Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Ο Απόκληρος

 "Ξέρεις χτύπησα, πονάει το γόνατό μου, δεν έχω πεντάρα, ούτε δουλειά, ούτε Μαρί,αλλά δε βαριέσαι, κι αύριο το πρωί θα 'μαι πάλι χτυπημένος, χωρίς λεφτά,χωρίς δουλειά, χωρίς Μαρί- οπότε δεν είναι επείγον."

 Ο Χανς Σνηρ, πρωτοπρόσωπος αφηγητής του μυθιστορήματος "Οι απόψεις ενός κλόουν" του Χάινριχ Μπελ(εκδ. Γράμματα, μετάφραση Τζένη Μαστοράκη), είναι ένας άνθρωπος που δύσκολα θα αντιπαθούσε κανείς. Διαρκώς μελαγχολικός, σε σημείο που αντιμετωπίζει με αδιαφορία ως κυνισμό τις αναποδιές στη ζωή του και περιπαίζει με πικρόχολα σχόλια όσους συναναστρέφεται,ακόμα και αυτούς που έχει ανάγκη, συμβιβασμένος με την αποτυχία του, ο Χανς αυτοσαρκάζεται και παράλληλα στηλιτεύει τον ανορθολογισμό της κοινωνίας του.


 Ο Χανς είναι ένας κοινωνικός αποστάτης, γόνος μια μεγαλοαστική οικογένειας με μακρά παράδοση στις επιχειρήσεις, ο οποίος αρνήθηκε να ακολουθήσει την πεπατημένη, να κληρονομήσει την τεράστια περιουσία του και να ζήσει το ίδιο κομφορμιστικά και μίζερα με τους γονείς του. Μια μέρα, απηυδισμένος από την αυστηρή μητέρα και τον εργασιομανή πατέρα του, παίρνει το βαλιτσάκι του και το σκάει μαζί με τον ένα και μοναδικό έρωτα που γνώρισε στη ζωή του, τη Μαρί. Στόχος δεν είναι άλλος από την εκπλήρωση του ονείρου του, να δουλέψει ως περιοδεύων κλόουν, ώστε να γεράσει δίπλα στην αγαπημένη του, όχι πλουσιοπάροχα, αλλά ταπεινά και ελεύθερα.Ο Χανς δεν είναι ένας μικροαστός από αυτούς που επίσης σιχαίνεται. Θέλει να είναι ένα ελεύθερος άνθρωπος με τη δική του προσωπική σφαίρα, την οποία καμία κοινωνική επιταγή, καμία θεία εντολή , καμία πατρική καθοδήγηση δεν μπορεί να διατρήσει. Θεωρεί παράλογο ό,τι βλέπει γύρω του και η παράνοια που διαπιστώνει τον κάνει να κινείται σαν εκκρεμές μεταξύ αδιαφορίας και απόγνωσης- μια νότα υπαρξισμού είναι εμφανής.

"Ήθελα να κλάψω, αλλά με κράτησε το μακιγιάζ, ήταν τόσο ωραίο, μ΄όλα του τα ραγίσματα και τα ξεφλουδίσματα, θα το 'κανα χαλάστρα με τα δάκρυα"

Δε θα ήθελα να είμαι Γερμανός , όταν εκδόθηκε αυτό το βιβλίο. Ο Μπελ εστιάζει σε λεπτομέρειες και πραγματικά σφάζει με το βαμβάκι τους συμπατριώτες του, δίχως να αφήνει τίποτα στο απυρόβλητο, ούτε το παρόν τους, ούτε το οδυνηρό πρόσφατο παρελθόν τους, ούτε αυτό που θα λέγαμε νοοτροπία τους. Ας αρχίσουμε από το πρώτο. "Οι απόψεις ενός κλόουν" δημοσιεύονται το 1967  με τη Γερμανία να έχει ολοκληρώσει το οικονομικό της θαύμα και να έχει αφήσει για τα καλά πίσω της τα ερείπια και τον διασυρμό του πολέμου. Ποιοι ήταν όμως οι πρωταγωνιστές αυτού του θαύματος; Ο Χανς δεν αφήνει αμφιβολίες: άτομα όπως οι συγγενείς του, υποστηρικτές-ακόμα και ακραιφνώς- των Ναζί, τα οποία προσαρμόστηκαν αναίμακτα και ταχύτατα στις νέες συνθήκες, διαλαλώντας μάλιστα την αντιστασιακή τους δράση (και στους Έλληνες θα έπρεπε να θυμίζει πολλά αυτή η κατάσταση...) .Πνευματικοί άνθρωποι, δίχως αληθινή καλλιέργεια που αρκούνται σε μια εντυπωσιακή βιτρίνα με τσιτάτα και ηθικολογίες. Ο Χανς δε συναντά πουθενά γύρω του ειλικρινή ανθρώπινη συμπόνια.Ναι, οικονομικά η Γερμανία τα χει καταφέρει, ψιθυρίζει ο Μπελ, με τους ανθρώπους της όμως τι έγινε;

Ο Μπελ δεν αφήνει ανέγγιχτους δυο από τους πυλώνες που συγκρατούν την κυρίαρχη νοοτροπία στην κοινωνία του, τον καθολικισμό και τον προτεσταντισμό. Ο πρώτος είναι αυτός που του στέρησε την Μαρί, φανατική καθολική, που προκειμένου να αποφύγει  τα σχόλια δέχεται να παντρευτεί με θρησκευτικό γάμο και μόνο αν ο Χανς δεχτεί να ακολουθήσουν τα παιδιά το δικό της δόγμα.Τελικά παντρεύεται έναν καθολικό που χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης στους κύκλους της καθολικής εκκλησίας. Η υποκρισία και το μαστίγιο της ηθικής που καταπιέζει τους καθολικούς εξοργίζει τον Χανς, που θέλει να παρουσιαστεί ενώπιον του Πάπα για μια σύντομη παράσταση.

Ο προτεσταντισμός είναι αυτός που δίνει το τελειωτικό χτύπημα στις σχέσεις του Χανς με την οικογένειά του. Στην κορυφαία σκηνή του βιβλίου, ο Χανς συναντά τον πατέρα του. Του ζητά οικονομική ενίσχυση, όμως δε βρίσκει ανταπόκριση. Γιατί να δώσεις λεφτά σε έναν αποτυχημένο αρλεκίνο, έστω κι αν είναι γιος σου; Κανείς δε δικαιούται να ανταμείβεται χωρίς να εργάζεται σκληρά, διότι διαφορετικά είναι καταστροφικός για τον εαυτό του και επιβαρυντικός για τους γύρω του. Ο Χανς, λοιπόν, ξεσπάει εναντίον της "σύνεσης" και της ασκητικότητας που επιβάλλει η νοοτροπία των γονιών του:

"Θες να πεις πως δε χορταίνατε φαΐ;" "Ακριβώς" του λέω ατάραχος "ποτέ μας δε χορτάσαμε, τουλάχιστον στο σπίτι.Μέχρι σήμερα δεν έμαθα αν ήταν τσιγκουνιά ή λόγοι αρχής, αλλά θα προτιμούσα να πιστεύω πως ήταν τσιγκουνιά. Ξέρεις όμως τι παθαίνει ένα παιδί όταν κάνει ποδήλατο όλο το απόγευμα κι έπειτα παίζει ποδόσφαιρο, κι έπειτα κολυμπάει στον Ρήνο;"
"Φαντάζομαι πως του ανοίγει η όρεξη"είπε ψυχρά
"Όχι" του λέω,"Ξελιγώνεται!Να πάρει ο διάβολος όταν ήμαστε μικροί, ξέραμε απλώς πως είχαμε περιουσία, μεγάλη περιουσία, μόνο που εμείς δεν την είδαμε ποτέ: δε φάγαμε ούτε μια φορά της προκοπής."
"Σας έλειψε τίποτα;"
"Ναι" του λέω,"και να σου πω τι μας έλειψε: το φαΐ και το χαρτζιλίκι" 

"Οι απόψεις ενός κλόουν" είναι ένα αρκετά ιδιαίτερο μυθιστόρημα που με τον τρόπο του σε γοητεύει και σε κάνει να συμπαθήσεις τον αφηγητή του.Ο Χανς είναι ένα κομμάτι από εμάς κάθε φορά που δυσανασχετούμε και εξεγειρόμαστε με ό,τι μας πληγώνει γύρω μας.Τις περισσότερες φορές, όμως, είμαστε εμείς πάλι που πληγώνουμε τους στιγμιαίους Χάνς που βρίσκουμε στο δρόμο μας. Σημειώνεται ότι ο Μπελ βραβεύτηκε με Νόμπελ λογοτεχνίας.
Χάινριχ Μπελ

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ

"Δεν υπάρχει  φωτιά ή παγωνιά που  μπορεί να αντιμετρηθεί με αυτό που φωλιάζει στην άγρια καρδιά ενός άντρα"

