσει έξω τους βαρβάρους οι άνθρωποι ονειρεύονται την ειρήνη θα αφήσει πίσω του μόνο ερείπια μετά τις επιδρομές, ο νέος δρόμος που βρίσκει ο Κολόμβος υπόσχεται πλούτη και μια ανάπαυση και όμως οι γενοκτονίες των ιθαγενών απέχουν μόλις λίγς δεκαετίες όπως και ο νέες αυτοκρατορικές διαμάχες για το μοίρασμα του κόσμου. Η Ρώμη θα στέκει πάντα να μας θυμίζει τον κύκλο των πολιτισμών, τη δόξα και τη φαινομενικά ακατάβλητη δύναμη που σαρώθηκε και αυτή από τις σκόνες του χρόνου. Το Κολοσσαίο θα στέκει πάντα ως σύμβολο διπλό: του μεγαλείου της Ρώμης και ταυτόχρονα της παρακμής της , καθώς παρατηρούμε τις πέτρες που αφαιρέθηκαν από φτωχούς ανθρώπους για να φτιάξουν τα σπίτια τους και τους ναούς των νέων θεών. Η υπόσχεση της ειρήνης δεν τηρήθηκε ποτέ, στη θέση της η ανθρωπότητα έλαβε πόλεμο και πόλεμο 



Το "Πόλεμος και Πόλεμος" είναι ένα βιβλίο που με συγκλόνισε, ένα βιβλίο που απόλαυσα διαβάζοντας αργά ρουφώντας την περίτεχνη πρόζα του, σταματώντας την ανάγνωση για να σκεφτώ τι διαβάζω. Θεωρώ πως είναι ένα από τα καλύτερα λογοτεχνικά έργα που έχω διαβάσει η δύναμη του οποίου το τοποθετεί στο πάνθεο της λογοτεχνίας. Είναι ένα μυθιστόρημα που αποκαλύπτει το μοντέρνο κόσμο όχι ως ένα παστις ή ως μια χοάνη ποπ αναφορών, αλλά ως ένα σκοτεινό και τρομακτικό αίνιγμα που μόλις το αντικρίσεις θα πετρώσεις λες και κοίταξες κατάματα την μυθολογική μέδουσα. Είναι  τέλος ένα πολύ εύστοχο και συγκινητικό σχόλιο στη μεγάλη ανθρώπινη περιπέτεια μέσα στους αιώνες τη φρίκης στην αναζήτηση της πάντοτε ματαιωμένης ειρήνης.

Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Πόλεμος και Πόλεμος ή Πώς έμαθα να μην ανησυχώ και να αγαπάω το μεταμοντέρνο

Το κοίταζα και με κοίταζε, πρώτα στα βιβλιοπωλεία, έπειτα στη βιβλιοθήκη μου , έπειτα τις τελευταίες μέρες στο γραφείο μου. Δύσκολο και μεγαλόπνοο κείμενο, διθυραμβικές κριτικές από τις οποίες ξεγλίστρησα αρπάζοντας μόνο μια θαμπή εικόνα ενός λογοτεχνικού κόσμου ερμητικού, παραληρηματικού που μέσα στην υποκειμενικότητα και την απροσδιοριστία του φιλοδοξούσε να μιλήσει σχεδόν για τα πάντα, όπως αρμόζει σε ένα έργο που χαρακτηρίστηκε κλασικό από τη στιγμή της έκδοσής του στην αλλοδαπή. Και μια μέρα αποφάσισα να το τολμήσω και έτσι βυθίστηκα στον ωκεανό μιας ανάγνωσης σχεδόν μαγικής. Ο λόγος για το "Πόλεμος και Πόλεμος " του Laszlo Krasznahorkai (εκδ. Πόλις, μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου).

Με τη μεταμοντέρνα αφήγηση δεν τα πάω πολύ καλά. Καταρχήν όπως έχει επισημανθεί, δε νοείται μετα-μοντέρνο αφού ο μοντερνισμός δηλώνει από μόνος του ένα όριο και ούτως ή άλλως εμπεριέχει ρεύματα που όντως ώθησαν τους εκφραστικούς τρόπους στα άκρα, έως την πλήρη αποδόμηση (πχ Ντάντα και σουρεαλιστές). Κατά δεύτερον πολλές φορές έργα που φέρουν την ετικέτα του μεταμοντέρνου είναι τόσο δυσπρόσιτα και σολιψιστικά που είναι αδύνατον να κυκλώσεις την ουσία τους. Απαντάνε βεβαίως - ορθώς -οι δημιουργοί αυτοί πως αφού η ίδια η ζωή δεν είναι μια ευθύγραμμη διαδρομή, με ξεκάθαρη πλοκή και διαυγές νόημα, για ποιο λόγο ζητάτε κάτι τέτοιο από την τέχνη;

Το "Πόλεμος και Πόλεμος" είναι το βιβλίο που ήρθε να ανατρέψει όλες τις αντιρρήσεις μου, να στογγυλέψει τις απόψεις μου και να με κάνει αφενός να καταλάβω πιο είναι το σοβαρό (μετα)μοντέρνο διακύβευμα -ή αλλιώς ποιο είναι το μοντέρνο αίτημα στην εποχή μας- και αφετέρου να γίνω πολύ πιο δεκτικός σε τέτοια αναγνώσματα. Για να πούμε όλη την αλήθεια, το βιβλίο αυτό έφτασε στα χέρια μου σε μια πολύ καλή συγκυρία, μετά από τη γνωριμία με δύο ανθρώπους που δηλώνουν λάτρεις της μοντέρνας αφήγησης. Και ενώ ο ένας είχε διαβάσει και χωνέψει όλο τον κορμό της μεταπολεμικής λογοτεχνίας, δείχνοντας μου το περιεχόμενο όσων ονομάζουμε μεταμοντέρνο και τη διαδρομή που οδήγησε σε αυτό, δεν κατάφερνε να με πείσει γιατί "δεν έχουμε πλέον χώρο στη λογοτεχνία για απλοικά πράγματα, είμαστε σε μια φάση που αναζητούμε κάτι καινούριο, για αυτό και ανακατεύομαι τα υλικά, παστίς, σύζευξη όλως ετερόκλητων πολιτιστικών αναφορών, ημιτελείς αφηγήσεις, απουσία κέντρου και νοήματος, παντελώς αναξιόπιστος αφηγητής, δαιδαλώδης δομή, τα ανακατέβουμε όλα στη χοάνη, ελπίζοντας να βρούμε το συνδυασμό γλυκού και αλμυρού που θα γεννήσει κάτι καινούριο". Αυτή ήταν η ουσία των λεγομένων, όμως δεν κατάφερνα και πάλι να καταλάβω γιατί τέλος πάντων πρέπει ντε και καλά να μπερδέψουμε το γλυκό και το αλμυρό, γιατί είναι δεδομένο πως οι παλιές απλούστερες συνταγές δεν μας αρκούν πλέον για να αφηγηθούμε τον κόσμο μας, έστω και αν αναγνωρίζουμε την ομορφιά τους- έτερον εκάτερον ;

Η απάντηση ήρθε αφού είχε μεσολαβήσει αρκετός χρόνος για να αφομοιώσω- πιστεύω- όσα με πίστη και υπομονή μου έλεγε ο αγαπημένος αυτός φίλος και παθιασμένος βιβλιόφιλος. Και η απάντηση ήρθε όπως αρμόζει σε μια ιστορία που κινείται γύρω από το μοντέρνο. Εντελώς απροσδόκητα, σε ένα πολύμηνο ταξίδι σχεδόν δυόμισι χιλιάδων χιλιομέτρων από το σπίτι, γνωρίζοντας έναν νομάδα Αμερικάνο με τον οποίο διασταυρωθήκαμε πολλές φορές στην μακρά μας περιπλάνηση. Ένας απίθανος τύπος που μπορούσε να σου εξηγήσει με θέρμη γιατί κάποια βιντεοπαιχνίδια είναι ισότιμα με μια παρτίδα σκάκι, να τρελαίνεται με ένα βίντεο κλιπ των Tame Impala λίγο πριν κοκκινίσει από την ένταση περιγράφοντάς σου το μεγαλείο του Lateralus  για να καλμάρει τελικά ακούγοντας  τα Goldberg Variations του Bach- αυστηρά  Glen Gould 1981-, κι έπειτα πίνοντας το φτηνότερο δυνατό αλκοολούχο σε ακτίνα βολής να επανακάμψει  ιστορώντας την αποτυχία του να διαβάσει ένα βιβλίο σε γλώσσα που δεν ήξερε επειδή δεν το βρήκε μεταφρασμένο στα αγγλικά , το θαυμασμό του για τον Μάρκες και το Dune.  Η διασταύρωση μου λοιπόν με αυτόν το καλό -πλέον- φίλο ήταν ο καταλύτης για να εφεύρω μια θελκτική πρόσληψη του μοντέρνου.

Γιατί μπορεί το μοντέρνο να μην γεννήθηκε στις ΗΠΑ, αλλά πουθενά δεν υπάρχει καλύτερο κλίμα για το μοντέρνο από τις ΗΠΑ, απόδειξη η Πίντσον, Γουάλας, Ντε Λίλο, Ουίλιαμ Γκάντις. Τι (θα έλεγα πως μας) λέει ο μοντερνισμός σήμερα; Ξεχάστε όσα ξέρετε, ξεχάστε τις ενοποιητικές αφηγήσεις, αφήστε πίσω ό,τι προσποιήθηκε πως έβαλε σε τάξη τον κόσμο, ό,τι ματαιοπονεί πως θα καταφέρει να τον εκλογικεύσει και να τον ταξινομήσει- η μεγάλη φενάκη της Δύσης-, αντικρίστε τον κόσμο με γυμνά μάτια και δείτε, δείτε, το χάος που βασιλεύει, την απόλυτη μηδενιστική αταξία, δείτε τα αμέτρητα υλικά που είναι απλωμένα μέχρι τον ορίζοντα- κάθε τεχνολογική, ιδεολογική, εκφραστική, πολιτιστική επινόηση στην ιστορία- πάρτε τα και ριξτε τα στο καζάνι. Όχι για να εξάγεις ένα νέο νοήμα πέφτοντας στον φαύλο κύκλο, αλλά για να δούμε που μπορεί να μας βγάλει αυτό διασκεδάζοντας όσο γίνεται στην πορεία. Που λοιπόν θα βρει περισσότερα πρόθυμα αυτιά η κραυγή αυτή από την χώρα του απόλυτου Global reach, που αν θέλεις σου δίνει τη δυνατότητα στις μεγάλες πόλεις να βρει κάθε έθνικ κουζίνα, μετανάστες από όλη την υφήλιο και κάθε ντοπιολαλιά , μια παρούσα πολυπλοκότητα που ρέει υπόγεια κάτω από την καταγγελόμενη ομογενοποίηση, διαφημίσεις που θεωρούνται τέχνη και τέχνη που επιστρατεύεται ως διαφήμιση, μια γιγάντια κινηματογραφική και τηλεοπτική βιομηχανία, ένα κράτος που θεωρεί αστυνομική του δικαιοδοσία κάθε πολιτική και στρατιωτική εξέλιξη στον πλανήτη, τη χώρα που το ίντερνετ θέριεψε πρώτο ανοίγοντας τον δρόμο στο αχανές, μεγαλώνοντας επάπειρον τη χοάνη που όλα θα αλεστούν. Όταν όλος η πολυπλοκότητα και η έλλειψη κέντρου του κόσμου αυτού εμφανίζονται μπροστά σου σαν θεός Βισνού  στην πλήρη πολεμική του μορφή, αποκαλύπτοντας κυνικά το ατελείωτο χάος του, τον κατακερματισμό και το τέλος τη κοινής εμπειρίας, το ασήκωτο βάρος της ιστορίας, τότε η λογοτεχνία είναι αδύνατον να μείνει κουρδισμένη, δομημένη, βέβαιη για τον εαυτό της.

