Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Τζακ και Καρλ, βίοι παράλληλοι

"Ο Καπάτσος"(εκδ.Άγρα, μετάφραση Α.Καλοκύρη)του Elmore Leonard είναι ένα από τα βιβλία που θα χαρακτήριζα "αντρικά" και που θα μπορούσε κάλλιστα να μεταφερθεί επιτυχώς στον κινηματογράφο. Ο γνωστός συγγραφέας βυθίζει τον αναγνώστη στην αγαπημένη για τους συγγραφείς νουάρ ιστοριών δεκαετία του ΄30, σε έναν κόσμο γεμάτο παράτολμους γκάνγκστερ,femme fatale, άφθονο παράνομο ουίσκι, πιστολίδι, τυχοδιώκτες και αστυνομικούς που προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους ή απλώς αφήνονται στη διαφθορά που τους προσφέρεται.Το μυθιστόρημα ,παρότι φλύαρο σε ορισμένα σημεία, συνεπαίρνει εύκολα τον αναγνώστη χάρη στην πολύ καλά στυλιζαρισμένη αφήγηση του Leonard που δίνει την αίσθηση πως πρόκειται για έναν άνθρωπο ζυμωμένο μέσα στον σύμπαν που περιγράφει.


Το βιβλίο ακολουθεί δυο νεαρούς, τον Καρλ Ουέμπστερ και τον Τζακ Μπελμόντ, άτομα που ακολούθησαν διαμετρικά αντίθετες πορείες, ωστόσο μοιάζουν με αδέλφια που χωρίστηκαν στο σταυροδρόμι αρετής και κακίας.Ο Καρλ, ομοσπονδιακός αστυνομικός, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας ενός αστυνομικού από τον διαβόητο κακοποιο Έμμετ Λονγκ , εμπειρία που τον στιγμάτισε, και αποφάσισε να ταχθεί στην υπηρεσία του νόμου αφότου σκότωσε έναν ζωοκλέφτη, απόφαση που δε μπόρεσε να αλλάξει ο πετρελαιοπαραγωγός πατέρας του. Ο Τζακ από την άλλη, επίσης γόνος βαθύπλουτου πετρελαιά της Οκλαχόμα, ήδη από την εφηβεία στράφηκε στο έγκλημα, απαγάγοντας την ερωμένη του πατέρα του.Και οι δύο φιγουρατζήδες και γεμάτοι αυτοπεποίθηση, οι πρωταγωνιστές θυμίζουν περισσότερο παιδιά, με τις εμμονές και την αφέλειά τους, παρά ώριμουες άντρες. Η δίωξη του εγκλήματος και οι ληστείες τραπεζών αντίστοιχα είναι για αυτούς ένα διασκεδαστικό παιχνίδι με κάποιους κανόνες, το οποίο εκτινάσσει την αδρεναλίνη τους και τους κάνει να βάζουν όλο και ψηλότερους στόχους.

Η σχέση των δυο ηρώων είναι σχεδόν καρμική.Ο Καρλ που αναδεικνύεται χάρη στις επιτυχίες του σε εμβληματική φιγούρα τιμωρού του εγκλήματος και ο Τζακ που προσπαθεί να κτίσει όνομα στον υπόλοσμο είναι αναπόφευκτο να συναντηθούν στο δρόμο προς την κορυφή.Οι δυο άντρες σύντομα έρχονται αντιμέτωποι και έτσι ιδρύεται μια αμφίδρομη σχέση θύτη και θύματος.Φτάνουν να ρισκάρουν τα πάντα,συχνά αγνοούν τη λογική και τις εντολές, αρνούνται να δώσουν τη χαριστική βολή ο ένας στον άλλο,γιατί πάνω από όλα θέλουν να συνεχιστεί αυτό το κυνήγι γάτας και ποντικιού.Η λύση θα δοθεί με ένα καταιγισμό πυροβολισμών στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου.