Λίγα βιβλία μου έχουν προσφέρει την απόλαυση που μου χάρισε απλόχερα ο "Μεγάλος Γκάτσμπυ" (εκδ.Άγρα,πολύ καλή μετάφραση Άρη Μπερλή). Οι σελίδες του με συνεπήραν, βυθίστηκα σε αυτές και διάβασα απνευστί το μυθιστόρημα, εντελώς σκλαβωμένος από τη γοητεία του κεντρικού χαρακτήρα του. Ο Φιτζέραλντ δημιούργησε μια εμβληματική λογοτεχνική μορφή, ένα αρχετυπικό ειδύλλιο, και πάντρεψε μοναδικά το πνεύμα αισιοδοξίας των ΄20s με το  μελαγχολικό ρομαντισμό του ίδιου και του ήρωά του. Ξεκίνησα κάπως μουδιασμένος την ανάγνωση, ίσως δiότι πολλοί είναι οι φίλοι μου, που θεωρούν το βιβλιο ψυχρό και βαρετό- ειλικρινά δεν τους καταλαβαίνω. Το γεγονός είναι πως ο "Μεγάλος Γκατσμπυ" συνοδεύεται από τόσο υψηλές προσδοκίες και περιβάλλεται από έναν τόσο μεγάλο μύθο -ας μη ξεχνάμε πως χαρακτηρίζεται ως το Great American Novel του εικοστού αιώνα από πολλούς κριτικούς- που ενδέχεται να απογοητεύσει κάποιους ανυποψίαστους για το τι πραγματικά είναι αυτό το βιβλίο.

Ας δούμε πρώτα την σχετικά απλή πλοκή.Ο Νικ Κάραγουει εγκαθίσταται στο Long island δίπλα στην έπαυλη του Γκάτσμπυ, ενός μυστηριώδους μεγιστάνα που οργανώνει ξέφρενα πάρτι.Οι δυο άντρες έρχονται σε επαφή και έτσι ο αφηγητής μας και οι αναγνώστες μαθαίνουν το παρελθόν του ήρωα. Ο Γκάτσμπυ αποκαλύπτει στον νέο του φίλο ότι είναι ακόμα ερωτευμένος με τη Νταίζυ Φαίη,την οποία αποχωρίστηκε στη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Η Νταίζυ δεν μπόρεσε να περιμένει τον αγαπημένο της,που ούτως ή άλλως δε ήταν τότε σε θέση να της εξασφαλίσει μια άνετη ζωή, και παντρεύτηκε τον βαθύπλουτο Τομ Μπιουκάναν. Πέντε χρόνια αργότερα ο Γκάτσμπυ, όντας πλεον κροίσος, αποφασίζει να διεκδικήσει τον πρώτο του έρωτα, να την ξαναπαντρευτεί ,ώστε να αναβιώσει την σύντομη ευτυχία που έζησε στο παρελθόν.

"Αποφάσισα να του μιλήσω.Αλλά δεν είπα τίποτα, γιατί ξαφνικά έδωσε την εντύπωση ότι ήθελε να είναι μόνος- άπλωσε μπροστά τα χέρια του προς το σκοτεινό νερό με έναν περίεργο τρόπο και, όσο μακριά και αν ήμουν, θα έπαιρνα όρκο ότι έτρεμε.Άθελα μου κοίταξα προς τη θάλασσα και δεν διέκρινα τίποτα παρά μόνο ένα πράσινο φωτάκι,πολύ μακριά, που θα μπορούσε να είναι η άκρη ενός ντόκου"

 Πολλοί διαβάζουν ,επιφανειακά κατά τη γνώμη μου,τον Μεγάλο Γκατσμπυ ως ένα συγκεκαλυμμένο λιβελογράφημα σε βάρος της αμερικανικής κοινωνίας την εποχή πριν το κραχ. Η αλήθεια είναι ότι ο Φιτζέραλντ υπήρξε ο συγγραφέας που κατέγραψε καλύτερα από οποιονδήποτε την επιπολαιότητα,τον υλικό ευδαιμονισμό, την αφέλεια των συμπατριωτών του λίγα χρόνια πριν να καταρρεύσουν τα πάντα. Τα πολυέξοδα και πολύβουα πάρτι του Γκάτσμπυ είναι πασαρέλες κενότητας, όπου τα μέλη της καλής κοινωνίας σπεύδουν για να μεθύσουν και να ξεσαλώσουν σα να μην υπάρχει αύριο. Ουκ ολίγες φορές καταφέρεται εναντίον αυτών των ανθρώπων ο Φιτζέραλντ μέσω του αφηγητή του, που φαίνεται αηδιασμένος από την επιδειξιομανία και τη φαιδρότητα τους. Ο Τομ, τυπικός εκπρόσωπος της παλιάς αριστοκρατίας, ρωμαλέος και αλαζόνας, με απρόσεκτους τρόπους και χωρίς καλλιέργεια, θυμίζει μεγαλοκτηματία παλαιότερων εποχών. Οι γυναίκες του μυθιστορήματος φαίνονται όλες ανώριμες, ανίκανες για ειλικρινή και βαθιά συναισθήματα, παραδομένες και αυτές στις ευκολότερες απολαύσεις. Οι άνθρωποι του μυθιστορήματος, όλοι εκτός από τον πρωταγωνιστή, είναι συναισθηματικά ναρκωμένοι από το παράνομο αλκοόλ και τη  τζαζ μουσική.
 Φρανσίς Σκότ Φιτζέραλντ

Όμως όλα αυτά δεν είναι παρά ένα σκηνικό, το οποίο μάλιστα ο Φιτζέραλντ δε θέλει να φωτίσει περισσότερο από τον ήρωά του.Ο λόγος που ορισμένοι εστιάζουν σε αυτήν την όψη του έργου, είναι πως η πορεία της ιστορίας απέδειξε σύντομα πόσο επίπλαστη υπήρξε αυτή η ευδαιμονία και πόσο σαθρά τα θεμέλια του αμερικανικού ονείρου.Ο Φιτζέραλντ, σαφώς και καυτηριάζει καταστάσεις -άλλωστε κάποιοι χαρακτήρες,όπως ο Γουλφσαίμ  παραπέμπουν ευθέως σε προσωπικότητες της εποχής-, ωστόσο δεν το επιχειρεί ούτε με τη σφοδρότητα ούτε με την εμμονή ενός Μπαλζάκ. Δε θέλησε δηλαδή ,πιστεύω, να γράψει ένα χρονικό των τελευταίων ημερών της (νέας) Ρώμης διαισθανόμενος την κατάρρευση, απλώς προσάρμοσε ένα διαχρονικό θέμα στην εποχή του,δημιουργώντας όπως θα δούμε μια μοναδική αντίστιξη.

"Ήταν ένα από εκείνα τα σπάνια χαμόγελα που έχουν μια χροιά παντοτινής διαβεβαίωσης, ένα χαμόγελο που το συναντάς 4-5 φορές στη ζωή σου."

Το  μυθστόρημα είναι ο Γκάτσμπυ( και σε ένα βαθμό ο Γκάτσμπυ είναι ο Φιτζέραλντ).Ελάχιστα από τα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας είναι τόσο στενά δεμένα με τον κεντρικό τους χαρακτήρα. Ποιος είναι όμως ο Γκάτσμπυ; Είναι η ενσάρκωση του αμερικανικού ονείρου, ένα φτωχό παιδί που στα τριάντα του είχε καταφέρει να θησαυρίσει εκμεταλλευόμενος την ποτοαπαγόρευση, να γίνει ένας ζωντανός θρύλος,ευπρόσδεκτος σε οποιοδήποτε κύκλο, τα πάρτι του οποίου αποτελούν μεγάλο γεγονός για την υψηλή κοινωνία.Εκ πρώτης όψεως ο ήρωας μας παρουσιάζεται ως το απόλυτα επιτυχημένο προϊόν της εποχής του. Ταυτόχρονα όμως ο Γκάτσμπυ δείχνει ατελώς προσαρμοσμένος στον κόσμο αυτό: αν και διοργανωτής, συχνά δεν εμφανίζεται στα πάρτι του, δεν πίνει όυτε χορεύει. Κέρδισε τον πλούτο του μόνο για να εκπληρώσει το όνειρό του και να βρεθεί ξανά δίπλα στην αγαπημένη του.

Ο Γκάτσμπυ ,παρά τον θρίαμβό του, είναι ανέτοιμος για την εποχή του. Και αυτό γιατί είναι ο μόνος που δεν επέτρεψε στα αισθήματά του να είναι εφήμερα και παροδικά. Είναι ένας άνθρωπος που ακροβατεί επικίνδυνα μεταξύ δυο  κόσμων. Μολονότι αναγκασμένος να ζει στη Νέα Υόρκη των χρηματιστών,της ατελείωτης διασκέδασης, των στάρλετ με τις φανταχτερές βραδυνές τουαλέτες και τα ακριβά αυτοκίνητα,  ο Γκάτσμπυ είναι βγαλμένος από έναν μεσαιωνικό ρομαντισμό, σαν αυτόν που είχαν οι ιππότες στα μυθιστορήματα που διάβαζε νέος ο Φιτζέραλντ.Έτσι ο Γκάτσμπυ οδηγεί μεν μια Ρολς Ρόις, έχει επανδρώσει την έπαυλή του με τα πιο σύγχρονα μηχανήματα αλλά ατενίζει τον ουρανό από τον πύργο του σπιτιού του (σαφώς ρομαντικό στοιχείο) και ελπίζει πως απλώνοντας το χέρι του προς το πράσινο φως θα αγκαλιάσει την Νταίζυ.