Ο Κόριμ του Πόλεμος και Πόλεμος είναι ένας άνθρωπος  απομονωμένος περισσότερο και από εμάς, ασφαλής στη βαρετή δουλειά του ως αρχειοφύλακας και την αδιάφορη πόλη 200 χιλιόμετρα από τη Βουδαπέστη όπου ζει. Ο κόσμος μας δεν είναι ούτε κατά διάνοια τόσο τρομακτικός όσο άφησα να εννοηθεί με περίσσιο λυρισμό παραπάνω. Φαινομενικά είναι μάλιστα αρκετά ήσυχος καθώς περπατάς με το βλέμμα να μετράει τα βήματά σου. Αν όμως το καλοσκεφτείς η συνθετότητα και η απροσδιοριστία του είναι ένα γεγονός, ένα γεγονός που άπαξ και το σκεφτείς μπορεί να σε συντρίψει. Νομίζω πως αυτό ακριβώς παθαίνει ο Κόριμ: η κουρτίνα της τάξης και της ασφάλειας πέφτει αφήνοντας την πραγματικότητα να φανερωθεί ως ανήμερο θηρίο . Και τότε κραυγάζει απεπλπισμένος "Δεν καταλαβαίνω τίποτα", τότε συνειδητοποιεί πως ο σπόνδυλος που συγκρατεί το κεφάλι στη θέση του είναι τόσο λεπτός που διόλου απίθανο να πέσει. Θα πάει λοιπόν στη Νέα Ρώμη, τη Νέα Υόρκη, να προσθέσει το λιθαράκι του στο χάος και μετά να πεθάνει.Έτσι λέει.

Έπεται η συνέχεια..

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Να μαστε και πάλι..

 Πάνε δυόμισι χρόνια σχεδόν από τότε που δημοσίευσα οτιδήποτε στο blog. Πριν το εγκαταλείψω , είχε λειτουργήσει για όλο και όλο δεκαπέντε μήνες, πράγμα που σημαίνει πως έμεινε ανενεργό για μεγαλύτερο διάστημα από όσο λειτούργησε. Οι δεκαπέντε αυτοί μήνες ήταν σημαντικοί στη πραγματική μου ζωή, ένας πολύ έντονος, αξέχαστος κύκλος που ένιωσα να ολοκληρώνεται κοντά στο χρονικό σημείο που έπαυσα να γράφω εδώ. Ήταν δεκαπέντε μήνες που για εμένα σήμαιναν την απόλυτη αθωότητα, έναν φρενήρη ενθουσιασμό, μια ακλόνητη πίστη πως όλα είναι δυνατά, βλέποντς στις αναρτήσεις τα βιβλία που διάβαζα τότε και όσα σκεφτόμουν για αυτά, είναι σαν να ανακαλώ το διάστημα εκείνο.. Όταν αυτός ο πυρετός υποχώρησε διαπιστώνω μόλις τώρα πως άφησα και το blog στην τύχη του. Στο μεταξύ όμως δεν άφησα στην τύχη τους και τα πράγματα που αγαπώ, ούτε έπαυσα φυσικά να διαβάζω σιωπηλά τα δικά σας ιστολόγια, κάθε βδομάδα, ανάρτηση την ανάρτηση.

 Είναι λίγος καιρός που κάτι μέσα μου με έτρωγε να επιστρέψω, δεν ξέρω γιατί ακριβώς, μπορώ να σκεφτώ διάφορους λόγους, όμως δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Σε αυτά τα δύο και κάτι χρόνια δεν είχα συνδεθεί ούτε μια φορά στον blogger, μου πήρε σχεδόν μια ώρα, μισή νοτυζίνα αποτυχημένες απόπειρες ανάκτησης και τέλος κάμποση προσπάθεια ανάσυρσης του κωδικού από τα βάθη της μνήμης για να αποκτήσω ξανά πρόσβαση. Και μόλις συνδέθηκα ένιωσα αμέσως πόσο μεγάλο και πυκνό διάστημα μπορούν να είναι τα δύο χρόνια.

Να μαστε εδώ και πάλι λοιπόν, φίλοι μου. Να μιλάμε ο καθένας από το παράθυρό του για τα βιβλία μας, τις ταινίες, τις μουσικές  μας και αν χρειαστεί τους ανθρώπους και τις στιγμές μας -αυτά δηλαδή που πάντα βαραίνουν περισσότερο. 

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Σάμπατο-Λογοτεχνία και Πραγματικότητα

"Οι παρεξηγήσεις ,λοιπόν,προέρχονται από το γεγονός ότι υποτίθεται πως η τέχνη τελικά έχει για αποστολή της ν΄αντιγράφει την πραγματικότητα...Όμως η λογοτεχνία δεν έχει αποστολή φωτογραφικής μηχανής.Θα πρέπει να είναι κανείς πολύ αφελής για να θέλει να πληροφορηθεί για τη γεωργία της Γαλλίας, στο τέλος του περασμένου αιώνα, κοιτάζοντας τους πίνακες του Βαν Γκογκ.Είναι φανερό πως η τέχνη είναι μια οντοφάνεια,μα αποκάλυψη της πραγματικότητας, αλλά όλης της πραγματικότητας:όχι μόνος εξωτερικά αλλά και εσωτερικά, όχι μόνο του λογικού αλλά και του παράλογου.Γιατί αν η τέχνη διαποτίζεται έντονα από την αντικειμενική πραγματικότητα, αυτό συμβαίνει μέσω μιας πολύ λεπτής, σύνθετης σχέσης, όπως στα όνειρα.Τελικά κάθε τέχνη είναι ατομική γιατί αποτελεί το όραμα του κόσμου μέσω ενός μοναδικού πνεύματος.Κι αυτή είναι η πυσιώδης διαφορά μεταξύ τέχνης και επιστημονικής γνώσης.Στην τέχνη αυτό που έχει αξία είναι ακριβώς ετούτο το προσωπικό και μοναδικό σχήμα, αυτή η συγκεκριμένη έκφραση της πραγματικότητας.Για αυτό υπάρχει ύφος στην τέχνη και δεν υπάρχει στην επιστήμη."

Το κείμενο αυτό του Σάμπατο, που υπήρξε σημαντικότατος δοκιμιογράφος εκτός από σπουδαίος λογοτέχνης, γράφτηκε με αφορμή την έβδομη διεθνή συνάντηση συγγραφέων στο Κεμπέκ τον Οκτώβριο του 1978.Το παραπάνω απόσπασμα σε μετάφραση Φίλιππου Δρακονταείδη προλογίζει την ελληνική έκδοση του "Τούνελ".Είναι φανερό πως ο Σάμπατο μέσα σε ελάχιστες, πυκνές προτάσεις συνοψίζει μεγάλο μέρος της αντίληψης των λατινοαμερικάνων ,και όχι μόνο,λογοτεχνών για την τέχνη τους.Οι γραμμές αυτές βρίσκονται πίσω από κάθε σελίδα του Μπόρχες, του Κορτάσαρ, του Κάσαρες, του Μάρκες.


Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Ένα μεγάλο παράπονο από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Αύριο, 1η Νοεμβρίου , ξεκινάει το κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, τολμώ να πω  ο σπουδαιότερος πολιτιστικός θεσμός της πόλης. Τα γνωστά στέκια γεμίζουν , οι περισσότερες αίθουσες είναι κατάμεστες -ακόμα και οι μη σινεφίλ θα κάνουν ένα πέρασμα για να έχουν μια κινηματογραφική εμπειρία διαφορετική από αυτήν που προσφέρουν τα multiplex σινεμά-, κόσμος κυκλοφορεί με το πρόγραμμα προβολών ανά χείρας, έξω από το ιστορικό Ολύμπιον οι θεατές συζητούν την ταινία που μόλις είδαν, ενώ παραδίπλα, στα εκδοτήρια, επικρατεί συνωστισμός για ένα τελευταίο εισιτήριο κάποιου πολυαναμενόμενου φιλμ.Με δυο λόγια η πόλη ζει, έστω και για δέκα μέρες, βγαίνει από την κατάπτωση που τη χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο διάστημα του έτους.

Αν κάποιοι περιμένουν εναγωνίως κάθε χρόνο το φεστιβάλ, αυτοί είναι οι σινεφίλ που αφιερώνουν ολόκληρη τη μέρα σε αυτό, παρακολουθώντας δυο, τρεις ή και περισσότερες ταινίες- οι κλινικές περιπτώσεις- την ημέρα. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι ιδιαίτερα δαπανηρό.Πέρυσι μια κάρτα, η οποία επέτρεπε την είσοδο σε τρεις προβολές ανά ημέρα, του φεστιβάλ κόστιζε 80 ευρώ (50 για φοιτητές).Θα περίμενε κανείς πως με δεδομένη την φρικτή οικονομική κατάσταση οι ιθύνοντες θα φρόντιζαν ώστε να ελαφρύνουν κάπως όσους επιθυμούσαν να παρακολουθήσουν από κοντά τη γιορτή αυτή και ασφαλώς να προσεγγίσουν νέο κοινό- κακά τα ψέματα οι φοιτητές είναι αυτοί που μπορούν ευκολότερα να βυθιστούν σε ένα αμιγώς κινηματογραφικό δεκαήμερο. Και όμως το κόστος όχι μόνο δε μειώθηκε, αλλά ούτε καν διατηρήθηκε στα ίδια επίπεδα! Συγκεκριμένα η κάρτα πλέον κοστίζει 35 ευρώ (25 για όσους δικαιούνται έκπτωση), αλλά δεν προσφέρουν στον κάτοχο τους κανένα εισιτήριο για ταινία, παρά μόνο την προνομιακή τιμή εισόδου των 2 ευρώ (κανονικό εισιτήριο χωρίς κάρτα 5 ευρώ). Αυτό σημαίνει πως για να δει κάποιος 30 ταινίες θα χρειαστεί 35+60= 95 ευρώ αντί των 80 που χρειάστηκε πέρυσι, ενώ ένας φοιτητής θα χρειαστεί 25 +60= 85 ευρώ αντί για τα περυσινά 50 ευρώ (η διαφορά χαώδης).Φυσικά πρόνοια δεν υπήρξε ούτε για τη μείωση του κανονικού εισιτηρίου.. 

Είναι τραγική η διαπίστωση πως ο πολιτισμός αρχίζει να περιχαρακώνεται, να αποκλείει την πλατιά μάζα αυτών που δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες. Ο πολιτισμός δεν είναι προνόμιο, πρέπει να προσφέρεται με τους καλύτερους όρους ,ειδικά στους ασθενέστερους.Με ποιον ακριβώς τρόπο συμβάλλει η αλλαγή αυτή στην ενθάρρυνση του νέου κοινού να προτιμήσει τις αίθουσες του φεστιβάλ και να έρθει σε επαφή με τις κινηματογραφικές τάσεις; Πώς θα προσελκύσει το χειμαζόμενο κοινό της πόλης ένα πολιτιστικό γεγονός  η παρακολούθηση του οποίου στοιχίζει τον 1/6 του βασικού μισθού;( γιατί όταν κανείς παρακολουθεί 5-6 ταινίες δε γίνεται κομμάτι του φεστιβάλ, δε συμμετέχει ουσιαστικά σε αυτό ούτε καταφέρνει να αποκτήσει πλήρη εικόνα).Κουλτούρα για τους λίγους.Ντροπή και κρίμα.


Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

"Αλεξάνδρεια, πριγκίπισσα και πόρνη"

Είναι πραγματικά δύσκολο να μιλήσεις για το "Αλεξανδρινό Κουαρτέτο"(εκδ.Μεταίχμιο, μετάφραση Μαριάνα Παπουστοπούλου- χαρά στο κουράγιο της-) του Λόρενς Ντάρελ χωρίς να απογοητευτείς από την αδυναμία σου να παρουσιάσεις την μοναδική αναγνωστική εμπειρία που σου προσέφερε. Ακόμα και αυτήν την στιγμή δεν έχω κατασταλάξει σχετικά με το αν λάτρεψα αυτό το βιβλίο ή αν λύγισα  κάτω από το βάρος του, αποτυγχάνοντας τελικά να το απολαύσω όπως έπρεπε. Το σίγουρο είναι ότι ,ακόμα κι αν κανείς το απορρίψει, δε μπορεί παρά να μείνει έκθαμβος μπροστά σε αυτό το δαιδαλώδες, πρωτοποριακό  και βαθύ σαν άβυσσο λυρικό έπος του Ντάρελ.