Ο Leonard δε δίνει τόση βαρύτητα στη δημιουργία ατμόσφαιρας ή στην αναλυτική παρουσίαση του κόσμου των γκανγκστερ.Πρωταρχικό του μέλημα είναι η παρακολούθηση των παράλληλων βίων των ηρώων. Οι σκηνές δράσης είναι αναρίθμητες και πολλές θα μπορούσαν να αποτελούν τμήμα από το σενάριο των ταινιών του Ταραντίνο-δεν είναι τυχαίο πως ο σκηνοθέτης έχει ΄μεταφέρει βιβλίο του συγγραφέα στη μεγάλη οθόνη. Το μόνο μείον του μυθιστορήματος είναι το γεγονός πως το ξεκαθάρισμα λογαριασμών καθυστερεί αρκετά, πράγμα που , το ομολογώ, με έκανε να διαβάσω διαγώνια κάποια από τα ενδιάμεσα γεγονότα που μεσολαβούν .

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Το σκοτεινό τούνελ που διασχίζουμε

 Μια αριστουργηματική νουβέλα και δυο μυθιστορήματα ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν τον λογοτεχνικό μύθο του Ερνέστο Σάμπατο, έναν εκ των τεσσάρων γιγάντων της αργεντίνικης λογοτεχνίας. Καθότι αισθάνομαι ακόμα ανέτοιμος να βουτήξω στα βαθιά της λατινοαμερικάνικης συγγραφικής παραγωγής, περιορίζομαι στο να γλύφω πεντανόστιμα και εύπεπτα κοκαλάκια , όπως "Το τούνελ" (Εκδ.Αστάρτη, μετάφραση Μάγια-Μαρία Ρούσσου), το οποίο ολοκλήρωσα χωρίς να το αφήσω από τα χέρια μου.

Ο αφηγητής μας Χουάν Πάμπλο Καστέλ, γνωστός ζωγράφος, ξεκινά με μα ξερή, ψύχραιμη ομολογία πως δολοφόνησε την ερωμένη του Μαρία Ιριμπάρνε. Από τη φυλακή πλέον, ο Καστέλ , μόνος και απογοητευμένος από τους ανθρώπους, εξιστορεί το σύντομο χρονικό της σχέσης του, θέλοντας όχι τόσο να απολογηθεί ή να αυτοψυχαναλυθεί, όσο να καταστήσει σαφές πως η πράξη του ήταν κάτι το αναμενόμενο και δίκαιο κάτω από τις συνθήκες που τελέστηκε. Η γραφή του Σάμπατο είναι πυρετώδης, μεταδίδει στο ακέραιο την υπερένταση του Καστέλ, και ταιριάζει απόλυτα στον ψυχικά διαταραγμένο(;) ήρωα που συχνά χάνει τον ειρμό του, ανοίγει άκαιρες παρενθέσεις και δεν παραλείπει να εκφράζει την περιφρόνησή του για την υπόλοιπη ανθρωπότητα, όποτε του δίνεται η ευκαιρία.

Αυτό που έκανε τον Καστέλ να ερωτευτεί κεραυνοβόλα και παθιασμένα-αυτά πάντα πηγαίνουν μαζί- την Μαρία στη διάρκεια μιας έκθεσης ζωγραφικής του είναι η εντύπωση που του δημιουργήθηκε πως αυτή, μόνη από όλους, εστίασε σε μια λεπτομέρεια του πίνακά του.Μια μοναχική γυναίκα στο βάθος του κάδρου που οι περισσότεροι περνούσαν βιαστικά. Ο Καστέλ αισθάνεται την ανάγκη να γνωρίσει την Μαρία και αρχίζει να καταστρώνει με σπάνια μεθοδικότητα σχέδια που υπηρετούν την εμμονή του. Όταν τελικά καταφέρνει να την κατακτήσει, η ζήλια του και η αμφιβολία για την αμοιβαιότητα των συναισθημάτων δεν του επιτρέπουν να ηρεμήσει και να απολαύσει τη σχέση του.