"Της ζητάς πολλά" είπα."Δεν μπορείς να επαναλάβεις το παρελθόν"
"Τι έκανε λέει;"φώναξε σα να μην πίστευε στα αυτιά του."Και βέβαια μπορείς!"

Είναι ο άνθρωπος που πεισματικά αρνείται να παραδεχθεί πως το παρελθόν έχει πεθάνει, που πιστεύει στον παντοτινό έρωτα και είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα για να τον ζήσει. Ο έρωτας του προς τη Νταίζυ μοιάζει εξαρχής καταδικασμένος, καθώς αυτή αδυνατεί να σηκώσει το βάρος της αιώνιας αγάπης. Στην πραγματικότητα παρακολουθούμε το αργό βούλιαγμα του Γκάτσμπυ σε έναν αυτοκαταστροφικό έρωτα, τη συντριβή του ρομαντικού ήρωα στον κυνισμό τών ανθρώπων της εποχής του.Για αυτό και είναι τόσο τραγική η σκηνή που ο Γκάτσμπυ προσπαθεί να αποσπάσει μια ομολογία αιώνιας αφοσίωσης από τη Νταίζυ, πιστεύοντας αφελώς πως αυτό αρκεί για να κρατήσει ζωντανό το παρελθόν του.Όπως παρατηρεί στο εξαιρετικό του εισαγωγικό σημείωμα ο Άρης Μπερλής, ο έρωτας του Γκάτσμπυ είναι καθαρά ρομαντικής υφής: το σεξουαλικό στοιχείο, η σάρκα ,που μολύνει το συναίσθημα, απουσιάζουν. Ο φακός, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί στο εξαιρετικό εισαγωγικό του σημείωμα ο Άρης Μπερλής, είναι απόλυτα στραμμένος στην πλατωνική διάσταση ενός έρωτα με εφηβικό πάθος και παιδιάστικη αφέλεια. Στραμμένος στο παρελθόν, αφοσιωμένος στον έρωτα του, πεισματικά αρνούμενος να αποδεχθεί τη φθορά των ανθρώπων και των συναισθημάτων, μελαγχολικός και αφελής ο Γκάτσμπυ είναι η τελευταία σημαντική  ρομαντική φιγούρα της νεότερης λογοτεχνίας. Και ο λυρισμός του τέλους της αφήγησης θα μας στοιχειώνει πάντα.

"Κι έτσι συνεχίζουμε, βάρκες ενάντια στο ρεύμα,που ακατάπαυστα μας ρίχνει πίσω στο παρελθόν."

Υ.Γ. Το τελευταίο διάστημα πολλά ιστολόγια ασχολήθηκαν με τον "Μεγάλο Γκάτσμπυ".Προσωπικά ξεχωρίζω και σας παραπέμπω στην ,ως συνήθως, εξαιρετική ανάρτηση του Ναυτίλου

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Το δικό μου σινεμά

 Λατρεύω το σινεμά.Βλέπω μανιωδώς ταινίες, τουλάχιστον τέσσερις τη βδομάδα, χωρίς να κάνω ελιτίστικες διακρίσεις.Ό,τι έχω μάθει για το σινεμά, το οφείλω σε έναν συνομήλικο μου, ο οποίος με την απίστευτη για την ηλικία του κινηματογραφική του παιδεία μου έδωσε τα πρώτα ισχυρά ερεθίσματα, και σε έναν ευαίσθητο και βαθιά καλλιεργημένο πενηντάρη, που όχι μόνο με οδήγησε στα ωραιότερα μονοπάτια αυτού του μαγικού κόσμου, αλλά επιπλέον μου έμαθε να περιπλανιέμαι σε αυτόν απροκατάλυπτα, να αποδέχομαι κάθε είδους ταινία και να αντλώ από αυτήν όση απόλαυση μπορεί να μου προσφέρει., να μη υποκλίνομαι στις αυθεντίες των διάφορων "κανόνων" που έχουν σχηματιστεί με την πάροδο του χρόνου.

Ποτέ -αν και κατά συρροήν λιστομανής-δεν κάθισα να σκεφτώ ποιες είναι οι αγαπημένες μου ταινίες.Δεν μιλάω για τις τεχνικά αρτιότερες, ούτε για τις ποιο βραβευμένες.Συχνά δυσανασχετώ όταν βλέπω αντίστοιχες λίστες σκηνοθετών και λοιπών, θεωρώντας τες παρωχημένες και αυστηρά προσκολλημένες σε ακαδημαϊκά κριτήρια.Είναι κάτι μήνες που η ιδέα αυτή γυροφέρνει στο μυαλό μου- η Κατερίνα καταλαβαίνει τι λέω, με τόση πίεση που της έχει ασκηθεί για να αναρτήσει σχετική λίστα- ήρθε και η συζήτηση με μια φίλη  και κάπως έτσι αποφάσισα να διαλέξω ποιες είναι αυτές οι ταινίες που μέχρι τώρα έχουν καταφέρει να χαραχτούν μέσα μου.Όταν διαλέγεις τις αγαπημένες σου ταινίες, αναγκαστικά περιορίζεσαι στα υποκειμενικά κριτήρια αισθητικής και ,κυρίως, στα δικά σου βιώματα και αναγνώσματα, που σε κάνουν να βλέπεις μια κοινότοπη για τους άλλους ταινία με εντελώς διαφορετικό τρόπο.

Έθεσα στον εαυτό μου ως αυθαίρετο όριο τον αριθμό είκοσι- αριθμός μικρός, που ,αν και δεν θα μου επιτρέψει μια πλήρη  παρουσίαση, με αναγκάζει να επιλέξω αυτές που πραγματικά με συγκίνησαν και με μάγεψαν περισσότερο.Δεν μπήκα ασφαλώς στη διαδικασία να ιεραρχήσω τις ταινίες της λίστας, γιατί πρόκειται για ένα αρκετά ετερόκλιτο μείγμα. Αυτές λοιπόν, προς το παρόν, είναι οι αγαπημένες μου ταινίες.Όσοι έχουν όρεξη ας ακολουθήσουν είτε στα σχόλια, είτε στα δικά τους ιστολόγια.

1.Ο Νονός(1972)-Κόπολα
  Ο Νονός είναι κάτι πολύ περισσότερο από την καλύτερη γκανγκστερική ταινία όλων των εποχών,,μπροστά στην οποία όλες οι υπόλοιπες του είδους μοιάζουν μέτριες. Στο έπος αυτό δεν εντυπωσιάζει μόνο η έξοχη παρουσίαση της οργάνωσης και του τρόπου δράσης της φαμίλιας και της Κόζα Νόστρα, της ατέλειωτης διελκυστίνδας εξουσίας στο κόσμο του εγκλήματος.Όχι, ο λόγος που αυτό το φιλμ είναι τόσο σπουδαίο ακούει στο όνομα Μάρλον Μπράντο.Ο ηθοποιός ,που άλλαξε τον κινηματογράφο ,σε μια αυτοκρατορική ερμηνεία, με την αυτοπεποίθηση σμέρνας μέσα στο σπήλαιο της, δημιούργησε μια αρχετυπική φιγούρα που δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Με ράθυμες πλην βέβαιες  κινήσεις, την χαρακτηριστικά βραχνή και αργόσυρτη φωνή με έκανε να αγωνιώ για τη στιγμή που η κάμερα θα στρεφόταν ξανά σε αυτόν. Η ταινία είναι γεμάτη από αριστουργηματικές σκηνές, με αποκορύφωμα τη σεκάνς της βάφτισης όπου ο  έτερος "βασιλιάς" , Αλ Πατσίνο, παίρνει τα ηνία.


2.Η νύχτα του κυνηγού(1955)-Λότον
 Τα φιλμ νουάρ είναι  από τις αγαπημένες μου κατηγορίες ταινιών. Η νύχτα του κυνηγού, για δεκαετίες έμεινε στο περιθώριο -λοιδωρήθηκε μάλιστα από τους κριτικούς όταν κυκλοφόρησε- όμως πλέον θεωρείται δίκαια ως το διαμάντι του είδους.Ατμοσφαιρικό, με εξπρεσιονιστικούς φωτισμούς και έναν καταπληκτικό Ρομπερτ Μίτσαμ στον πρωταγωνιστικό ρόλο.Αν ένα φιλμ νουάρ μπορεί να σε κάνει να ανατριχιάσεις,αυτό είναι η ταινία του Λότον. Απαραίτητο βέβαια να αναφερθώ και στο λυρισμό της σκηνής που η φύση γύρω από το ποτάμι "ξυπνάει", καθώς και στη για σεμινάριο διαχείριση του σασπένς σκηνή της σκάλας.