Και  ο Ντάρελ είναι ο άνθρωπος που έζησε με τέτοιο τρόπο που του επέτρεψε να συνθέσει το Κουαρτέτο. Τυχοδιώκτης που ουσιαστικά απαρνήθηκε την πατρίδα του  ο Ντάρελ περιπλανήθηκε σε όλη τη Μεσόγειο, στα ελληνικά νησιά, στην Κύπρο, στην Αίγυπτο, αργότερα στην Γαλλία και πιο μακρυά ,στην Αργεντινή, ζώντας μια κυριολεκτικά μυθιστορηματική ζωή με θυελλώδεις έρωτες, πολλούς γάμους, σκοτεινές οικογενειακές ιστορίες- κάποιο μιλούν για αιμομικτικό σκάνδαλο- και περιόδους έντονης ενδοσκόπησης. Σχεδόν όλο του το έργο, χάρη στο οποίο κατατάσσεται στις μεγαλύτερες λογοτεχνικές μορφές του περασμένου αιώνα, είναι μια στοχαστική και ενδελεχής ανάγνωση της προσωπικής του ιστορίας.Τα τέσσερα μυθιστορήματα του Κουαρτέτου είναι το σπουδαιότερο έργο του Ντάρελ, που απέδειξε πως μια τέτοια καταιγίδα μπορεί να δημιουργηθεί μόνο από όσους κρύβουν μέσα τους ένα πραγματικό χάος.

"Αυτό που πιότερο χρειάζομαι να κάνω είναι να καταγράφω εμπειρίες, όχι με τη σειρά που έγιναν τα πράγματα- γιατί αυτό είναι ιστορία-, αλλά με τη σειρά που άρχισαν να παίρνουν τη σημασία τους για μένα"

Η ανάγνωση του Κουαρτέτου δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Προχωράει με αργούς ρυθμούς, καθώς κάθε λέξη είναι λεπτοδουλεμένη ώστε να συμπληρώνει το τεράστιο λυρικό μωσαϊκό, βυθίζοντας τον αναγνώστη στην γοητευτική του ατμόσφαιρα, την γεμάτη μυστικισμό Αλεξάνδρεια του μεσοπολέμου, την προσωπική ζωή μιας σειράς προσώπων με διασταυρούμενες ερωτικές επιθυμίες. Ο Ντάρελ υιοθέτησε ένα σχεδόν παραληρηματικό, αυστηρά προσωπικό και γεμάτο συναισθηματισμό ύφος , ενώ ταυτόχρονα επέλεξε μια ιδιαίτερα σύνθετη δομή για την τετραλογία του.Το κουαρτέτο είναι μια συρταρωτή αφήγηση, όπου ο συγγραφέας επαναφέρει τον αναγνώστη περισσότερες φορές στα ίδια γεγονότα , ώστε να σχηματιστεί τελικά μια παράσταση της πραγματικότητας, χωρίς όμως να τηρείται χρονολογική σειρά- η επιστροφή στο παρελθόν γίνεται άτακτα και απροειδοποίητα- και χωρίς κάποια από τις πολλές φωνές που παίρνουν το λόγο να μπορεί να υποστηρίξει πως κατέχει αυτοτελώς ολόκληρη την αλήθεια.

"Τα μακρινά γεγονότα, παραλλαγμένα από την ανάμνηση, κερδίζουν μια καπνισμένη λάμψη επειδή τα βλέπουμε απομονωμένα, διαχωρισμένα από τις λεπτομέρειες που προηγήθηκαν ή τα ακολούθησαν, τις κλωστές και τα περιτυλίγματα του χρόνου.Το ίδιο παθαίνουν και τα πρόσωπα που τα υποδύθηκαν·κι αυτά υφίστανται αλλοιώσεις·βυθίζονται αργά, όλο και βαθύτερα στον ωκεανό της μνήμης, σαν τα σώματα των πνιγμένων που βαραίνουν βρίσκοντας σε κάθε επίπεδο μια άλλη εκτίμηση, μια νέα αξιολόγηση μέσα στην ανθρώπινη καρδιά"

 Έτσι στο πρώτο και στο τελευταίο βιβλίο, την "Τζαστίν" και την "Κλέα", αφηγητής είναι ο συγγραφέας Ντάρλι, που φαίνεται να λειτουργεί ως περσόνα του Ντάρελ και προσπαθεί να ανασυνθέσει το παρελθόν του στην αγαπημένη Αλεξάνδρεια και να επεξεργαστεί  το πλέγμα των σχέσεων που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στους ανθρώπους του κύκλου του. Η αφήγησή του είναι η πιο λυρική, ακόμα και όταν εμφανίζεται σαφώς ωριμότερος στο τέταρο βιβλίο, καθώς παλεύει με μνήμες και φαντάσματα μιας ζωής που έχει παρέλθει οριστικά. Στον "Μπαλτάζαρ" συχνά τα ηνία της αφήγησης αναλαμβάνει ο ομώνυμος ήρωας, ο οποίος έχοντας διαβάσει το έργο του Ντάρλι του στέλνει διάφορες σημειώσεις που εν πολλοίς ανατρέπουν την εικόνα που είχε σχηματίσει ο τελευταίος στο μυαλό του για τα πράγματα. Στο τρίτο βιβλίο,τον "Μαουντόλιβ", κατά τη γνώμη μου το πιο αδιάφορο του Κουαρτέτου, ο Ντάρελ κάνει μια παραχώρηση υπέρ του κλασικού ρεαλιστικού μυθιστορήματος και του τριτοπρόσωπου παντογνώστη αφηγητή, ώστε να επισκοπήσει την κατάσταση υπό ένα ευρύτερο πρίσμα. Πέρα από τους αφηγητές, στις σελίδες του Κουαρτέτου εντάσσονται και άλλα βιβλία: αυτό του Αρναούτη, πρώην συζύγου της Τζαστίν που όπως και ο Ντάρλι προσπαθεί να ψυχολογήσει τη σύντροφό του και να αναπλάσει νοερά το παρελθόν του, αλλά και οι σημειώσεις ενός κυνικού αυτόχειρα συγγραφέα, του Περσγουόρντεν, που δίνει άλλη διάσταση στα πάθη των χαρακτήρων. Και φυσικά αμέτρητες είναι οι αναφορές σε άλλα έργα και ιδιαίτερα στα ποιήματα του Καβάφη...

Το "Αλεξανδρινό Κουαρτέτο" δε συμπυκνώνεται, δεν είναι δυνατό να το αναδιηγηθείς περιληπτικά και θα ήμουν εξαιρετικά δύσπιστος απέναντι σε όποιον ισχυριστεί πως συνέλαβε όλη την ουσία του. Στη διάρκεια της ανάγνωσης είχα την αίσθηση πως μπαίνω όλο και πιο βαθιά σε ένα αχανές, σκοτεινό σπήλαιο, προχωρώντας πάντα με το ένα χέρι στον τοίχο. Μπορείς να το προσεγγίσεις αργά-αργά, γωνία-γωνία, να θαυμάσεις υπό το φως ενός δαυλού τις όμορφες βραχογραφίες, όμως ποτέ δε θα δεις το θόλο του, ποτέ δε θα ξέρεις αν το γύρισες όλο και ο κίνδυνος να χαθείς σε αυτό είναι πάντα μεγάλος.
"Άλλωστε, μήπως δεν εξαρτώνται τα πάντα από την ερμηνεία της σιωπής που απλώνεται γύρω μας;"

Πολλές φορές ένιωθα πως το χέρι που έγραφε με πόνο αυτές τις αριστουργηματικές σελίδες άνηκε σε κάποιον που κατέθετε στο έργο του αυτό όλη του την ψυχή, τα όνειρα και τις απογοητεύσεις του, τις πιο μύχιες σκέψεις του, συναισθήματα που και ο ίδιος έψαξε πολύ για να ανακαλύψει μέσα του, το πιο εκλεκτό απόσταγμα εμπειριών μιας πλούσιας ζωής, που αν και δεν ήταν ούτε δυστυχισμένη ούτε αποτυχημένη, το φόρτωσε με ένα ασήκωτο βάρος, από το οποίο προσπάθησε να απαλλαγεί μέσα από αυτά τα τέσσερα μυθιστορήματα. Αυτό νομίζω είναι και το πραγματικό μεγαλείο αυτού του βιβλίου, που το καθιστά μια μυσταγωγία για τη ζωή. Και δεν είναι λίγες οι σελίδες που σε κάνουν να νομίζεις πως διαβάζεις ποίηση σε πεζό λόγο και φόρμα...

" Ο "έρωτάς" μου για κείνην, ο "έρωτάς" της Μελίσα για μένα, του Νεσίμ ο "έρωτας" για κείνην, ο"έρωτάς" της για τον Περσγουόρντεν -θα έπρεπε να υπάρχει ολόκληρο λεξιλόγιο επιθέτων για να διαφοροποιεί το ουσιαστικό- γιατί ούτε καν δυο περιπτώσει δεν περιλαμβάνουν τις ίδιες περιουσίες·κι ωστόσο όλες περιλαμβάνουν τη μια και απροσδιόριστη ποιότητα, τον κοινό άγνωστο παράγοντα της προδοσίας. Γιατί ο καθένας από μας, σαν το φεγγάρι, είχε τη σκοτεινή πλευρά του - και μπορούσαμε να γυρνάμε το ψεύτικο μούτρο του τέλους της αγάπης προς το πρόσωπο που περισσότερο μας αγαπούσε και μας χρειαζόταν.Κι ακριβώς όπως η Τζαστίν χρησιμοποίησε την αγάπη μου, ο Νεσίμ χρησιμοποίησε της Μελίσα..Ο ένας στη ράχη του άλλου, έρποντας σαν τα καβούρια στο καλάθι."

Οι ήρωες του Ντάρελ καταφέρνουν ,παρά το ρομαντικό τους περίγραμμα που επιτείνεται λόγω του λυρισμού της αφήγησης, να διατηρούν τη μοναδικότητα τους , να αποτελούν δηλαδή ολοκληρωμένα πρόσωπα βγαλμένα από το παρελθόν του αφηγητή που δεν φιλοδοξεί να τα αναγάγει σε σύμβολα. Σε αυτό το μεγάλο ταξίδι μέσα από τις 1000 σελίδες του Ντάρελ τον αναγνώστη συντροφεύουν η μοιραία Τζαστίν, μια γυναίκα μυστηριώδης και απρόσιτη που εκπέμπει μια ακαταμάχητη γοητεία και είναι terra incognita για τους πάντες, ο πανίσχυρος ιδεαλιστής και αθεράπευτα ερωτευμένος Νεσίμ, ο μελαγχολικός και αγκιστρομένος στο παρελθόν Ντάρλι, η πιο ανάλαφρη Μελίσα, η Κλέα και δεκάδες άλλα πρόσωπα που εμφανίζονται στην ιστορία. Το ταξίδι είναι δύσκολο, αλλά νομίζω αποζημιώνει με τον τρόπο του. Σκοπεύω να το επαναλάβω χρόνια αργότερα, όταν πολλά πράγματα θα μου αποκαλυφθούν διαφορετικά.

"Χρησιμοποιούμε ο ένας τον άλλο σαν τσεκούρια για να κομματιάζουμε αυτούς που πράγματι αγαπούμε"

"

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

"Αλλιώς όμως να κάνει δεν μπορούσε!Η φτώχεια το ήθελε!"

Γροθιά στο στομάχι αποτελεί το υπέροχο διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά(1872-1958) "Οι αλανιάρηδες"(εκδ.Στάχυ)  που παρά την απλότητά του με συνέτριψε με το γυμνό τρόπο που παρουσιάζει τις τσακισμένες ζωές των ηρώων του. Σκληρός κοινωνικός ρεαλισμός, κανένας εξωραϊσμός , κανένα περιθώριο αισιοδοξίας δεν έρχεται να καταστήσει το κάδρο κάπως πιο εύπεπτο. Ο αναγνώστης δεν έχει περιθώριο να πιαστεί ούτε καν από τη γραφή, όπως θα έκανε στον Παπαδιαμάντη, καθώς ο Βουτυράς γράφει εντελώς απέριττα, σχεδόν άτεχνα θα έλεγε κανείς, σε απλή δημοτική, χωρίς λογοτεχνικά φτιασίδια, με μια απρόσεκτη σύνταξη που ξενίζει. Αν έκρινα το έργο από το επίπεδο του λόγου, δύσκολα θα μιλούσα με τέτοιο ενθουσιασμό για τους "Αλανιάρηδες" που ανήκουν σε εκείνα τα εκλεκτά έργα που σαν τσεκούρι έρχονται να σπάσουν την παγωμένη θάλασσα μέσα μας.