Ο έρωτας που περιγράφει ο Σάμπατο δεν είναι ο έρωτας ενός τρελού, είναι ένας τρελός έρωτας που θα μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε. Για αυτό και δε βιάζομαι να χαρακτηρίσω τρελό τον Καστέλ. Με μια πρώτη ματιά ο φόνος είναι πράξη ενός εμφανώς διασαλευμένου ατόμου, όμως καθώς παρακολουθούμε την αφήγηση του Καστέλ και την οξύτητα των συναισθημάτων του μια δεύτερη σκέψη εμφανίζεται, ο φόνος ως αποτέλεσμα της ακατανίκητης, εγωιστικής κτητικότητας  που χρησιμεύει για να προστατευτεί το αντικείμενο του πόθου. Ίσως λοιπον ο Καστέλ να μην είναι ένας ανισόρροπος, αλλά ένας μη χαλιναγωγημένος από τις κοινωνικές συμβάσεις, ο οποίος αρνείται να αποδεχτεί την απώλεια του προσώπου που νοηματοδοτεί την ύπαρξή του. Από αυτήν την οπτική ο φόνος είναι μια επανάσταση και απόλυτη επικράτηση του συναισθήματος έναντι της λογικής και της παραίτησης του με΄σου ανθρώπου από τον έρωτά του μετά από μια απογοήτευση. Το αχαλιναγώγητο συναίσθημα αρκεί για το στιγματισμό κάποιου ως ψυχασθενή- σε τι διαφέρει κανείς από τα κινούμενα από ένστικτα ζώα θα έλεγε κανείς- όμως αν έρθουμε στη θέση του Καστέλ θα διστάσουμε να προβούμε σε έναν τόσο ισοπεδωτικό χαρακτηρισμό.

"Το Τούνελ" δίνει μια πολύ εντυπωτική και πλατιά απεικόνιση του ερωτικού συναισθήματος, που χωράει από το φόβο της μοναξιάς, την ικανοποίηση των σαρκικών αναγκών και την χωρίς ανταλλάγματα τρυφερότητα, μέχρι τη ζήλια, την προσπάθεια αυτοεπιβεβαίωσης μέσω του έρωτα, την οικειοποίηση του εραστή και το μίσος της προδοσίας. Και κυρίως, όπως διαπιστώνει ο Καστέλ σε μια ανυπέρβλητη παράγραφο, ο έρωτας με όλα τα παραπάνω αντιφατικά χαρακτηριστικά του, είναι ο μόνος ικανός να δώσει αληθινό παλμό στη ζωή μας, να οδηγήσει σε ένα σύντομο ξέφωτο στην μακρά, μοναχική πορεία μέσα στο ατομικό μας τούνελ.

"Υπήρχε ένα και μοναδικό τούνελ,σκοτεινό και μοναχικό : το δικό μου, το τούνελ που μέσα του είχαν κυλήσει τα παιδικά μου χρόνια, η νιότη μου, η ζωή μου ολόκληρη.Και σε ένα από εκείνα τα διάφανα ανοίγματα του πέτρινου τοίχου, είχα δει αυτήν την κοπέλα κι είχα πιστέψει με αφέλεια πως ερχόταν από άλλο τούνελ ,παράλληλο με το δικό μου, ενώ στην πραγματικότητα άνηκε στον ανοιχτό κόσμο, τον κόσμο τον δίχως όρια, που γνωρίζουν όσοι ζουν μέσα σε τούνελ.Και ίσως να είχε πλησιάσει από περιέργεια σ΄ε΄να από τα παράξενα  παράθυρά μου και να είχε δει το θέαμα της αθεράπευτης μοναξιάς μου, ή όπως το είχε μεταδώσει η σιωπηλή γλώσσα,το κλειδί του πίνακά μου.Και τότε, ενώ εγώ προχωρούσα πάντα μέσα από τη στοά μου, εκείνη ζούσε έξω την κανονική της ζωή, την ταραγμένη ζωή που κάνουν αυτοί οι άνθρωποι που ζουν έξω, αυτή τη ζωή τη παράξενη και γελοία ,οπου γίνονται χοροί και γιορτές κι υπάρχει ευθυμία και κουφότητα.Και καμιά φορά συνέβαινε, όταν εγώ περνούσα μπροστά από κάποιο από τα παράθυρά μου, εκείνη με περίμενε βουβή και ανήσυχη.Αλλά πολλές φορές συνέβαινε να μη φτάνει έγκαιρα και ξεχνούσε αυτό το δύστυχο παγιδευμένο πλάσμα, και τότε εγώ , με το πρόσωπο κολλημένο πάνω στο γυάλινο τοίχο, την έβλεπα μακριά να χαμογελάει ή να χορεύει ανέμελα ή , πράγμα που ήταν ακόμα χειρότερο, δεν την έβλεπα καθόλου και τη φανταζόμουν σε μέρη απρόσιτα και χαύνα.Και τότε ένιωθα πως η μοίρα μου ήταν άπειρα πιο ερημική από ότι είχα φανταστεί."