3.Ο Καλός, ο κακός και ο άσχημος(1966)-Λεόνε
Ο τελειομανής Λεόνε πρόλαβε να γυρίσει λίγες ταινίες. Παρότι θεωρώ εξίσου αγαπημένα το "Κάποτε στην Αμερική" και τη "Μονομαχία στο ελ πάσο", επιλέγω αυτό το θρυλικό γουέστερν για τη λίστα μου. Δράση, ανατροπές, φαρμακερές ατάκες, μυστηριώδεις ήρωες με παρελθόν, γκρο πλαν στα γεμάτα συσπάσεις πρόσωπά τους.Στα συν της ταινίας ο τρόπος που ανασυντίθεται η εποχή- ο Λεόνε χρησιμοποίησε ένα σωρό αντίκες και έκτισε ένα ολόκληρο χωριό για να μας μεταφέρει την αύρα της άγριας δύσης.


4.Καζαμπλάνκα(1942)- Κούρτιζ
Αυτή η ταινία πιθανότατα είναι η πιο λατρεμένη των σινεφίλ παλαιάς κοπής.Η Μπέργκμαν και ο Μπόγκαρτ είναι το απόλυτο ειδύλλιο της κινηματογραφικής ιστορίας.Ποιος δε συγκινήθηκε στη σκηνή του αεροδρομίου;Όλοι ψάχνουμε το Παρίσι μας για να αντέξουμε το παρόν μας.




5.Σατυρικόν(1969)-Φελίνι
Λοιπόν, αυτή είναι η πιο ανορθόδοξη επιλογή μου.Και το λέω αυτό γιατί δεν έχω κατανοήσει τι ακριβώς θέλησε να κάνει ο Φελίνι σε αυτήν την ταινία.Παρόλα αυτά κατάφερα να την απολαύσω στο έπακρο.Κάποιος θα έλεγε ότι οι 2,5 ώρες της καταντούν κουραστικές, όμως νομίζω ότι το Σατυρικό, γεμάτο σύμβολα, μυθολογικές αναφορές, δάνεια του θεατρικού τρόπου,χρώματα και ευφάνταστο μακιγιάζ που παραπέμπουν στο ρωμαϊκό κιτς, είναι εικαστικά η καλύτερη ταινία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Σχεδόν μυσταγωγικό θα έλεγα.

6.Amarcord(1973)-Φελίνι
Ωραία, εδώ νομίζω κατάλαβα πολύ καλά τι κάνει ο δαιμόνιος Ιταλός. Άμαρκορντ σημαίνει θυμάμαι.Μια αναβίωση της προσωπικής του ιστορίας συνιστά η αυτή η ταινία-επιτομή του φελινικού σύμπαντος.Κάπου παλιότερα είχα αναφέρει πού οφείλεται η μαγεία αυτού του έργου: δείξτε μου άλλον σκηνοθέτη που κατάφερε να κινηματογραφήσει πάνω από είκοσι χαρακτήρες, να τους ηθογραφήσει, έστω και σε αδρές γραμμές, και να ανασυνθέσει μια μικρή κοινωνία.Απλώς υποκλίνομαι στο μεγαλείο του.


7.Ο Γατόπαρδος(1963)- Βισκόντι
Ο Βισκόντι είναι ,ίσως, ο σκηνοθέτης που αγαπώ περισσότερο.Ενώ ο Φελίνι ήθελε να κινηματογραφήσει τον κόσμο, το μεγάλο τσίρκο, τις φωνές, ο Βισκόντι εστίαζε σε μοναχικούς ήρωες, φτωχούς προλεταρίους(Ρόκκο και τα αδέλφια του, Η γη τρέμει, Διαβολικοί εραστές)) ή παρηκμασμένους αστούς(Ο Αθώος,Καταραμένοι) που παρακολουθούν βουβοί την κατάρρευσή τους. Κοινό σημείο των δυο ταινιών είναι η άψογη αισθητική τους.Ο Γατόπαρδος είναι κορυφαίο δημιούργημα γιατί μένει πιστό στο πνεύμα ενός αξεπέραστου μυθιστορήματος και διαπνέεται από μια ανυπέρβλητη αισθητική κομψότητα.Κάθε λεπτομέρεια είναι προσεγμένη στην εντέλεια, κάθε πλάνο είναι μια ζωγραφιά.Ναι, έχω δει την ταινία παγώνοντας την εικόνα κάθε λίγο για να χαζέψω.


8. 12(2007)-Μιχάλκοφ
 Η ταινία είναι remake των 12 ενόρκων του Λουμιέ.Αυτή μου αρέσει περισσότερο.Διαδραματίζεται όλη στο γυμναστήριο ενός επαρχιακού σχολείου, όπου οι ένορκοι εξετάζουν την ενοχή ή μη ενός κατηγορουμένου, και παράλληλα ανακαλύπτουν τον εαυτό τους και τους συνομιλητές τους.Γεμάτη νεύρο και προβληματισμούς για το τι τελικά σημαίνει η απονομή της δικαιοσύνης, το φιλμ φέρνει πρωταγωνιστές και θεατές αντιμέτωπους με ηθικά διλήμματα, ώστε το τέλος να έρθει σαν κάθαρση. 

9.Beyond a reasonal doubt(1956)-Fritz Lang
Ένα ακόμη υπέροχο φιλμ νουάρ, στο οποίο ένας δημοσιογράφος και ο επίδοξος γαμπρός του προσπαθούν να αποδείξουν την ανάγκη κατάργησης της θανατικής ποινής, στήνοντας οι ίδιοι ένα έγκλημα.Μικρό διαμάντι.

10.Dogville(2003)- Τρίερ
 Ο Τρίερ πιθανότατα είναι μισότρελος, αλλά αυτή η ταινία με τη μινιμαλιστική λογική καταφέρνει να αποκαλύψει το κτήνος που κοιμάται μέσα μας, πολύ πιο εύγλωττα από ότι μπόρεσε ο Μπουνιουέλ όσες φορές το προσπάθησε ή ο Μπρεσσόν στο ιεροποιημένο  από την κριτική "Στην τύχη ο Μπαλτάζαρ".


11.Psycho(1960)-Χιτσκοκ
  Σε πείσμα όλων όσων θεωρούν ότι ο Δεσμώτης του Ιλίγγου είναι η καλύτερη στιγμή του Χίτσκοκ , η Ψυχώ είναι η αγαπημένη μου ταινία του ευφυούς και ιδιόρρυθμου σκηνοθέτη. Για το σασπένς της, το γοητευτικό αν και δυσπρόσιτο ψυχολογικό της υπόβαθρο, τη σκηνή του μπάνιου και το σαλεμένο βλέμμα του Πέρκινς.


12.Dr.Strangelove(1964)-Κιούμπρικ
 Λέγαμε για διάνοιες, κατά φωνή και ο Κιούπρικ, ο άνθρωπος που κατάφερε να γυρίσει από ένα αριστούργημα σε κάθε κινηματογραφικό είδος πλην του μιούζικαλ- αν και πειραματίστηκε λίγο μαζί του στο Κουρδιστό Πορτοκάλι. Είπα ότι δε θα επιλέξω πολλές ταινίες του, γιατί τότε θα είχαμε σοβαρό πρόβλημα χώρου·θα μπορούσα να βάλω 3-4 ταινίες του στη λίστα,αλλά θα περιοριστώ σε μια. Τo Dr. Strangelove, με τον Πήτερ Σέλερς σε τρεις ρόλους παρακαλώ, είναι μια από τις πιο απολαυστικές και έξυπνες κωμωδίες που έχω δει.


13.Oι ονειροπόλοι(2003)-Μπερτολούτσι
Για αυτήν την ταινία έχει τσακωθεί κόσμος και κοσμάκης, θεωρώντας την πορνογραφικό εκχυδαϊσμό του Μάη του ΄68.Εγώ αυτό που είδα ήταν μια ατομική επανάσταση, ανεξάρτητα από τη συλλογική εξέγερση, τριών νέων διψασμένων για ζωή και τέχνη. Το μόνο που τελικά μπορούμε να αλλάξουμε είναι η μικρή μας σφαίρα και αυτό μέχρι να έρθει κάτι απ έξω να μας συνθλίψει.



14.Αγάπα με αν τολμάς(2003)-Σάμιουελ
 Σίγουρα δεν είναι μια από τις καλύτερες ταινίες που έχουν γυριστεί. Είναι με αντικειμενικά κριτήρια η χειρότερη της λίστας. Είναι όμως η καλύτερη ρομαντική κομεντί, προσωπικά τη θεωρώ ανώτερη από την Αμελί, που έχω δει.Τηρεί με τους κανόνες του παιχνιδιού και τελικά τους ξεπερνάει, παρουσιάζοντας τον έρωτα όπως θα πρεπε να είναι: έντονος και παιγνιώδης. Αν δεν την έχετε υπόψη, φροντίστε να είστε ερωτευμένοι όταν θελήσετε να την πρωτοδείτε.