Το περιεχόμενο του διηγήματος, τίποτα περισσότερο από μια νατουραλιστική περιγραφή της πραγματικότητας των αρχών του 20ου αιώνα για τα κατώτερα στρώματα, θα κάνει οπωσδήποτε τον βολεμένο αναγνώστη του σήμερα να αισθανθεί ένα παγερό μούδιασμα.Ο Βουτυράς, ο κατεξοχήν συγγραφέας του κοινωνικού περιθωρίου (αργότερα εμφανίστηκε ο Πέτρος Πικρός), δεν είναι ένα απόμακρος, γαλήνιος παρατηρητής της κόλασης που περιγράφει, είναι τμήμα της, ένας από τους χιλιάδες κυνηγημένους από τη ζωή. Μάρτυρας την οικονομικής καταστροφής της οικογένειάς του και της αυτοκτονίας του πατέρα του ο Βουτυράς έγραφε για βιοποριστικούς λόγους- υπήρξε ένας εκ των πολυγραφότερων συγγραφέων της χώρας- και ποτέ δεν έχασε την επαφή του με τον κόσμο των απόκληρων.

Στους "Αλανιάρηδες" διαβάζουμε για την καθημερινή βιοπάλη μιας παρέας με έμφαση στον νεαρό Αλίμπη. Σε αρκετές σκηνές βλέπουμε τη συντροφιά να πίνει και να τραγουδά σε ταπεινά ταβερνεία, όμως τίποτα δε μπορεί να καλύψει την απελπισία και την ένδεια που κυριαρχούν. Δεν είναι απλώς η περιγραφή της κατάστασης που συγκλονίζει, είναι ακόμα περισσότερο η συνειδητοποίηση του αδιεξόδου από τα ίδια τα πρόσωπα του έργου που δρα καταλυτικά. Η αντροπαρέα δεν μπορεί ούτε στην ταβέρνα να πνίξει τον πόνο της: πίνει βερεσέ ή με ό,τι ψίχουλα έχουν περισσέψει, διασκεδάζει αλλά σαν δαμόκλειος σπάθη επικρέμεται η επιστροφή στην κανονικότητα της θλίψης. Μόνιμο φόντο μια ζωγραφιά του Τάνταλου για να θυμίζει πως όσο και να πασχίσουν οι ήρωές μας, η ευτυχία θα γλιστρά την τελευταία στιγμή από τα χέρια τους σαν την ορμήνεψε έτσι κάποιος θεός. 

"Όλα φεύγανε, χάνονταν, ελπίδες, όνειρα, που, μόλις έκαναν να φανούνε,σα να τα σάρωνε μεγάλος ανεμοστρόβιλος[..]Απ΄τα βουρκωμένα μάτια του, καθώς ήταν έτοιμα να χύσουνε δάκρυα, πετάχθηκε μια φλόγα και τα έκανε να γίνουν στεγνά, να ξεραθούνε.Και επεθύμησε κάτι κακό μεγάλο να έκανε στην ανθρωπότητα και να έβριζε, να έβριζε τη μεγάλη δύναμη που διευθύνει τα πάντα."

"Τι κακές, τι δύστυχες μέρες που περνούσαν!Και πιο πολύ φαινόταν η δυστυχία τις ημέρες τις καλές.Η κάθε καλή μέρα, που όλοι οι άνθρωποι γλεντούσανε και οι κάτοικοι οι άλλοι της μάντρας φορούσανε τα εορτάσιμα ρούχα τους, γι΄αυτούς ήτανε πένθος και λύπη."

Άγρια φτώχεια και εξαθλίωση γνωρίζει ο Αλίμπης, φτώχεια που δεν περιορίζεται στις υλικές συνθήκες διαβίσωσής του·ξεκινά από αυτές για να διαβρώσει κάθε πτυχή της ύπαρξής του και να του αποστερήσει κάθε ευχαρίστηση.Ο Αλίμπης ζει με τη μητέρα του, φτωχοί μετανάστες στην Αθήνα, προσπαθεί μάταια να στεριώσει σε κάποια δουλειά.Ευκαιρίες δεν υπάρχουν, οι φίλοι φεύγουν για την Αμερική, ο τόπος μοιάζει όλο και πιο αφιλόξενος, όλο και πιο εχθρικός. Το άδειο στομάχι αδειάζει και τις ψυχές, ο Βουτυράς είναι αμείλικτα ρεαλιστής και δεν πετάει ούτε στον ήρωα ούτε στον αναγνώστη κάποια σανίδα σωτηρίας.

Έτσι λοιπόν η φτώχεια έρχεται να ισοπεδώσει ολοκληρωτικά τον Αλίμπη. Καθώς νιώθει έντονα την κοινωνική αδικία και το χάσμα των τάξεων, μισεί όσους τα καταφέρνουν, μισεί τελικά και τον εαυτό του λόγω της αποτυχίας του. Δεν έχει δύναμη να πιαστεί από την ευτυχία της στιγμής γιατί έχει επίγνωση της κατάστασής του. Έχει χάσει ακόμα και την ελπίδα, αυτήν που ούτε οι σταχανοβίτες των γκουλάγκ δεν έχαναν. Η ανέχεια του στέρησε τα δυο πιο θεμελιώδη πράγματα στην ανθρώπινη ύπαρξη: το δικαίωμα στο όνειρο και τον έρωτα. Τι όνειρα και τι φιλοδοξίες θα φωλιάζουν στην καρδία ενός ανθρώπου που δεν ξέρει αν θα βρει ένα πιάτο φαγητό την επομένη; Όσο για τον έρωτα, ο Αλίμπης έχασε καταρχήν την αξιοπρέπειά του, την ικανότητα να αγαπήσει τον εαυτό του. Θαυμάζει τις γυναίκες, αλλά ξέρει πως είναι απλώς περαστικές και ποτέ δε θα ερωτευτούν ένα κουρέλι σαν τον ίδιο. Η ζωή μοιάζει μάταιη, ασήκωτο φορτίο από το οποίο ελπίζεις να απαλλαγείς, σκοτεινή φυλακή από την οποία εύχεσαι να αποδράσεις. Και ο φόβος του θανάτου στοιχειώνει διαρκώς τον Αλίμπη, που νιώθει όσο λίγοι πως περιμένει απλώς στον προθάλαμο.

"Η ζωή αυτή του φαινότανε κακιά, βαρετή.Η σκέψη του δε σταματούσε σε τίποτα καλό.Όλα τριγύρω του τα έβλεπε κλειστά, άγρια, έρημα, και έτσι του φάνηκε σα να βρισκότανε φυλακισμένη η ψηχή του μέσα σε αυτά.
Χωρίς να θέλει, έπεσε σε μια πλατεία που ήτανε γεμάτη από ανθρώπους καλοφορεμένους, που τους είχε βγάλει η ωραία μέρα έξω,σ τον ήλιο. Γυναίκες χαρωπές, άνδρες γελαστοί, νέοι με το χαμόγελο, με την ελπίδα στα μάτια και νέες με τον έρωτα να κρυφοκοιτάζει σε κάθε τους ματιά.
Κι εγώ; ρώτησε αυτός
Και μέσα σε εκείνο το πλήθος των ευτυχισμένων του φάνηκε αυτός να είναι σα σημάδι σκοτεινό μέσα στη χαρά, στον πλούτο, σαν ένα κομμάτι της δυστυχίας , της φτώχειας, που το κύλησε ίσαμε κει ο άνεμος.
Ντράπηκε για τα ρούχα του, για το καπέλο του και έκανε γρήγορα να φύγει, αφού είδε ότι κανείς άλλος που να του μοιάζει δε βρισκόταν εκεί, να φύγει, να χωθεί στα δέντρα, που πυκνά τριγυρίζανε το μέρος εκείνο.
Έβλεπε τη χαρά σπάταλα να τους έχει σκορπιστεί και έφευγε σα Σατανάς πεσμένος, χωρίς να το θέλει, σε  μέρη παραδείσου."

Στις τελευταίες σελίδες το δράμα κορυφώνεται με μια σπαρακτική "κάθαρση" που κυριολεκτικά σε κάνει να ανατριχιάσεις, να αναφωνήσεις πως κρατάς στα χέρια σου ένα αριστούργημα.Θα ήθελα πολύ να γράψω και κάτι για το τέλος,αλλά δεν πρόκειται να σας στερήσω το σοκ που ένιωσα.Ας περιοριστούμε στο σχόλιο του Φ.Πολίτη για το διήγημα :"Ένα αληθινό τραγούδι, μια βαθιά κραυγή πόνου είναι οι Αλανιάρηδες. Η κραυγή που ξέφυγε από τα χείλη ανθρώπου, ο οποίος ακούει κάθε μέρα εντός του την τραγική προσταγή : "Δούλευε παρ΄όλα ταύτα!Κράτα γερά, και αν είναι ακόμη να τρέφεσαι με το ίδιο σου το αίμα!" Οι αλανιάρηδες είναι η θλίψις δια τους αβοήθητους αδελφούς που πάνε χαμένοι, δια τ ασθενικά χορτάρια που ημπορούσαν ν΄ανθίσουν, αν δεν τα έπνιγε το χιόνι."


Υ.Γ.1:Πολλά διηγήματα του Βουτυρά είναι ελεύθερα διαθέσιμα χάρη στον Νίκο Σαραντάκο http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/Bouturas-diigimata.htm

Υ.Γ.2: Μια προσωπική εξομολόγηση από ένα περιστατικό που τότε με είχε αφήσει σύξυλο και επανήλθε στη μνήμη μου διαβάζοντας τους "Αλανιάρηδες".Πριν από μερικά χρόνια μιλούσα με ένα εργάτη από τη Γεωργία που με βοηθούσε σε μια μετακόμιση. Ο άνθρωπος αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και όταν ολοκλήρωσε την εξιστόρηση κάποιων γεγονότων, σιώπησε, τράβηξε μια τζούρα από το τσιγάρο του με κοίταξε με ένα μελαγχολικό χαμόγελο και είπε :"Ζωή είναι, που θα πάει, θα τελειώσει."

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Μόνη,αιφνιδιασμένη,πληγωμένη

"The broken heart. You think you will die, but you just keep living, day after day after terrible day."(Great Expectations, Dickens)

Ο πόνος της προδοσίας είναι από τους βαρύτερους που υποχρεώνεται να φορτωθεί ένας άνθρωπος στη ζωή του. Και όταν μιλάμε για ερωτική προδοσία, είτε με τη μορφή της εξαπάτησης είτε με αυτήν της εγκατάλειψης, ποια ιδέα μπορεί να ηρεμήσει το ταραγμένο μυαλό που βλέπει μια τεράστια συναισθηματική επένδυση να γίνεται στάχτη μέσα σε μια στιγμή; Ο άνθρωπος με τον οποίο μοιράστηκες τις πιο πολύτιμες σκέψεις σου και τις πιο ευτυχισμένες μέρες σου αποφασίζει αναίτια και αναπάντεχα να δώσει ένα τέλος και εσύ οφείλεις ταυτόχρονα να εξηγήσεις, να ζυγίσεις το κόστος εκδίκησης και διεκδίκησης, να ορθοποδήσεις πριν οι αναμνήσεις γίνουν φυλακή.

"Εκείνες τις ατέλειωτες ώρες έγινα φρουρός του πόνου, που ξαγρυπνούσε δίπλα σε ένα πλήθος από νεκρές λέξεις."

Αυτό το διαχρονικό και τόσο ενδιαφέρον στην κοινοτοπία του θέμα πραγματεύεται το συμπαθητικό μυθιστόρημα "Μέρες Εγκατάλειψης" της Elena Ferrante (εκδ.Άγρα, μετάφραση Σταύρος Παπασταύρου), που παρά τις ατέλειές και τις υπερβολές του προσεγγίζει ικανοποιητικά τον ψυχισμό της πληγωμένης πρωταγωνίστριας. Στα τριανταοχτώ της η Όλγα ,μητέρα δύο παιδιών, ακούει τον άντρα της να της ανακοινώνει πως είναι αδύνατο να συνεχίσουν μαζί και πως σκοπεύει να εγκαταλείψει το σπίτι τους. Η είδηση πέφτει σαν κεραυνός και από τη στιγμή που η πόρτα κλείνει πίσω από τον Μάριο, η Όλγα ξεκινάει τη μοναχική πορεία της.

"Γιατί είχε πετάξει έτσι απλά δεκαπέντε χρόνια γεμάτα συναισθήματα, συγκινήσεις, έρωτα;Το  χρόνο, το χρόνο,όλο το χρόνο της ζωής μου μου είχε κλέψει , μόνο και μόνο για να τον ξεφορτωθεί επιπόλαια, σαν ένα καπρίτσιο.Τι άδικη, τι εγωιστική απόφαση.Έδιωχνε ,με ένα φύσημα το παρελθόν, λες και ήταν κάποιο ενοχλητικό έντομο που είχε καθίσει στο χέρι του.Του ζητούσα, τον ικέτευα να  με βοηθήσει να καταλάβω αν εκείνα τα χρόνια είχαν τουλάχιστον κάποια ουσία, από ποια στιγμή είχε αρχίσει αυτή η πορεία προς τη διάλυση..."

Η χάραξη μια σταθερής τακτικής απέναντι στο απροσδόκητο γεγονός είναι ανέφικτη, καθώς η Όλγα ακροβατεί διαρκώς ανάμεσα στα αισθήματα στοργής που ακόμα φωλιάζουν μέσα στην καρδιά της, δίνοντας καύσιμο στη μικρή σπίθα ελπίδας για μια επανασύνδεση, και στην οργή που γέννησε μέσα της η προδοσία. Σύντομα το δεύτερο συναίσθημα αρχίζει να ισχυροποιείται και να καταλαμβάνει εξ ολοκλήρου την Όλγα,η οποία προσπαθεί πλέον να μάθει όσα μπορεί για τη νέα ζωή του συζύγου της , θέλοντας μάλιστα να τον εκδικηθεί.

Μέρα με τη μέρα η Όλγα χάνει τον εαυτό της και βυθίζεται σε μια άβυσσο: δυσκολεύεται να φέρει εις πέρας το νοικοκυριό,γεμίζει ένταση τη σχέση με τα ανήλικα παιδιά της, αναζητά διέξοδο στο ζωώδες, χωρίς συναίσθημα, σεξ, καταγράφει μανιωδώς τις σκέψεις της και αισθάνεται πως οδηγείται νομοτελειακά σε μια αναπόδραστη δυστυχία. Η ζήλια την κάνει να αγανακτεί και την οδηγεί στο μίσος για τον Μάριο που φέρθηκε τόσο σκληρά.Αυτό που ενδιαφέρει πλέον την Όλγα δεν είναι να ανακαλύψει την αιτία των συμβάντων, αλλά να ισοπεδώσει ό,τι έχει μείνει όρθιο από την πρότερη επικοινωνία τους, σε μια ασυνείδητη προσπάθεια να τραβήξει και πάλι την προσοχή του. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση κάνει την αλληλουχία των σε γενικές γραμμές προβλέψιμων εξελίξεων και συμπεριφορών να φαίνεται αρκετά ενδιαφέρουσα, καθώς ο αναγνώστης ξετυλίγει παράλληλα με την πρωταγωνίστρια το κουβάρι του συναισθηματικού της κόσμου.

Η Ferrante προσπαθεί με την πιο παρατεταμένη και συμβολική σκηνή του έργου- η Όλγα κλειδώνεται στο διαμέρισμά της και προσπαθεί να βγει έξω- να αποδώσει σε όλη της την έκταση την ταραχή και τον εγκλωβισμό της ηρωίδας. Αν και η επιτάχυνση της αφήγησης δημιουργεί ένα πειστικό κλίμα, νομίζω πως η συγγραφέα στο σημείο αυτό χάνει τον έλεγχο και η όλη απόπειρα καταγραφής μια ψυχεδελικής εμπειρίας καταλήγει αποτυχημένη και υπερβολική, ενώ η βαρύτητα που επιλέγει να δώσει στη σκηνή αυτή κάνει το μυθιστόρημα να πλατειάζει επικίνδυνα με αποτέλεσμα να μετριάζεται η καλή εικόνα που είχε δημιουργηθεί στο μυαλό μου για το βιβλίο από τις πρώτες του σελίδες.

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

"Σας αρέσει ο Μπραμς;"

Είναι φορές, είτε σε περιόδους συναισθηματικής συμφόρησης είτε μετά από μια σειρά βαριά αναγνώσματα που κάνουν το αναγνωστικό αισθητήριο να μπουκώσει, που αυτό που αναζητώ είναι πιο ελαφρά βιβλία που απλώς θα με κρατήσουν απασχολημένο και που ,παρότι δε θα με εντυπωσιάσουν, θα με διασκεδάσουν αρκετά Η ευχάριστη νουβέλα της Φρανσουάζ Σαγκάν "Σας αρέσει ο Μπραμς;" , αέρινη σαν λεπτό ύφασμα , απλή, με μια νότα ρομαντικής εκζήτησης και ορισμένες πολύ καλές στιγμές ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόμουν μετά τον ογκόλιθο του Ντάρελ.Και αυτό διότι τα γεγονότα του έργου κεντρίζουν το ενδιαφέρον, μπορούν να συγκινήσουν αλλά δεν έχουν τη δύναμη να στιγματίσουν τον αναγνώστη που φτάνοντας στην τελευταία σελίδα κρατάει κυρίως μια αίσθηση τρυφερότητας και κομψής λογοτεχνικής απόλαυσης.

Θέμα της νουβέλας είναι ένα ιδιότυπο ερωτικό τρίγωνο που αναπτύσσεται.Η τριανταεννιάχρονη Πώλα ζει εδώ και χρόνια με τον Ροζέ σε ένα καθεστώς σχετικής ελευθεριότητας που επιτρέπει τις εκατέρωθεν απιστίες, υπό τον άγραφο όρο πως αυτές θα γίνονται με τακτ, χωρίς να πληγώνουν τον άλλο ή να γκρεμίζουν τις γέφυρες επικοινωνίας του ζευγαριού. Η πρωταγωνίστρια κοιτάζοντας το είδωλό της στον καθρέφτη παρατηρεί τα σημάδια του χρόνου και σε μια στιγμή "επιφάνειας" συνειδητοποιεί τον εγκλωβισμό της σε μια κατάσταση που πλέον δεν επιθυμεί, καθώς την σπρώχνει μέρα με τη μέρα στην αμήχανη δυστυχία της μοναξιάς. Αυτό που έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον είναι τα συναισθήματά της προς τον Ροζέ, ο οποίος ,δίχως να έχει πάψει να την αγαπά , δραπετεύει όλο και συχνότερα σε ερωτικές περιπέτειες, αφιερώνοντας λιγότερη ενέργεια στη μόνιμη σύντροφό του.Η Πώλα δεν αισθάνεται προδομένη- αυτή είναι άλλωστε η θεμελιώδης συμφωνία της σχέσης τους- και εξακολουθεί να έχει τη συναισθηματική ανάγκη του Ροζέ, ωστόσο βλέπει πλέον μπροστά της να ορθώνεται ο εφιάλτης μια απόλυτα συμβιβασμένης με μια ανιαρή ρουτίνα, ράθυμης γυναίκας της μέσης ηλικίας.
"Η Πώλα κοιταζόταν στον καθρέφτη σημειώνοντας προσεκτικά αλλά ήρεμα, χωρίς τον συνηθισμένο σε τέτοιες περιστάσεις πανικό ή πικρία, τις ζημιές που είχαν σωρέψει στο πρόσωπό της τριάντα εννιά χρόνια ζωής."
Αυτή είναι η Πώλα -που μέχρι τότε δεν κάνει χρήση των ελευθεριών της- τη μέρα που γνωρίζει έναν όμορφο και κομψό νεαρό τον Σιμόν, που την ερωτεύεται κεραυνοβόλα, παθιασμένα και δουλικά, ανατρέποντας τις συναισθηματικές της ισορροπίες.Αν και αρχικά διστακτική, απρόθυμη να αποκτήσει και έναν ακόμα εραστή η Πώλα μπλέκεται στον ιστό που πλέκει ο Σιμόν με την καρτερικότητα,την ευγένεια και την στοργή που επιδεικνύει. Η Πώλα ενδίδει , χωρίς να είναι απόλυτα διευκρινισμένο το αν η απόφασή της αυτή υπαγορεύεται από απλή ερωτική επιθυμία ή συνοδεύεται και από μια μύχια ανάγκη εκδίκησης και ενεργοποίησης του μηχανισμού ζήλιας του Ροζέ.Πράγματι η εξέλιξη αυτή ενεργοποιεί την κτητικότητα του Ροζέ, ο οποίος κρύβει τη δυσαρέσκειά του κάτω από ένα στρώμα αδιαφορίας και παράλληλα υποχρεούται να αποδεχθεί την αλλαγή αυτή.Το ερώτημα είναι αν το ζεύγος θα παραμείνει ενωμένο ενώ και οι δύο εφαρμόζουν την εξαγγελία περί ελευθεριότητας και το κατά πόσο τα νεότευκτα αισθήματα της Πώλα για τον Σιμόν αρκούν για κάνουν τον Ροζέ απλό κομμάτι του παρελθόντος της.
Η Σαγκάν δίνει αρκετό χώρο και στο Σιμόν- σε αντίθεση με τον Ροζέ που φαίνεται απλώς να συμπληρώνει το τρίγωνο- για να εμφανιστεί ως ιδεαλιστής και ευαίσθητος νέος που επαναστατεί ενάντια στη ρουτίνα μέσω ενός έρωτα ξεκάθαρα αφελούς.Αυτό που για την Πώλα είναι λύση ανάγκης μετά από μια σειρά σχέσεων που απέτυχαν να της χαρίσουν μια διαρκή ευδαιμονία, η οποία τελικά παρουσιάζεται ως ανέφικτη, είναι για τον Σιμόν η είσοδος σε μια αχαρτογράφητη γη ,στην οποία κινείται επικίνδυνα αυθόρμητα.Ο χαρακτήρας του έχει οπωσδήποτε κάτι από το ταμπεραμέντο και τον ενθουσιασμό της εικοσιπεντάχρονης τότε Σαγκάν.
"Σας κατηγορώ πως αφήσατε την αγάπη να προσπεράσει,πως παραμελήσατε την υποχρέωσή σας να κάνετε το εαυτό σας ευτυχισμένο, πως ζήσατε μια ζωή γεμάτη υπεκφυγές, συμβιβασμούς και αποδοχές.Αν και θα πρεπε να σας επιβληθεί η ποινή του θανάτου, καταδικάζεστε σε μοναξιά"(το αυτοκατηγορητήριο του Σιμόν)
Το "Σας αρέσει ο Μπραμς;"  γοητεύει χωρίς να μαγεύει και τελικά κατατάσσεται στις θετικές αναγνωστικές εμπειρίες.Που και που πρέπει να αρκούμαστε σε κάτι πιο απλό και πιο ρηχό, γιατί ακόμα και εκεί μπορεί να περιμένει αθέατη η ομορφιά, για παράδειγμα σε λίγες γεμάτες ευαισθησία αράδες της Σαγκάν.
"Είναι στιγμές που μου ρχεται να ουρλιάξω : Φοβάμαι..Φοβάμαι...Αγαπήστε με.."
"Το κρύσταλλο της έστειλε το είδωλο ενός προσώπου στο οποίο κάποιος πριν από ένα μόλις λεπτό είχε πει σ' αγαπώ"

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Ο Άντρας μου, αυτός ο άγνωστος

"' Ἀδὰμ δὲ ἔγνω Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ",Γένεσις, Κεφ.δ΄ 

"Αυτά έχουν οι οικογένειες.Ζεις με ανθρώπους που νομίζεις ότι τους γνωρίζεις, όμως είστε τελείως άγνωστοι."- Γκενασιά, "Η Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων"

Αυτή η φράση από το αριστούργημα του Γκενασιά, στο οποίο δε μπορώ να σταματήσω να επιστρέφω, θα μπορούσε να είναι η προμετωπίδα του  καλού μυθιστορήματος της Ιαπωνέζας Γιόκο Ογκάουα "Άρωμα πάγου"(εκδ.Άγρα, μετάφραση Παναγιώτη Ευαγγελίδη). Πραγματικά καλογραμμένο και ατμοσφαιρικό το βιβλίο διαβάζεται απνευστί και κρατάει τον αναγνώστη παρά το γεγονός πως το νήμα της αφήγησης ξετυλίγεται αργά. Το φαινομενικά ήπιο κλίμα της αφήγησης δεν μπορεί να κρύψει την κρυφή της ένταση που μεταδίδει την αγωνία και τη μελαγχολία της πρωταγωνίστριας στον αναγνώστη.