15. Αποκάλυψη Τώρα(1979)-Κόπολα
 Ο Κόπολα με αυτήν την ταινία κατάφερε να ξεπεράσει το βιβλίο του Κόνραντ. Η καρδιά του σκότους  μεταφέρεται από το Κονγκό στο Βιετνάμ, και η κάμερα ακολουθεί έναν Αμερικάνο στρατιώτη που διασχίζει τη χώρα για να συναντήσει τον στρατηγό Κουρτς ,που έχει αυτονομηθεί  με τα στρατεύματά του. Ο Μάρλον Μπράντο εμφανίζεται στο τελευταίο μέρος της ταινίας για να ενσαρκώσει το απόλυτο σκοτάδι.Και αυτό που μένει είναι η η φρίκη, η φρίκη.Ο ορισμός του κλέβω όλη την ταινία σε ένα δεκάλεπτο.Η σημειολογία της σκηνής με τα ελικόπτερα που βομβαρδίζουν ενώ ο σμηναγός ακούει Βάγκνερ, παραμένει τόσο έξυπνη.



16.Η παγίδα(2007)-Γκολούμποβιτς
Βρήκα συμπτωματικά αυτήν τη σέρβικη ταινία. Ένας πατέρας αναγκάζεται να γίνει δολοφόνος ώστε να εξασφαλίσει χρήματα για την εγχείριση του γιου του.Το έργο παίρνει διαστάσεις αρχαίας τραγωδίας και με κράτησε με κομμένη την ανάσα μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο.


17.Τα παιδιά του παραδείσου(1945)-Καρνέ
Μέσα στη μαυρίλα του παγκοσμίου πολέμου, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, μερικοί Γάλλοι ηθοποιοί θέλησαν να μεταφερθούν στην Μπελ Επόκ και στον κόσμο των μποέμηδων θεατρανθρώπων. Ώρες ώρες φλύαρο , αλλά τόσο γοητευτικό!


"Eίσαι απίστευτος, Εδουάρδε! Όχι μόνο είσαι πλούσιος, αλλά θέλεις ν’ αγαπιέσαι και σαν να ήσουν φτωχός! Τι θ’ απομείνει τότε στους φτωχούς; Λογικέψου. Mη θέλεις να τους τα στερήσεις όλα!".

18.Seven(1995)-Φίντσερ
Οπαδός των θρίλερ δεν είμαι, μάλλον το αντίθετο. Ακόμα όμως δεν έχω βρει άτομο που να μην ενθουσιάστηκε με τη συγκεκριμένη ταινία.Σφιχτοδεμένη πλοκή με επίκεντρο ένα σίριαλ κίλερ που οργανώνει μεθοδικά επτά εγκλήματα, τιμωρώντας έτσι ανθρώπους που έχουν διαπράξει τα αντίστοιχα θανάσιμα βιβλικά αμαρτήματα.

19.Το Κεντρί(1973)-Ρόι Χιλ
Ταινία που την ευχαριστιέμαι με όλη μου την ψυχή όποτε την βλέπω! Όλο σκέρτσο και φινέτσα- ε, ο Νιούμαν και ο Ρέντφορντ παίζουν, το φιλμ καταγράφει τις κομπίνες κάποιων απατεώνων που προσπαθούν να κάνουν το μεγάλο κόλπο κάπου στη δεκαετία του ΄30. Σατανικά έξυπνη και κολάσιμα απολαυστική.






20. Δασκάλα Πιάνου(2001)- Χάνεκε
 Τώρα συνειδητοποιώ πόσες ταινίες έμειναν απέξω, αλλά δεν ήθελα να αφαιρέσω τους Ονειροπόλους ή το Αγάπα με αν τολμάς, οπότε θυσιάζω κάποιες που υπερτερούν ποιοτικά.Λοιπόν ο Χάνεκε είναι ο ορισμός του σαδιστή σκηνοθέτη που προσπαθεί να κάνει το θεατή να παρατήσει την ταινία.Θεωρώ ότι με τη Δασκάλα του Πιάνου, την ιστορία μιας σεξουαλικά καταπιεσμένης γυναίκας που αρχίζει να εξωτερικεύει τις νευρώσεις της, αγγίζει την τελειότητα. Σκληρή και εύστοχη ματιά ως συνήθως από τον Αυστριακό σκηνοθέτη.


Για να προλάβω σκέψεις τονίζω ότι δεν έχω αγγίξει μεγάλους σκηνοθέτες όπως ο Μπέργκμαν, ο Ταρκόφσκι και οι κλασικοί του ασιατικού κινηματογράφου( μάλλον περιμένω να πήξει λίγο το κεφάλι μου).Επίσης έχω ακήρυχτο πόλεμο με τη Νουβέλ Βαγκ- τους βαριέμαι!Όσον αφορά τώρα τη χρονολογική ασυμμετρία που παρατηρώ στη λίστα, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι :-)Εγώ τη δεκαετία του ΄80 ήμουν αγέννητος,αφήστε που τότε γυρνούσαν καλές ταινίες με το σταγονόμετρο.

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Οδοστρωτήρας τη ιστορίας

"Μη μας δείχνετε το σκοπό χωρίς να μας δείχνετε το δρόμο.
Γιατί σκοποί και μέσα είναι στη γη μας τόσο μπλεγμένα
ώστε αν αλλάξετε το ένα, αλλάζετε και τα άλλα·
Κάθε διαφορετικό μονοπάτι, μας βγάζει σε άλλο σκοπό"
                              Φερντινάλ Λασάλ,"Φραντς φον Ζίκινγκεν"

 Διαβάζοντας το αριστούργημα του Άρθουρ Καίσλερ "Το μηδέν και το άπειρο"(εκδ.Πασχάλη, μετάφραση Βασίλης Τομανάς) είχα συχνά την αίσθηση πως κάποιες φράσεις, κάποιες παράγραφοι έκρυβαν μέσα τους όλη την αλήθεια αυτού του μικρού αλλά πολυδιάστατου βιβλίου. Ο Καίσλερ κατάφερε να συμπυκνώσει απόλυτα την ουσία του πάσης φύσης ολοκληρωτισμού, με αφορμή το σταλινικό έκτρωμα του σοσιαλιστικού οράματος, να τρυπώσει στους μηχανισμούς σκέψεις του ανθρώπου, που τον μετατρέπουν με τόση ευκολία από άγιο σε στυγερό δολοφόνο και από επαναστάτη σε δουλικό γραφειοκράτη, να αποτυπώσει στο χαρτί με ευαίσθητη γραφή τις περιβόητες ανακρίσεις των αντιφρονούντων  και την αναπόδραστη πορεία τους προς την "εκκαθάριση" χάριν του δημοσίου συμφέροντος.

Το βιβλίο γράφτηκε το δημοσιεύτηκε το 1940 σε μια περίοδο που η ευρωπαϊκή διανόηση , σε αντίθεση με τις δυτικές κυβερνήσεις, δεν είχε ακόμα απορρίψει τον σταλινισμό.Ήταν μόλις το τέσσερα χρόνια πριν όταν ο αριστερός Αντρε Ζιντ επέστρεψε απογοητευμένος από το ταξίδι του στη σοβιετική Ένωση, διαπιστώνοντας πως αυτό που είχε ξεκινήσει ως μια προσπάθεια χειραφέτησης των μαζών είχε καταλήξει σε ένα νέο, σκληρό και αμείλικτο καθεστώς που ελεγχόταν απόλυτα από τον Στάλιν.Ο Καίσλερ γράφει στον απόηχο των Δικών της Μόσχας, όταν αμέτρητοι επαναστάτες εκτελέστηκαν ως προδότες και εχθροί του λαού, αντλώντας μάλιστα υλικό από αληθινά περιστατικά."Το μηδέν και το άπειρο" θεωρείται δίκαια ως η καλύτερη λογοτεχνική προσέγγιση στη δομή και τη λογική του σταλινικού κράτους, χωρίς πάντως να πρέπει να θεωρούμε ότι πρέπει να διαβαστεί μόνο ως τέτοια- άλλωστε διαφορετικά το βιβλίο δε θα ήταν τόσο μακράς πνοής.Θεωρώ μάλιστα ότι ο Όργουελ  είχε πάντοτε στο πίσω μέρος του μυαλού του τις σελίδες του Καίσλερ, όταν συνέγραφε το δικό του αριστούργημα ,"1984" .