Το θέμα που επιλέγει η Ογκάουα είναι αρκετά ιντριγκαδόρικο. Η Ρυόκο, μια νεαρή δημοσιογράφος, πληροφορείται την αυτοκτονία του αρωματοποιού συζύγου της στο εργαστήριό του. Η μέχρι τότε συμπεριφορά του Χιρογιούκι δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να την προϊδεάσει για το απονενοημένο διάβημα και τίποτα δε φαίνεται ικανό να διαφωτίσει τους λόγους που έσπρωξαν το σύζυγό της στην αυτοκτονία.Στο νεκροτομείο η Ρυόκο συναντά τον νεότερο αδελφό του Χιρογιούκι και τότε συνειδητοποιεί πόσα λίγα πράγματα γνωρίζει για τον άντρα της, ο οποίος της είχε πει πως όλη του η οικογένεια ήταν νεκρή.

Το σοκ για τη Ρυόκο είναι μεγάλο , σχεδόν εξίσου ισχυρό με αυτό που προκάλεσε ο απρόσμενος θάνατος του Χιρογιούκι και έτσι η πρωταγωνίστρια αποφασίζει να ξεκινήσει μια σύντομη αναζήτηση της πραγματικής ταυτότητας του άντρα της, μέσα από την επεξεργασία των αναμνήσεων, το σημειωματάριό του , τις εξιστορήσεις του αδελφού και της μητέρας του.Σελίδα με τη σελίδα το θολό πρόσωπο του Χιρογιούκι αρχίζει να αποκτά περίγραμμα.Η Ρυόκο μαθαίνει πως αυτός ο τόσο συγκεντρωμένος στη δουλειά του και ευφυής άνθρωπος είχε στο παρελθόν αξιοποιήσει το έμφυτο τάλαντό του με τρόπο που ούτε να φανταστεί δε μπορούσε.

"Όποιος προσπαθεί να αναγνωρίσει της μυρωδιές χάνεται στο μεγάλο κόσμο του παρελθόντος που κουβαλάει μέσα του.Στον κόσμο του παρελθόντος δεν υπάρχει ήχος.Με τον ίδιο τρόπο που τα όνειρά μας είναι άηχα.Τότε η μνήμη είναι ο μόνος οδηγός του δρόμου που έχουμε στη διάθεσή μας."

Η αναζήτηση καταλήγει στην Πράγα και φτάνει στο τέλος της σε μια σκοτεινή, γεμάτη υγρασία σπηλιά, μέσα σε μια ατμόσφαιρα αντάξια του μεγάλου συγγραφέα της πόλης Φραντς Κάφκα, όπου όμως δεν είναι τόσο το παράλογο που κυριαρχεί, όσο μια κατάσταση ελαφρώς σουρεαλιστική και παραισθητική που δημιουργεί μια αίσθηση συγκεχυμένου ονείρου ή έντονου εσωτερικού βιώματος. Δεν είναι απόλυτα βέβαιο, αν η Ρυόκο φτάνει στον προορισμό της, τη "γνώση" του Χιρογιούκι, ωστόσο δίνει χώρο στον εαυτό της για την με φροϊδικούς όρους βίωση του πένθους που είναι συναισθηματικά απαραίτητη για τη συνέχεια.
Παρότι ο Χιρογιούκι υπάρχει μόνο ως αινιγματική σκιά που παραφυλάει σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου, η Ογκάουα με τρόπο έμμεσο σκιαγραφεί  έναν πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα, έναν πολύ ευαίσθητο άνθρωπο που ανέπτυξε δικούς του μηχανισμούς άμυνας για να αντέξει το βάρος της οικογενειακής πίεσης, της υψηλής συνείδησης καθήκοντος και της υπέρμετρης ευφυίας του.Μια γοητευτική  φιγούρα, που όπως εύστοχα παρατηρεί ο Librofilo είναι ασυνήθιστη για τη δυτική λογοτεχνία-το ίδιο θα έλεγα και για την αντιμετώπιση του πένθους εκ μέρους της Ρυόκο- και τελικά θυμίζει ήρωα που έχει εξυψωθεί πάνω από τους συνανθρώπους του.

"Ο Ρούκυ κουβαλούσε επάνω του την ιδιαίτερη εκείνη λάμψη των επιλέκτων. Σαν μια γραμμή φωτός από τον ουρανό να τον είχε βάλει στόχο της, αυτόν και μόνο , και να χυθεί επάνω του. Ήταν σαν να δημιουργούσε στους ανθρώπους την επιθυμία να τον πλησιάζουν για να λουστούν σ΄αυτή του τη θέρμη."

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Αίμα και άμμος

 Ας αρχίσουμε όπως σχεδόν κάθε κείμενο που αναφέρεται στον Χουάν Ρούλφο. Ο Μεξικανός υπήρξε ένα σχεδόν μοναδικό φαινόμενο, καθώς αν θέλουμε να εντοπίσουμε μια ανάλογη περίπτωση, θα πρέπει να θυμηθούμε τον Ρεμπώ που εγκατέλειψε την ποίηση στα είκοσι του χρόνια.Ο Ρούλφο δημοσίευσε μόλις δυο έργα, μια συλλογή διηγημάτων και το εμβληματικό μυθιστόρημα "Πέδρο Πάραμο", και έπειτα σιώπησε για σχεδόν τριάντα χρόνια, μέχρι τον θάνατό του. Η ισχνή λογοτεχνική του παραγωγή δεν κατάφερε πάντως να σταθεί εμπόδιο στην αναγνώρισή του ως ενός εκ των κορυφαίων συγγραφέων της Λατινικής Αμερικής. Το "Πέδρο Πάραμο" θεωρείται από πολλούς ως το σπουδαιότερο έργο της λατινοαμερικάνικης γραμματείας, ο Ρούλφο τοποθετείται πλάι στον Μπόρχες και το ολιγοσέλιδο έργο του αποτελεί τομή στην πορεία της λογοτεχνίας, καθώς προετοίμασε το boom της δεκαετίας του ΄60.

  Ομολογώ πως δεν εντυπωσιάστηκα από τα δεκαεπτά διηγήματα της συλλογής "Ο Κάμπος στις Φλόγες" (εκδ.Πατάκης,μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου). Αποφάσισα να την διαβάσω ώστε να προλειάνω κάπως το έδαφος τόσο για την ανάγνωση του αριστουργήματος του Ρούλφο όσο και των υπόλοιπων μεγάλων έργων της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, για τα οποία ακόμα αισθάνομαι ανέτοιμος.Η αλήθεια είναι πως και ο ίδιος ο Ρούλφο αντιμετώπισε τη συγγραφή των διηγημάτων αυτών ως άσκηση γραφής πριν καταπιαστεί με το βιβλίο που του άνοιξε την πόρτα για το πάνθεον της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

  " Δε λέμε τι σκεφτόμαστε.Πάει πολύς καιρός που έχουμε χάσει πια την όρεξη για λόγια.Την τέλεψε η ζέστη.Ίσως μιλούσαμε εύκολα σε άλλα μέρη, εδώ όμως θέλει κόπο.Εδώ μιλάς και οι λέξεις πυρώνουν μες στο στόμα σου μαζί με την ζέστη απ'έξω και σου ξεραίνουν τη γλώσσα μέχρι που κόβεται η ανάσα σου.Έτσι έχουν εδώ τα πράγματα.Γι΄αυτό κανείς δε θέλει να μιλά."

   Ο Ρούλφο δεν αγαπά τις μεγαλοστομίες και τη φλυαρία.Πώς θα μπορούσε να το κάνει αυτό ένας συγγραφέας που, πιστεύοντας πως τα είχε πει όλα σε μερικές εκατοντάδες σελίδες, έμεινε αυτοεξόριστος από την τέχνη του; Η γραφή του είναι ασθμαίνουσα και αυστηρά λιτή. Σε κανένα από τα σύντομα διηγήματά του δεν παρασύρεται σε λυρικές περιγραφές, στοχασμούς ή παρεκβάσεις και  συγχωρεί στον εαυτό του ούτε μια περιττή φράση.Κάθε παράγραφος είναι απόλυτα ζυγισμένη, διατυπωμένη με τρόπο δωρικό και τελεσίδικο.Το μοναδικό όχημα που αποδέχεται ο Ρούλφο για τις λέξεις του είναι ο κοφτός, μικροπερίοδος λόγος που ταιριάζει απόλυτα με τον καυτό ήλιο και τους κατάκοπους ανθρώπους που πρωταγωνιστούν στις ιστορίες του.

     Τα διηγήματα διαδραματίζονται τη δεκαετία του 1920, ενώ μαινόταν στο Μεξικό ο εμφύλιος πόλεμος των Κριστέρος - στη διάρκεια του οποίου δολοφονήθηκε ο πατέρας του Ρούλφο-που αφορούσε κατά κύριο λόγο τη κατανομή ισχύος και την αναδιανομή της γης. Φόντο των ιστοριών είναι η επαρχία του Χαλίσκο, μια φτωχή και άγονη περιοχή με τσακισμένους ανθρώπους, στην οποία μεγάλωσε ο συγγραφέας. Τα πρόσωπα εναλλάσσονται ωστόσο υπάρχει ένας ιστός που τα συνδέει: η πείνα, η φτώχεια, ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση, το μίσος και η απανθρωπιά που γεννούν οι σκληρές συνθήκες και το εχθρικό τοπίο.

      Η πλοκή των ιστοριών είναι απλή με κοινό άξονα το σκοτάδι που τις περιβάλλει. Εγκλήματα του παρελθόντος, αιμομιξίες, ξεκαθάρισμα λογαριασμών, ένα αδελφός που οδηγεί στο θάνατο τον ομομήτριό του, ένας πατέρας που μισεί τον γιο του αλλά προσπαθεί να τον σώσει, αντάρτες που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον ομοσπονδιακό στρατό. Η βία και το αίμα κυριαρχούν και ο Ρούλφο σε αρκετές περιπτώσεις περιγράφει με ωμό νατουραλισμό τον ξεπεσμό των κατοίκων του Χαλίσκο. Δεν είναι λίγα τα σημεία που μου θύμισαν την εξίσου αδέκαστη και σκληρή γραφή του Κόρμακ Μακ Κάρθυ. "Ο Κάμπος στις φλόγες" είναι ένα αποσπασματικό οδοιπορικό στη γη του Μεξικού, που παρά τις καλές στιγμές του ("Τάλπα","Ο 'Αντρας","Πες τους να μη με σκοτώσουν", "Πέρασμα του Βορρά", "Είναι που είμαστε πολύ φτωχοί") δεν κατάφερε να με ενθουσιάσει. 

   "Ίσως και οι δυο έχουμε πολύ κοντά μας το σώμα του Τανίλο, ξαπλωμένο στην τυλιγμένη ψάθα·γεμάτη μέσα κι έξω από ΄να σμάρι μπλε μύγες που ο βόμβος τους έμοιαζε με μακρύ ρόγχο που έβγαινε από το στόμα του·από εκείνο το στόμα που δεν μπόρεσε να κλείσει παρά τις τόσες προσπάθειες της Ναταλία και τις δικές μου και που έμοιαζε να λαχταράει ακόμα να αναπνεύσει δίχως να βρίσκει ανάσα.Εκείνου του Τανίλο που τίποτα πια δεν του πόναγε, έδειχνε όμως πονεμένος, με γρατζουνιές στα χέρια και τα πόδια και τα μάτια ορθάνοιχτα σαν να κοιτούσε τον ίδιο του τον θάνατο.Εδώ κι εκεί όλες του οι πληγές να στάζουν  ένα κίτρινο υγρό, κι αυτή τη μυρωδιά  που σκορπιζότανε παντού και που την ένιωθε κανείς στο στόμα, σαν να γευόταν ένα μέλι πηχτό και πικρό που έλιωνε στο αίμα του με κάθε ρουφηξιά αέρα"

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Άκου ανθρωπάκο...

Το πιο επικίνδυνο πλάσμα είναι το ζαρωμένο ανθρωπάκι μέσα μας, που όταν συναισθάνεται την ποταπότητα και την αδυναμία του εξεγείρεται και προσπαθεί να ισοπεδώσει ό,τι στέκεται γύρω του και είναι ψηλότερο από το ίδιο. Μια χούφτα από τέτοιους αισχρούς τραμπούκους και μαχαιροβγάλτες αλωνίζει εδώ και καιρό σε κάθε πόλη βρίζοντας, τρομοκρατώντας, κυνηγώντας μετανάστες, ομοφυλόφιλους, αριστερούς, αντιφασίστες, οποιονδήποτε αρνείται να κλείσει τα μάτια στη βαρβαρότητα τους.

Ένα γελοίο μόρφωμα από κοινούς λάτρεις της βίας, σαδιστές, ορφανά του Χίτλερ και νοσταλγούς του εμφυλίου, που αυτοηδονίζονται με κιτς ναζιστικές γιορτές τις Θερμοπύλες, στρατιωτικά παραγγέλματα, τον κομφορμισμό της αγέλης τους, τη στριγκιά φωνή του αρχηγού τους- που μόνο Άριο δε θυμίζει-, τις ομαδικές επιθέσεις σε στόχους ανήμπορους να αντιδράσουν, έτσι για να αυτοεπιβεβαιώσουν την ρώμη και την αρρενωπότητα τους. Ένας θίασος εγκληματιών που χαιρετά ναζιστικά και ,για να μην  αφήσει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της εθνικοφροσύνης του, τιμά τη μνήμη των ταγματασφαλιτών. 

Και πίσω από αυτούς ακολουθούν ,λιγότερο ενεργοί αλλά εξίσου αισχροί και ένοχοι, τα εκατοντάδες χιλιάδες φοβισμένα ανθρωπάκια που θέλουν να δανειστούν κάτι από την λάμψη, την εξουσία και την ισχύ της εμπροσθοφυλακής. Τα ανθρωπάκια που πιστεύουν πως έτσι θα οχυρώσουν καλύτερα το κτίσμα τους για να ζήσουν γαλήνιοι και ασφαλείς την ζωή τους, αποτυγχάνοντας πάντα να εκπληρώσουν τα μικροαστικά τους όνειρα. Ξέρω πάρα πολλούς ανθρώπους που καταστράφηκαν αυτά τα χρόνια και αγκομαχούν καθημερινά για να τα βγάλουν πέρα.Όμως δεν έσπευσαν όλοι να αγκαλιάσουν τον φασισμό για μια σακούλα πατάτες.Για αυτό και δεν πρόκειται να δείξω την παραμικρή κατανόηση σε όσους είδαν στο πρόσωπο του τέρατος μια λύση στα προβλήματά τους.Για μένα όσοι σκέφτηκαν έτσι είναι μια ανοιχτή πληγή, ένας καρκίνος που θα υπάρχει στην κοινωνία ακόμα και όταν η μαυρίλα τους αποτελέσει παρελθόν, όπως ακριβώς οι ταγματασφαλίτες και οι φιλοχουντικοί που δεν τιμωρήθηκαν και αφέθηκαν να γαλουχήσουν και τους απογόνους τους στο μίσος.

Το θηρίο πλέον δεν βρυχάται απλώς·ορμάει, δαγκώνει, σκοτώνει. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ακόμα και τώρα είμαστε συντριπτικά περισσότεροι.Το σταυροδρόμι φασισμού και αντιφασισμού δεν έχει να κάνει με την πολιτική, αλλά με τον πολιτισμό, με το κατά πόσο έχουμε ακόμα το σθένος και τη θέληση να είμαστε άνθρωποι. Και πρέπει να του νικήσουμε, χωρίς να υιοθετήσουμε τις πρακτικές τους.
1985,Σουηδία, επιζήσασα από στρατόπεδο συγκέντρωσης χτυπάει νεοναζί με την τσάντα της

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Τζακ και Καρλ, βίοι παράλληλοι

"Ο Καπάτσος"(εκδ.Άγρα, μετάφραση Α.Καλοκύρη)του Elmore Leonard είναι ένα από τα βιβλία που θα χαρακτήριζα "αντρικά" και που θα μπορούσε κάλλιστα να μεταφερθεί επιτυχώς στον κινηματογράφο. Ο γνωστός συγγραφέας βυθίζει τον αναγνώστη στην αγαπημένη για τους συγγραφείς νουάρ ιστοριών δεκαετία του ΄30, σε έναν κόσμο γεμάτο παράτολμους γκάνγκστερ,femme fatale, άφθονο παράνομο ουίσκι, πιστολίδι, τυχοδιώκτες και αστυνομικούς που προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους ή απλώς αφήνονται στη διαφθορά που τους προσφέρεται.Το μυθιστόρημα ,παρότι φλύαρο σε ορισμένα σημεία, συνεπαίρνει εύκολα τον αναγνώστη χάρη στην πολύ καλά στυλιζαρισμένη αφήγηση του Leonard που δίνει την αίσθηση πως πρόκειται για έναν άνθρωπο ζυμωμένο μέσα στον σύμπαν που περιγράφει.


Το βιβλίο ακολουθεί δυο νεαρούς, τον Καρλ Ουέμπστερ και τον Τζακ Μπελμόντ, άτομα που ακολούθησαν διαμετρικά αντίθετες πορείες, ωστόσο μοιάζουν με αδέλφια που χωρίστηκαν στο σταυροδρόμι αρετής και κακίας.Ο Καρλ, ομοσπονδιακός αστυνομικός, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας ενός αστυνομικού από τον διαβόητο κακοποιο Έμμετ Λονγκ , εμπειρία που τον στιγμάτισε, και αποφάσισε να ταχθεί στην υπηρεσία του νόμου αφότου σκότωσε έναν ζωοκλέφτη, απόφαση που δε μπόρεσε να αλλάξει ο πετρελαιοπαραγωγός πατέρας του. Ο Τζακ από την άλλη, επίσης γόνος βαθύπλουτου πετρελαιά της Οκλαχόμα, ήδη από την εφηβεία στράφηκε στο έγκλημα, απαγάγοντας την ερωμένη του πατέρα του.Και οι δύο φιγουρατζήδες και γεμάτοι αυτοπεποίθηση, οι πρωταγωνιστές θυμίζουν περισσότερο παιδιά, με τις εμμονές και την αφέλειά τους, παρά ώριμουες άντρες. Η δίωξη του εγκλήματος και οι ληστείες τραπεζών αντίστοιχα είναι για αυτούς ένα διασκεδαστικό παιχνίδι με κάποιους κανόνες, το οποίο εκτινάσσει την αδρεναλίνη τους και τους κάνει να βάζουν όλο και ψηλότερους στόχους.

Η σχέση των δυο ηρώων είναι σχεδόν καρμική.Ο Καρλ που αναδεικνύεται χάρη στις επιτυχίες του σε εμβληματική φιγούρα τιμωρού του εγκλήματος και ο Τζακ που προσπαθεί να κτίσει όνομα στον υπόλοσμο είναι αναπόφευκτο να συναντηθούν στο δρόμο προς την κορυφή.Οι δυο άντρες σύντομα έρχονται αντιμέτωποι και έτσι ιδρύεται μια αμφίδρομη σχέση θύτη και θύματος.Φτάνουν να ρισκάρουν τα πάντα,συχνά αγνοούν τη λογική και τις εντολές, αρνούνται να δώσουν τη χαριστική βολή ο ένας στον άλλο,γιατί πάνω από όλα θέλουν να συνεχιστεί αυτό το κυνήγι γάτας και ποντικιού.Η λύση θα δοθεί με ένα καταιγισμό πυροβολισμών στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου.

Ο Leonard δε δίνει τόση βαρύτητα στη δημιουργία ατμόσφαιρας ή στην αναλυτική παρουσίαση του κόσμου των γκανγκστερ.Πρωταρχικό του μέλημα είναι η παρακολούθηση των παράλληλων βίων των ηρώων. Οι σκηνές δράσης είναι αναρίθμητες και πολλές θα μπορούσαν να αποτελούν τμήμα από το σενάριο των ταινιών του Ταραντίνο-δεν είναι τυχαίο πως ο σκηνοθέτης έχει ΄μεταφέρει βιβλίο του συγγραφέα στη μεγάλη οθόνη. Το μόνο μείον του μυθιστορήματος είναι το γεγονός πως το ξεκαθάρισμα λογαριασμών καθυστερεί αρκετά, πράγμα που , το ομολογώ, με έκανε να διαβάσω διαγώνια κάποια από τα ενδιάμεσα γεγονότα που μεσολαβούν .

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Το σκοτεινό τούνελ που διασχίζουμε

 Μια αριστουργηματική νουβέλα και δυο μυθιστορήματα ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν τον λογοτεχνικό μύθο του Ερνέστο Σάμπατο, έναν εκ των τεσσάρων γιγάντων της αργεντίνικης λογοτεχνίας. Καθότι αισθάνομαι ακόμα ανέτοιμος να βουτήξω στα βαθιά της λατινοαμερικάνικης συγγραφικής παραγωγής, περιορίζομαι στο να γλύφω πεντανόστιμα και εύπεπτα κοκαλάκια , όπως "Το τούνελ" (Εκδ.Αστάρτη, μετάφραση Μάγια-Μαρία Ρούσσου), το οποίο ολοκλήρωσα χωρίς να το αφήσω από τα χέρια μου.

Ο αφηγητής μας Χουάν Πάμπλο Καστέλ, γνωστός ζωγράφος, ξεκινά με μα ξερή, ψύχραιμη ομολογία πως δολοφόνησε την ερωμένη του Μαρία Ιριμπάρνε. Από τη φυλακή πλέον, ο Καστέλ , μόνος και απογοητευμένος από τους ανθρώπους, εξιστορεί το σύντομο χρονικό της σχέσης του, θέλοντας όχι τόσο να απολογηθεί ή να αυτοψυχαναλυθεί, όσο να καταστήσει σαφές πως η πράξη του ήταν κάτι το αναμενόμενο και δίκαιο κάτω από τις συνθήκες που τελέστηκε. Η γραφή του Σάμπατο είναι πυρετώδης, μεταδίδει στο ακέραιο την υπερένταση του Καστέλ, και ταιριάζει απόλυτα στον ψυχικά διαταραγμένο(;) ήρωα που συχνά χάνει τον ειρμό του, ανοίγει άκαιρες παρενθέσεις και δεν παραλείπει να εκφράζει την περιφρόνησή του για την υπόλοιπη ανθρωπότητα, όποτε του δίνεται η ευκαιρία.

Αυτό που έκανε τον Καστέλ να ερωτευτεί κεραυνοβόλα και παθιασμένα-αυτά πάντα πηγαίνουν μαζί- την Μαρία στη διάρκεια μιας έκθεσης ζωγραφικής του είναι η εντύπωση που του δημιουργήθηκε πως αυτή, μόνη από όλους, εστίασε σε μια λεπτομέρεια του πίνακά του.Μια μοναχική γυναίκα στο βάθος του κάδρου που οι περισσότεροι περνούσαν βιαστικά. Ο Καστέλ αισθάνεται την ανάγκη να γνωρίσει την Μαρία και αρχίζει να καταστρώνει με σπάνια μεθοδικότητα σχέδια που υπηρετούν την εμμονή του. Όταν τελικά καταφέρνει να την κατακτήσει, η ζήλια του και η αμφιβολία για την αμοιβαιότητα των συναισθημάτων δεν του επιτρέπουν να ηρεμήσει και να απολαύσει τη σχέση του.

Ο έρωτας που περιγράφει ο Σάμπατο δεν είναι ο έρωτας ενός τρελού, είναι ένας τρελός έρωτας που θα μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε. Για αυτό και δε βιάζομαι να χαρακτηρίσω τρελό τον Καστέλ. Με μια πρώτη ματιά ο φόνος είναι πράξη ενός εμφανώς διασαλευμένου ατόμου, όμως καθώς παρακολουθούμε την αφήγηση του Καστέλ και την οξύτητα των συναισθημάτων του μια δεύτερη σκέψη εμφανίζεται, ο φόνος ως αποτέλεσμα της ακατανίκητης, εγωιστικής κτητικότητας  που χρησιμεύει για να προστατευτεί το αντικείμενο του πόθου. Ίσως λοιπον ο Καστέλ να μην είναι ένας ανισόρροπος, αλλά ένας μη χαλιναγωγημένος από τις κοινωνικές συμβάσεις, ο οποίος αρνείται να αποδεχτεί την απώλεια του προσώπου που νοηματοδοτεί την ύπαρξή του. Από αυτήν την οπτική ο φόνος είναι μια επανάσταση και απόλυτη επικράτηση του συναισθήματος έναντι της λογικής και της παραίτησης του με΄σου ανθρώπου από τον έρωτά του μετά από μια απογοήτευση. Το αχαλιναγώγητο συναίσθημα αρκεί για το στιγματισμό κάποιου ως ψυχασθενή- σε τι διαφέρει κανείς από τα κινούμενα από ένστικτα ζώα θα έλεγε κανείς- όμως αν έρθουμε στη θέση του Καστέλ θα διστάσουμε να προβούμε σε έναν τόσο ισοπεδωτικό χαρακτηρισμό.