Πρωταγωνιστής του βιβλίου ο Ρουμπάσοφ που συλλαμβάνεται βράδυ στο σπίτι του, οδηγείται στην φυλακή και έρχεται αντιμέτωπος με ένα βαρύτατο κατηγορητήριο.Ο ήρωας μας δεν είναι κάποιος τυχαίος, έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην Οκτωβριανή Επανάσταση, ανέλαβε αξιώματα και ,όταν του ζητήθηκε, ανέλαβε την εκκαθάριση κάποιων αντιφρονούντων. Ο θύτης ,επομένως, έρχεται αναπάντεχα στη θέση του θύματος, ο άνθρωπος που έμεινε αμετακίνητος στο καθήκον, ακόμα και όταν οι φίλοι και η ερωμένη του διώχθηκαν, καλείται τώρα να απολογηθεί σε αυτόν τον τρομακτικό, σκιώδη μηχανισμό δικαιοσύνης, που μόνο στόχο έχει την εξουδετέρωση του κατηγορουμένου.

Όσο περνάει ο καιρός, η ελπίδα στερεύει, καθώς  η δογματική γραμμή του Κόμματος, δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις, οι στενόμυαλοι και τυπολάτρες αξιωματούχοι δεν διαθέτουν υπολείμματα ανθρωπιάς, το newspeak και οι λογικές ακροβασίες των ανακριτών( μνημεία λογοτεχνικής δεινότητας αποτελούν οι σελίδες των ανακρίσεων) είναι ακαταμάχητες για τους εξουθενωμένους κατηγορουμένους. Στόχος ανάκρισης δεν είναι η απόδειξη της αλήθειας.Το κόμμα γνωρίζει εκ των προτέρων και την αλήθεια και το πως θα την χρησιμοποιήσει.Οι κατηγορούμενοι δεν πρέπει απλώς να τιμωρηθούν, πρέπει να ταπεινωθούν, να αποτελέσουν παράδειγμα προς αποφυγή για κάθε επίδοξο στασιαστή και αδιαμφισβήτητη απόδειξη της πυγμής της διοίκησης.

"Δυο μόνο αντιλήψεις υπάρχουν για την ανθρώπινη ηθική, και βρίσκονται σε θέσεις αντιδιαμετρικές.Η μια, είναι χριστιανική και ανθρωπιστική, διακηρύσσει ότι το άτομο είναι ιερό και απαραβίαστο, και βεβαιώνει ότι οι κανόνες της αριθμητικής δεν πρέπει να εφαρμόζονται σε ανθρώπινες μονάδες.Η άλλη ξεκινάει από τη βασική αρχή πως ένας συλλογικός σκοπός δικαιολογεί όλα τα μέσα, και όχι μόνο  επιτρέπει μα και απαιτεί να υποτάσσεται το άτομο με κάθε τρόπο και να θυσιάζεται για την κοινότητα- που μπορεί να το μεταχειρίζεται σαν πειραματόζωο ή εξιλαστήριο θύμα" 

"Σπρώχνουμε με το μαστίγιο τις μάζες της χώρας που γογγύζουν προς μια θεωρητική μελλοντική ευτυχία που μόνο εμείς μπορούμε να δούμε"

"Όλοι νομίσαμε ότι μπορούμε να πειραματιστούμε με την ιστορία, όπως με τη φυσική.Η διαφορά είναι ότι στη φυσική μπορούμε να επαναλάβουμε το πείραμα χιλιάδες φορές, ενώ στην ιστορία μπορούμε να το κάνουμε μόνο μία.Τον Δαντόν και τον Σεν-Ζιστ μπορούν να τους στείλουν στο ικρίωμα μόνο μια φορά" 

Όπως ανέφερα και παραπάνω, το στοιχείο που καθιστά μνημειώδες το έργο είναι η αποκάλυψη μιας σημαντικής πλευράς του ολοκληρωτισμού, πράγμα που λίγοι συγγραφείς έχουν πετύχει. Ο ολοκληρωτισμός ούτε σέβεται ούτε δέχεται την ανθρώπινη αξία. Η μονάδα, το άτομο, ο μικρόκοσμός του, τα πάθη του, τα όνειρα και οι φόβοι του είναι εμπόδια για την κοινή προσπάθεια, για τη θριαμβική πορεία προς την ευτυχία  του τιτάνιου σώματος που λέγεται λαός. Όταν οι γραφειοκράτες της Μόσχας εκπονούσαν τα φιλόδοξα σχέδιά τους αποδέχονταν ως ιστορική και λογική αναγκαιότητα το θάνατο χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ανθρώπων προς όφελος της κοινότητας, γιατί .όπως θα έλεγε και ο ανακριτής, ποιος είναι τόσο σπουδαίος ώστε να στερεί από τους λαούς το δικαίωμα στην πρόοδο; Ο άνθρωπος προβάλλει ως καύσιμο προκειμένου το όχημα να φτάσει στον προορισμό του με όσους έχουν απομείνει σε αυτό. Και επιπλέον: κάθε φωνή διαμαρτυρίας, όσο δικαιολογημένη και αν είναι, απλώς υποσκάπτει την κοινή προσπάθεια, αποπροσανατολίζει από τον θεοποιημένο σκοπό είτε αυτός βαφτίζεται σοσιαλιστική ουτοπία είτε λέγεται ανάκτηση του ζωτικού χώρου. Πρέπει να τα προσέξουμε αυτά, γιατί μερικές φορές ο ολοκληρωτισμός-όχι στην πρόδηλη, χυδαία μορφή του, αλλά στη πιο καλλωπισμένη των "ειδικών περιστάσεων"- είναι πιο κοντά μας από όσο νομίζουμε.  

"Η αρχή που λέει ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα είναι και παραμένει ο μοναδικός κανόνας της πολιτικής ηθική"

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Ο Αμνός που έγινε Δράκος

"-Είμαι αθώος.Ίσως κάποια στιγμή πιαστεί ο πραγματικός ένοχος.
Μετά στράφηκε στους άνδρες του εκτελεστικού αποσπάσματος:
-Παιδιά, σας παρακαλώ, σκοπεύστε με καλά για να μην τυραννιέμαι.
Ένα παράγγελμα ακούσθηκε."Επί σκοπόν."Κάποιος ρώτησε τον μελλοθάνατο αν θέλει να δέσουν τα μάτια και τα πόδια του.
-Τα μάτια είπε εκείνος με σιγανή φωνή.
Φαινόταν ψύχραιμος.Έπειτα έμεινε ακίνητος-οι τελευταίες στιγμές της ζωής του.Ξαφνικά έβγαλε μια φωνή:
-Μανούλα μου, είμαι αθώος!
Εφημ.Ακρόπολις"
  

Θεσσαλονίκη 17 Φεβρουαρίου 1968, 7.06π.μ: ο Αρίστος Παγκρατίδης εκτελείται στο Γεντί Κουλέ , καθώς σύμφωνα με τη δικαστική  ετυμηγορία αυτός ήταν ο περιβόητος δράκος του Σέιχ Σου που διέπραξε στυγερά εγκλήματα το πρώτο τετράμηνο του 1959. Μέχρι τέλους ο Παγκρατίδης δεν έπαψε να διακηρύττει την αθωότητά του, τονίζοντας μάλιστα ότι η αρχική ομολογία του ήταν αποτέλεσμα της σωματικής και ψυχολογικής βίας που του ασκήθηκε στο κρατητήριο. Σχεδόν μισό αιώνα μετά ελάχιστοι είναι αυτοί που αμφισβητούν την αθωότητα του νεαρού που κατά πολλούς θυσιάστηκε προκειμένου να πάρουν προαγωγή κάποιοι αστυνομικοί, να προστατευθούν οι πραγματικοί υπαίτιοι και να επανέλθει η τάξη σε μια πόλη που για μεγάλο διάστημα ζούσε υπό το κράτος του φόβου.

Στη διάρκεια της δίκης ήρθαν στο φως αρκετά στοιχεία για την προσωπική ζωή του Παγκρατίδη. Μεγάλωσε στην Τούμπα Θεσσαλονίκης και παιδί ακόμα είδε τον πατέρα του να δολοφονείται μπροστά στα μάτια του από ελασίτες. Καταδικασμένος στην φτώχεια, ο Αρίστος μεγάλωσε ουσιαστικά δίχως τη μητέρα του που δούλευε σκληρά για να εξασφαλίσει την επιβίωσή τους. Το παρατσούκλι που του είχαν δώσει στη γειτονιά ήταν "γουρούνα" ,επειδή έψαχνε τους κάδους για να χορτάσει την πείνα του. Μια ζωή στην ανέχεια, βιοποριζόταν με δουλειές του ποδαριού, εργαζόμενος ακόμα και ως αρσενική πόρνη για χαρτζιλίκι, ενώ ήταν τακτικός αιμοδότης έναντι μερικών εκατοντάδων δραχμών. Αυτός ο ταλαιπωρημένος άνθρωπος, που πάνιαζε στη θέα του αίματος, με το μόνιμα φοβισμένο βλέμμα υποτίθεται ότι σκόρπισε το θάνατο .