"Το Τούνελ" δίνει μια πολύ εντυπωτική και πλατιά απεικόνιση του ερωτικού συναισθήματος, που χωράει από το φόβο της μοναξιάς, την ικανοποίηση των σαρκικών αναγκών και την χωρίς ανταλλάγματα τρυφερότητα, μέχρι τη ζήλια, την προσπάθεια αυτοεπιβεβαίωσης μέσω του έρωτα, την οικειοποίηση του εραστή και το μίσος της προδοσίας. Και κυρίως, όπως διαπιστώνει ο Καστέλ σε μια ανυπέρβλητη παράγραφο, ο έρωτας με όλα τα παραπάνω αντιφατικά χαρακτηριστικά του, είναι ο μόνος ικανός να δώσει αληθινό παλμό στη ζωή μας, να οδηγήσει σε ένα σύντομο ξέφωτο στην μακρά, μοναχική πορεία μέσα στο ατομικό μας τούνελ.

"Υπήρχε ένα και μοναδικό τούνελ,σκοτεινό και μοναχικό : το δικό μου, το τούνελ που μέσα του είχαν κυλήσει τα παιδικά μου χρόνια, η νιότη μου, η ζωή μου ολόκληρη.Και σε ένα από εκείνα τα διάφανα ανοίγματα του πέτρινου τοίχου, είχα δει αυτήν την κοπέλα κι είχα πιστέψει με αφέλεια πως ερχόταν από άλλο τούνελ ,παράλληλο με το δικό μου, ενώ στην πραγματικότητα άνηκε στον ανοιχτό κόσμο, τον κόσμο τον δίχως όρια, που γνωρίζουν όσοι ζουν μέσα σε τούνελ.Και ίσως να είχε πλησιάσει από περιέργεια σ΄ε΄να από τα παράξενα  παράθυρά μου και να είχε δει το θέαμα της αθεράπευτης μοναξιάς μου, ή όπως το είχε μεταδώσει η σιωπηλή γλώσσα,το κλειδί του πίνακά μου.Και τότε, ενώ εγώ προχωρούσα πάντα μέσα από τη στοά μου, εκείνη ζούσε έξω την κανονική της ζωή, την ταραγμένη ζωή που κάνουν αυτοί οι άνθρωποι που ζουν έξω, αυτή τη ζωή τη παράξενη και γελοία ,οπου γίνονται χοροί και γιορτές κι υπάρχει ευθυμία και κουφότητα.Και καμιά φορά συνέβαινε, όταν εγώ περνούσα μπροστά από κάποιο από τα παράθυρά μου, εκείνη με περίμενε βουβή και ανήσυχη.Αλλά πολλές φορές συνέβαινε να μη φτάνει έγκαιρα και ξεχνούσε αυτό το δύστυχο παγιδευμένο πλάσμα, και τότε εγώ , με το πρόσωπο κολλημένο πάνω στο γυάλινο τοίχο, την έβλεπα μακριά να χαμογελάει ή να χορεύει ανέμελα ή , πράγμα που ήταν ακόμα χειρότερο, δεν την έβλεπα καθόλου και τη φανταζόμουν σε μέρη απρόσιτα και χαύνα.Και τότε ένιωθα πως η μοίρα μου ήταν άπειρα πιο ερημική από ότι είχα φανταστεί."

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Βίλα-Μάτας αυτοσαρκαζόμενος

Έχει πάντα ενδιαφέρον να μαθαίνεις πράγματα για την ανθρώπινη διάσταση των συγγραφέων , να προσπαθείς να φανταστείς το πρόσωπο και τα βιώματα που κρύβονται πίσω από τις σελίδες που διαβάζεις. "To Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ"(εκδ.Καστανιώτης,μετάφραση Ναννά Παπανικολαόυ)  είναι η εξόχως ειρωνική και αυτοσαρκαστική καταγραφή της περιόδου λογοτεχνικής μαθητείας του Ενριίκε Βίλα-Μάτας στο Παρίσι, όταν ακολουθώντας τα χνάρια του ινδάλματός του, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, προσπάθησε να ενταχθεί στους λογοτεχνικούς κύκλους, να ζήσει τον παλμό της  πόλης και να ολοκληρώσει το πρωτόλειο μυθιστόρημά του.

Ο Μάτας αφηγείται σε χαλαρό ύφος- υποτίθεται πως το κείμενο προορίζεται για μια διάλεξη- και χωρίζει το μυθιστόρημα σε μικρά κεφάλαια, τα οποία δεν συνδέονται πολύ σφιχτά μεταξύ τους. Η διήγηση προσωπικά με εξέπληξε, διότι απλούστατα τα χρόνια της μαθητείας του Μάτας δεν κρύβουν καμία ιδιαίτερη γοητεία ,ούτε αρκούν για να δημιουργήσουν έναν μύθο γύρω από τη γαλούχησή του ως συγγραφέα. Ο Μάτας  αντιμετωπίζει με ιδιαίτερο χιούμορ τις ανασφάλειες του νεαρού εαυτού του, τις εμμονές του, τις πάμπολλες δυσκολίες που αντιμετώπισε και δε διστάζει να παραδεχθεί πως ,σε αντίθεση με τον Χέμινγουεϊ που έζησε στο Παρίσι "πολύ φτωχός αλλά πολύ ευτυχής", ο ίδιος  υπήρξε "πολύ φτωχός αλλά και πολύ δυστυχής".

Το μυθιστόρημα είναι πραγματικά διασκεδαστικό σε διάφορα σημεία του, καθώς τα περιστατικά που καταγράφει το Μάτας είναι χαρακτηριστικά της αφέλειας ενός νεαρού που προσπαθεί να καταξιωθεί ως καλλιτέχνης. Διαβάζουμε λοιπόν για την προσπάθεια του Μάτας να θυμίζει  διανοούμενο κυκλοφορώντας στα καλλιτεχνικά στέκια με γυαλιά και πίπα, την πεποίθησή του πως πρέπει διαρκώς να φαίνεται μελαγχολικός και απελπισμένος προκειμένου να αποκτήσει το προφίλ συγγραφέα, την μανία του να υπενθυμίζει σε όλους πως μοιάζει εξωτερικά με τον Χέμινγουεϊ, την αγωνιώδη προσπάθειά του να συλλέξει φράσεις για τους διαλόγους του έργου του, σημειώνοντας σε ένα μπλοκάκι ό,τι ενδιαφέρον άκουγε σε συζητήσεις.Κορυφαία στιγμή του μυθιστορήματος δεν είναι άλλη από την παράθεση της αλληλογραφίας με τον πατέρα του, τον οποίο προσπαθούσε να πείσει πως πρέπει να εξακολουθήσει να τον υποστηρίζει οικονομικά:

"Αγαπητέ πατέρα: έχω φτάσει στην ηλικία που οι αρετές του ανθρώπου βρίσκονται στο ύψιστο σημείο τους και η εξυπνάδα φτάνει τη μέγιστη δύναμη και ικανότητά της. Είναι επομένως η ώρα να υλοποιήσω το λογοτεχνικό μου έργο.Για να το υλοποιήσω χρειάζομαι ηρεμία και όχι περισπασμούς, να μην αναγκάζομαι να ζητάω λεφτά από τη Μαργκερίτ Ντυράς, ούτε να ασχολούμαι συνέχεια με το να προσπαθώ να σε πείσω  ότι αξίζει τον κόπο να χρηματοδοτείς  τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος που μακροπρόθεσμα , όταν θα το τελειώσω και θα το εκδώσω και θα εισπράξω το χειροκρότημα του πλήθους , θα σε γεμίσει πατρική περηφάνια και μεγάλη ικανοποίηση που ήξερες να είσαι  γενναιόδωρος μαζί μου.

Αγαπητέ μου γιε: Έχω φτάσει στην ηλικία όπου ο άνθρωπος  αναγκάζεται να διαπιστώσει πως ο γιος του εξελίχθηκε σε ηλίθιο.Σου δίνω τρεις μήνες καιρό  για να τελειώσεις το αριστούργημά σου.Αλήθεια, ποια είναι η Μαργκερίτ Ντυράς;"

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου είναι οι αμέτρητες λογοτεχνικές αναφορές του. Ο Μάτας γενικά συνηθίζει να παραπέμπει σε άλλους συγγραφείς. Έτσι και εδώ  αναφέρεται στα αναγνώσματα της νιότης του από την ισπανική γενιά του ΄27 (Λόρκα, Θερνούδα) και τους Μαλαρμέ, Ρεμπώ, Λοτρεαμόν μέχρι τον Χέμινγουεϊ, αποσπάσματα από το βιβλίο του οποίου "Κινητή γιορτή" συναντά κανείς πολλές φορές. Εξάλλου  ο Μάτας παραθέτει πολλές από τις υποδείξεις των διάφορων φίλων και δασκάλων του που προσπάθησαν να τον βοηθήσουν στα πρώτα του βήματα. "Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ" είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα που μπορεί να βρίσκεται στο κομοδίνο για τα λίγα λεπτά πριν τον ύπνο και να διαβαστεί παράλληλα με ένα πιο δύσπεπτο έργο.

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Να ΄μαστε και πάλι

Το καλοκαίρι τελείωσε- επιτέλους!- και μέσα στη βδομάδα επιστρέφουμε με κανονικούς ρυθμούς.Κάθε χρόνο νιώθω μια σχετική ανακούφιση όταν μπει ο Σεπτέμβριος. Καλές οι διακοπές και η ραστώνη, αλλά η θερινή μελαγχολία ,που δε λείπει από κανένα καλοκαίρι, είναι εξαιρετικά βαρύ φορτίο. Ίσως γιατί ο ήσυχος φλοίσβος των κυμάτων ή η ζαλιστική ατμόσφαιρα της άδειας πόλης σε αφήνουν εκτεθειμένο στις πιο μύχιες σκέψεις σου.Το καλοκαίρι σου προσφέρει πάντα χρόνο για να σκεφτείς και να αναμετρηθείς με ο,τι κατάφερνες να προσπερνάς μέσα στην πολυάσχολη καθημερινότητα του χειμώνα. Και ως γνωστόν, κάποιες ταινίες που προβάλλουμε μέσα στο μυαλό μας μπορούν να μας τρελάνουν...

Φέτος το κοντέρ έγραψε πολλά χιλιόμετρα, μια διαρκής τάση  φυγής με έσπρωχνε να εξαφανίζομαι σχεδόν απροετοίμαστα με την παραμικρή ευκαιρία και με οποιαδήποτε παρέα. Ήταν λες και η αίσθηση της κίνησης από μόνη, το τοπίο που έτρεχε μέσα από το τζάμι και η προσδοκία του ταξιδιού έκαναν το μυαλό μου να ξεχνιέται τελείως και να παύει να βλέπει κάποια πράγματα τόσο απαισιόδοξα. 

Διάβασα και βιβλία, άκουσα πάρα πολύ μουσική και είδα μπόλικες ταινίες, όμως έχω την αίσθηση πως και αυτά τα χρησιμοποίησα τελείως χρησιμοθηρικά, placebo για να περνάει η ώρα κάπως ευκολότερα και να φτιάχνει κάπως η διάθεση.Και η κατάληξη είναι ίδια με όλων των καλοκαιριών: χρόνος κύλησε, αφήσαμε πολλά πράγματα πίσω μας, ζήσαμε πολλά, ελπίζουμε να βρούμε και άλλα.

Καλή μας χρονιά.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Θερινή ανάπαυλα

 Οι ζέστες έχουν αρχίσει να σφίγγουν απελπιστικά, οπότε ήρθε η ώρα για το καλοκαιρινό διάλειμμα.Τον Ιούλιο δεν θα υπάρξουν νέες αναρτήσεις στο blog, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε θα παρακολουθώ την κίνηση στα υπόλοιπα ιστολόγια. Επιστρέφουμε τον Αύγουστο, ελπίζοντας ότι στο μεσοδιάστημα θα χωρέσουν , εκτός από την απαραίτητη ραστώνη της εποχής, και αρκετά ενδιαφέροντα αναγνώσματα-προτάσεις ευπρόσδεκτες .Καλή ξεκούραση σε όλους, γεμίστε μπαταρίες, ξεχάστε ντροπές και ανησυχίες για να βυθιστείτε σε ένα υπέροχο καλοκαίρι!

"Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου,
πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει,
τινάζοντας απ' τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της,
ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά,
πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων,
στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;"
Οδ.Ελύτης