Με το θέμα αυτό καταπιάνεται και το αφήγημα του Θωμά Κοροβίνη "Ο γύρος του θανάτου" (εκδ.Άγρα). Χρησιμοποιώντας υλικό από εφημερίδες της εποχής και πρακτικά της δίκης ο Κοροβίνης διηγείται όσα είναι γνωστά για τη σύντομη ζωή του "Δράκου". Το λόγο παίρνουν 9 διαφορετικοί αφηγητές που σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό γνωρίζουν τον Αρίστο. Είναι φανερό πως και ο συγγραφέας συνηγορεί υπέρ της αθωότητας του Παγκρατίδη, καθώς κάθε διήγηση καταλήγει στο παράλογο της καταδικαστικής απόφασης.

"Το μάτι του σαν στριμωγμένου αγριμιού που το 'ζωσε ο φόβος της σφαγής"

Ο "Γύρος του θανάτου" διακρίνεται για τρεις αρετές που το καθιστούν πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα. Η πρώτη προφανής αρετή δεν είναι άλλη από τον ίδιο τον μύθο. Το βιβλίο είναι μια καλή ευκαιρία να προσεγγίσει κανείς με εύπεπτο τρόπο αυτήν την ιστορική για την πόλη υπόθεση. Ο Κοροβίνης ,όμως, δεν αρκείται στην σκιαγράφηση του προφίλ του καταδικασθέντα και αναφέρεται ελάχιστα στις κατηγορίες που του απευθύνθηκαν. Και αυτό διότι η υπόθεση Παγκρατίδη είναι απλώς το έναυσμα για ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη των αρχών του ΄60.

Μέσα από τις διηγήσεις προσώπων που προέρχονται από εντελώς διαφορετικούς χώρους ζωντανεύει η ιστορία της πόλης, η οποία φαντάζει με σκηνικό εξπρεσιονιστικής ταινίας: μουντή, παρηκμασμένη, με ετερόκλητο πληθυσμό, δεμένη με το έγκλημα. Διαβάζουμε λοιπόν για τις προσφυγικές φτωχογειτονιές της Τούμπας, όπου οι άνθρωποι παλεύουν για το μεροκάματο, συζητάνε στις αυλές τους με τις ώρες (το λεγόμενο μουχαμπέτι) υπό τον ήχο των ρεμπέτικων που έπαιζαν τα γραμμόφωνα και οι περαστικοί  Τσιγγάνοι κάνουν διάφορα μερεμέτια. Μέσα από τη διήγηση ενός αστυνομικού και ενός ασφαλίτη ψηλαφίζουμε το ισχυρό παρακράτος που διαφέντευε για χρόνια την πόλη. Τέλος, μπαίνουμε στα άδυτα του ελκυστικού και ταυτόχρονα απωθητικού περιθωρίου: πόρνες, οι "γυναικωτοί" της ταβέρνας η "Πεθερά", οι χασικλήδες και τα χαμίνια, αυτοί για τους οποίους ποτέ δε βρέθηκε αρκετός χώρος στην επίσημη ιστορία. Μπορεί αυτό το ταξίδι στο παρελθόν να είναι ελλιπές, σίγουρα όμως κατάφερε να με παρασύρει και να με κάνει να βιώσω για λίγο το κλίμα της πόλης.Και αυτό είναι κάτι που μόνο καλοί συγγραφείς μπορούν να σου προσφέρουν. Κάποιες από τις σελίδες του βιβλίου θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν γραφτεί από τον σπουδαίο Γιώργο Ιωάννου.

Η τρίτη αρετή του βιβλίου είναι η άνεση, με την οποία ο Κοροβίνης χειρίζεται τόσα διαφορετικά γλωσσικά ιδιώματα. Πιστός σε αυτήν την τεχνική, που καθιερώθηκε στο πλαίσιο της αληθοφάνειας από τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη, ο συγγραφέας πλάθει την ταιριαστή γλώσσα για κάθε πρόσωπο που παίρνει το λόγο. Ο αστός συμβολαιογράφος που μένει στην παλιά παραλία μιλάει μια κομψή, ευπρεπή καθαρεύουσα·  οι γνωστοί του Αρίστου διηγούνται σε μια ανεπιτήδευτη λαϊκή γλώσσα με πολλά τουρκικά στοιχεία λόγω της προσφυγικής τους καταγωγής. Το κεφάλαιο που πραγματικά είναι εντυπωσιακό είναι εκείνο, στο οποίο το λόγο παίρνει η "Λολό", που μιλά μια γλώσσα της πιάτσας με δεκάδες λέξεις από την αργκό και τα καλιαρντά (κώδικας επικοινωνίας που αναπτύχθηκε μεταξύ ομοφυλοφίλων του περιθωρίου μετά τον πόλεμο),όπου και αποδεικνύεται στο έπακρο η ικανότητα του συγγραφέα να διηγείται με αυθεντικότητα και ζωντάνια.



εφημερίδα Μακεδονία την ημέρα της εκτέλεσης


Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Πρώτη αναλαμπή

 Η συλλογή διηγημάτων του πρόωρα χαμένου Ρέιμοντ Κάρβερ "Λοιπόν, θα πάψεις σε παρακαλώ"(εκδ.μεταίχμιο, μετάφραση Γιάννης Τζώρτζης) μπορεί να μην είναι αριστουργηματική στο σύνολό της , όπως ο Καθεδρικός Ναός και οι Αρχάριοι, ωστόσο περιέχει αρκετά διαμάντια και διαθέτει σε σχεδόν πλήρη μορφή όλα εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν  υπέροχη τη γραφή του σπουδαίου αυτού συγγραφέα και μεγαλειώδη τα έργα του. Ο Κάρβερ με τη συλλογή αυτή(1976)  έκανε ουσιαστικά την είσοδο του στον λογοτεχνικό κόσμο και στα δώδεκα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι το θάνατό του πρόλαβε να καταξιωθεί ως μεγαλύτερος μεταπολεμικός διηγηματογράφος των Η.Π.Α.

Το σκηνικό των σύντομων ιστοριών- ελάχιστες είναι αυτές που ξεπερνούν τις είκοσι σελίδες- είναι το ίδιο, αυτό που πάντα επιλέγει ο συγγραφέας για να παρουσιάσει την ξαφνική συντριβή των ηρώων του: άνθρωποι από τα μεσαία και κατώτερα στρώματα με ασταθές παρόν και αβέβαιο μέλλον, μικρές αμερικανικές πόλεις, σχέσεις που έχουν διαλυθεί ή κρέμονται από μια κλωστή. Όσον αφορά τη θεματολογία βλέπουμε για πρώτη φορά την προσπάθεια του Κάρβερ να δείξει πόσο οριακή είναι μια κατάσταση, χωρίς συνήθως να περιγράφει την διαφαινόμενη έκρηξη. Υπαινικτικά και χαμηλών τόνων τα διηγήματα έρχονται να αποτυπώσουν το γεγονός που οδηγεί τους ήρωες στην απρόσμενη παραδοχή της πραγματικότητας που προσπαθούν να ωραιοποιήσουν τόσο καιρό, είναι μια φωτογραφία στιγμής του γυαλιού που μόλις ράγισε. Όλες οι ιστορίες διακρίνονται για την εσωτερική τους ένταση και ο Κάρβερ δεν επιθυμεί να αναλύσει εξαντλητικά τα όποια περιστατικά, αντίθετα δείχνει πως ορισμένα συναισθήματα είναι αδύνατο να εκφραστούν και μόνο διαισθητικά μπορούμε να τα συλλάβουμε. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που οι διηγήσεις είναι τόσο μελαγχολικές και το τέλμα, στο οποίο βρίσκονται οι ήρωες, φαίνεται τόσο βαθύ.

Στο τόσο σκληρά αληθινό "Δεν είναι αυτοί ο άντρας σου" ένας σύζυγος ακούει κάποια σχόλια πελατών για την εμφάνιση της γυναίκας του ,που δουλεύει ως σερβιτόρα, και ξαφνικά καταλαμβάνεται από μια οξεία και απροσδιόριστη απέχθεια προς αυτήν. Θέλει να την αλλάξει, να αποβάλλει από πάνω του το στίγμα του αποτυχημένου που κυκλοφορεί πλάι σε μια μέτρια και παχουλή σύζυγο.Πρόκειται για το τέλος του έρωτά τους- αν υποθέσουμε πως αυτός υπήρξε- ή μήπως αρκεί η γνώμη των τρίτων για να αλλάξουν σε μια στιγμή τα συναισθήματά μας;Στο "νυχτερινό σχολείο" ένας άντρας που βγαίνει από ένα αποτυχημένο γάμο έχει την ευκαιρία για μια σύντομη νυχτερινή περιπέτεια με δυο φοιτήτριες, όμως δειλιάζει συνειδητοποιώντας τελικά τον εγκλωβισμό του. Το διήγημα "Ο Τζέρι, η Μόλι και ο Σαμ" συνδεέται με μια από τις αγαπημένες θεματικές του Κάρβερ, τις νευρώσεις και την απογοήτευση που γεννά η συζυγική ζωή. Ένας πατέρας νιώθει την αίσθηση του ανικανοποίητου να θεριεύει  μέσα του, καθώς η γυναίκα και τα παιδιά του δεν αρκούν για να δώσουν ενδιαφέρον στη ρουτίνα του, επειδή όμως δεν έχει το σθένος να βάλει ένα σωτήριο τέλος στο γάμο του, αποφασίζει να εκδικηθεί απλώς την οικογένειά του διώχνοντας το σκυλί από το σπίτι.

Και φυσικά από τη συλλογή δε λείπουν τα διηγήματα που φέρνουν τους ήρωες αντιμέτωπους με τον επίλογο των σχέσεών τους. Τρία αριστουργήματα της συλλογής  μιλούν για σχέσεις που έχουν διαγράψει τον κύκλο τους είτε το παραδέχονται οι ήρωες είτε όχι. Στο  "Τι γίνεται στην Αλάσκα" ένα ζευγάρι ετοιμάζεται να αλλάξει τόπο κατοικίας ,επειδή η γυναίκα βρήκε δουλειά, γεγονός που κάνει τον σύζυγο να αισθανθεί αποτυχημένος.Η υποσυνείδητη ζήλια και η οργή μπροστά στην προσωπική ήττα μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι το τέλος δεν αργεί. Στα "Σινιάλα" ένα ζευγάρι κάνει μια ύστατη προσπάθεια να σώσει τη σχέση του, όμως το δείπνο δεν εξελίσσεται, όπως ακριβώς θα ήθελαν.Τέλος στο "Λοιπόν, θα πάψεις σε παρακαλώ" που δίνει τον τίτλο στη συλλογή, οι υποψίες του συζύγου πως η γυναίκα του τον απάτησε τον εξωθεί στα άκρα, καθώς βλέπει τα πάντα γύρω του να καταρρέουν σε μια στιγμή.

Ανθρώπινος, με κοφτερή ματιά και τραγική επίγνωση των ανθρώπινων αδυναμιών, ο Κάρβερ είναι ο συγγραφέας που θα μπορούσε να αντλήσει υλικό από τη ζωή του καθενός από εμάς, χωρίς ποτέ να γίνει κοινότοπος και βαρετός. Για αυτό και είναι τόσο αγαπημένος.


Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Για την ελληνική λογοτεχνία

 Στη σύντομη ζωή του το blog αριθμεί κάτι λιγότερο από πενήντα αναρτήσεις. Αν αφαιρέσουμε  τα αποσπάσματα ποίησης που ανεβάζω κατά διαστήματα, έχουμε περίπου σαράντα μυθιστορήματα και νουβέλες για τα οποία έγραψα τους τελευταίους οκτώ μήνες. Αυτό που παρατήρησα ... ξεφυλλίζοντας τις αναρτήσεις είναι πως- όσο περίεργο και αν φαίνεται- ανάμεσά τους δεν υπάρχει ούτε μια που να αφορά έργο Έλληνα συγγραφέα. Παρότι δεν σχολιάζω όλα τα βιβλία που διαβάζω, το γεγονός είναι πως τουλάχιστον τον τελευταίο χρόνο, ίσως και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, δεν έχω διαβάσει παρά μόνο δύο ελληνικά μυθιστορήματα. Η αναλογία είναι συντριπτική υπέρ της ξενόγλωσσης πεζογραφίας.

Μετά από την παρατήρηση αυτή σκέφτηκα ότι ανάλογη είναι η κατάσταση στα περισσότερα ιστολόγια, το μόνο μέρος που μπορεί να δει κανείς συστηματικά και σε βάθος χρόνου τις αναγνωστικές συνήθειες ενός ανθρώπου. Ο ναυτίλος, ο librofilo, η Βιβή από τη Λέσχη ανάγνωσης του degas και η Κατερίνα από το Διαβάζοντας -μηχανάκια ανάγνωσης, όχι αστεία- έχουν μια σαφή προτίμηση στην ξένη λογοτεχνία και μόνο αραιά παρουσιάζουν κάποιο ελληνικό βιβλίο. Το μοναδικό ,νομίζω, blog που παρακολουθεί συστηματικά την ελληνόφωνη πεζογραφία είναι το Βιβλιοκαφέ του Πατριάρχη Φώτιου.

Θα πει κάποιος πως ανακαλύπτουμε την Αμερική.Είναι αυτονόητο ότι η ξενόγλωσση πεζογραφία υπερτερεί αριθμητικά και για αυτό αφενός διαβάζεται περισσότερο, αφετέρου κρύβει μεγαλύτερο πλούτο και συγκινήσεις. Θα ήταν παρανοϊκό να περιμένουμε από μερικές εκατοντάδες συγγραφείς να επισκιάσουν τη λογοτεχνική παραγωγή ολόκληρης της υφηλίου.Δεν είναι όμως αυτό που με προβληματίζει. Για εμένα το ζήτημα είναι πως πολύ δύσκολα θα επιλέξω να εντάξω στη λίστα ανάγνωσης, πολύ περισσότερο να αγοράσω, έναν ελληνικό τίτλο , έστω και ως διάλειμμα από δέκα ξένα αναγνώσματα.  Επίσης , βλέποντας το αντικειμενικά, νομίζω πως την περασμένη δεκαετία λίγα ήταν τα έργα που δεν υπήρξαν εφήμερα και δεν θα ξεχαστούν σύντομα- για σοβαρή επιρροή σε ευρύτερο λογοτεχνικό επίπεδο ούτε λόγος.

Οι αναρτήσεις του Βιβλιοκαφέ και εσχάτως οι συγγραφείς που παρουσιάζει ο librofilo στην εκπομπή του μου έχουν κινήσει το ενδιαφέρον, που προς το παρόν μένει σε θεωρητικό στάδιο. Μήπως αυτή ενστικτώδης επιφυλακτικότητα απέναντι στην εγχώρια παραγωγή είναι απόρροια του τρόπου διδασκαλίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο σχολείο, όπως σχολίασε πρόσφατα και η Κατερίνα;Κανένας Έλληνας πεζογράφος δε με μάγεψε πραγματικά, αγάπησα και θαύμασα διάφορους,αλλά κανείς δεν χώρεσε στο προσωπικό μου πάνθεον. Αν υπάρχει μια περίπτωση να με δείτε να αφρίζω, είναι βάζοντας με δίπλα σε άνθρωπο που με περισπούδαστο ύφος ισχυρίζεται πως "όποιος δεν έχει διαβάσει τη γενιά του ΄30 δεν ξέρει τίποτε από λογοτεχνία"- παραβλέπω το κατά πόσο γίνεται να "ξέρει" κάποιος λογοτεχνία. 

Από τους Έλληνες κλασικούς ο Καζαντζάκης με συγκίνησε κάποιες φορές-περισσότερες όμως με κούρασε το φολκλόρ της γλώσσας του-, ο Βενέζης με απογοήτευσε, ο Πολίτης με νύσταξε περισσότερο και από τον Θεοτοκά. Στο βάθρο τους έμειναν ο επιπόλαιος αλλά αγαπημένος μου Καραγάτσης, οι δυο ογκόλιθοι του διηγήματος, Παπαδιαμάντης και Βιζυηνός, και ως μεγάλη συμπάθεια ο Γιώργος Ιωάννου(δεν θα αναφερθώ εδώ σε άλλες μικρές αγάπες). Όσο για το σήμερα, ελάχιστα με συγκινούν τα δύο βαριά χαρτιά, ο Αλεξάκης και η Δημουλά, προτιμώ περισσότερο άλλους. Μεγάλα τα κενά μου -αχανή θα έλεγα-στην ελληνική λογοτεχνία, αλλά λείπει το κίνητρο για να ξεπεράσω τις αρνητικές εμπειρίες.

Μονάχα ένα πράγμα δε έχω διαπραγματευτεί ποτέ με τον εαυτό μου: την αξία της ελληνικής ποίησης. Όσο αγανακτώ και βαριέμαι με τους πεζογράφους μας, τόσο λατρεύω και εκστασιάζομαι με τους ποιητές μας. Και πάλι υπάρχει το πρόβλημα πως η ποίηση είναι κατά βάση κάτι το αμετάφραστο, οπότε πιο εύκολα βιώνεις τη δύναμη του γραμμένου στη μητρική σου στίχου. Στην ποίηση όμως είναι που οι λογοτέχνες μας βρήκαν τη φωνή τους, μίλησαν με πραγματικά ιδιαίτερο τρόπο, δεν μιμήθηκαν, αλλά δημιούργησαν. Ό,τι έχει αυτός ο τόπος από λογοτεχνία, κατοικεί στην ποίηση.Μπορεί  να μην διαβάσω για μήνες ελληνική πεζογραφία, πόσες εβδομάδες όμως θα άντεχα μακριά από τους στίχους του Καβάφη, του Εμπειρίκου, του Αναγνωστάκη, του Σαχτούρη, του Χριστιανόπουλου, του Γκάτσου και τόσων άλλων;