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Βίλα-Μάτας αυτοσαρκαζόμενος

Έχει πάντα ενδιαφέρον να μαθαίνεις πράγματα για την ανθρώπινη διάσταση των συγγραφέων , να προσπαθείς να φανταστείς το πρόσωπο και τα βιώματα που κρύβονται πίσω από τις σελίδες που διαβάζεις. "To Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ"(εκδ.Καστανιώτης,μετάφραση Ναννά Παπανικολαόυ)  είναι η εξόχως ειρωνική και αυτοσαρκαστική καταγραφή της περιόδου λογοτεχνικής μαθητείας του Ενριίκε Βίλα-Μάτας στο Παρίσι, όταν ακολουθώντας τα χνάρια του ινδάλματός του, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, προσπάθησε να ενταχθεί στους λογοτεχνικούς κύκλους, να ζήσει τον παλμό της  πόλης και να ολοκληρώσει το πρωτόλειο μυθιστόρημά του.

Ο Μάτας αφηγείται σε χαλαρό ύφος- υποτίθεται πως το κείμενο προορίζεται για μια διάλεξη- και χωρίζει το μυθιστόρημα σε μικρά κεφάλαια, τα οποία δεν συνδέονται πολύ σφιχτά μεταξύ τους. Η διήγηση προσωπικά με εξέπληξε, διότι απλούστατα τα χρόνια της μαθητείας του Μάτας δεν κρύβουν καμία ιδιαίτερη γοητεία ,ούτε αρκούν για να δημιουργήσουν έναν μύθο γύρω από τη γαλούχησή του ως συγγραφέα. Ο Μάτας  αντιμετωπίζει με ιδιαίτερο χιούμορ τις ανασφάλειες του νεαρού εαυτού του, τις εμμονές του, τις πάμπολλες δυσκολίες που αντιμετώπισε και δε διστάζει να παραδεχθεί πως ,σε αντίθεση με τον Χέμινγουεϊ που έζησε στο Παρίσι "πολύ φτωχός αλλά πολύ ευτυχής", ο ίδιος  υπήρξε "πολύ φτωχός αλλά και πολύ δυστυχής".

Το μυθιστόρημα είναι πραγματικά διασκεδαστικό σε διάφορα σημεία του, καθώς τα περιστατικά που καταγράφει το Μάτας είναι χαρακτηριστικά της αφέλειας ενός νεαρού που προσπαθεί να καταξιωθεί ως καλλιτέχνης. Διαβάζουμε λοιπόν για την προσπάθεια του Μάτας να θυμίζει  διανοούμενο κυκλοφορώντας στα καλλιτεχνικά στέκια με γυαλιά και πίπα, την πεποίθησή του πως πρέπει διαρκώς να φαίνεται μελαγχολικός και απελπισμένος προκειμένου να αποκτήσει το προφίλ συγγραφέα, την μανία του να υπενθυμίζει σε όλους πως μοιάζει εξωτερικά με τον Χέμινγουεϊ, την αγωνιώδη προσπάθειά του να συλλέξει φράσεις για τους διαλόγους του έργου του, σημειώνοντας σε ένα μπλοκάκι ό,τι ενδιαφέρον άκουγε σε συζητήσεις.Κορυφαία στιγμή του μυθιστορήματος δεν είναι άλλη από την παράθεση της αλληλογραφίας με τον πατέρα του, τον οποίο προσπαθούσε να πείσει πως πρέπει να εξακολουθήσει να τον υποστηρίζει οικονομικά:

"Αγαπητέ πατέρα: έχω φτάσει στην ηλικία που οι αρετές του ανθρώπου βρίσκονται στο ύψιστο σημείο τους και η εξυπνάδα φτάνει τη μέγιστη δύναμη και ικανότητά της. Είναι επομένως η ώρα να υλοποιήσω το λογοτεχνικό μου έργο.Για να το υλοποιήσω χρειάζομαι ηρεμία και όχι περισπασμούς, να μην αναγκάζομαι να ζητάω λεφτά από τη Μαργκερίτ Ντυράς, ούτε να ασχολούμαι συνέχεια με το να προσπαθώ να σε πείσω  ότι αξίζει τον κόπο να χρηματοδοτείς  τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος που μακροπρόθεσμα , όταν θα το τελειώσω και θα το εκδώσω και θα εισπράξω το χειροκρότημα του πλήθους , θα σε γεμίσει πατρική περηφάνια και μεγάλη ικανοποίηση που ήξερες να είσαι  γενναιόδωρος μαζί μου.

Αγαπητέ μου γιε: Έχω φτάσει στην ηλικία όπου ο άνθρωπος  αναγκάζεται να διαπιστώσει πως ο γιος του εξελίχθηκε σε ηλίθιο.Σου δίνω τρεις μήνες καιρό  για να τελειώσεις το αριστούργημά σου.Αλήθεια, ποια είναι η Μαργκερίτ Ντυράς;"

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου είναι οι αμέτρητες λογοτεχνικές αναφορές του. Ο Μάτας γενικά συνηθίζει να παραπέμπει σε άλλους συγγραφείς. Έτσι και εδώ  αναφέρεται στα αναγνώσματα της νιότης του από την ισπανική γενιά του ΄27 (Λόρκα, Θερνούδα) και τους Μαλαρμέ, Ρεμπώ, Λοτρεαμόν μέχρι τον Χέμινγουεϊ, αποσπάσματα από το βιβλίο του οποίου "Κινητή γιορτή" συναντά κανείς πολλές φορές. Εξάλλου  ο Μάτας παραθέτει πολλές από τις υποδείξεις των διάφορων φίλων και δασκάλων του που προσπάθησαν να τον βοηθήσουν στα πρώτα του βήματα. "Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ" είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα που μπορεί να βρίσκεται στο κομοδίνο για τα λίγα λεπτά πριν τον ύπνο και να διαβαστεί παράλληλα με ένα πιο δύσπεπτο έργο.

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Να ΄μαστε και πάλι

Το καλοκαίρι τελείωσε- επιτέλους!- και μέσα στη βδομάδα επιστρέφουμε με κανονικούς ρυθμούς.Κάθε χρόνο νιώθω μια σχετική ανακούφιση όταν μπει ο Σεπτέμβριος. Καλές οι διακοπές και η ραστώνη, αλλά η θερινή μελαγχολία ,που δε λείπει από κανένα καλοκαίρι, είναι εξαιρετικά βαρύ φορτίο. Ίσως γιατί ο ήσυχος φλοίσβος των κυμάτων ή η ζαλιστική ατμόσφαιρα της άδειας πόλης σε αφήνουν εκτεθειμένο στις πιο μύχιες σκέψεις σου.Το καλοκαίρι σου προσφέρει πάντα χρόνο για να σκεφτείς και να αναμετρηθείς με ο,τι κατάφερνες να προσπερνάς μέσα στην πολυάσχολη καθημερινότητα του χειμώνα. Και ως γνωστόν, κάποιες ταινίες που προβάλλουμε μέσα στο μυαλό μας μπορούν να μας τρελάνουν...

Φέτος το κοντέρ έγραψε πολλά χιλιόμετρα, μια διαρκής τάση  φυγής με έσπρωχνε να εξαφανίζομαι σχεδόν απροετοίμαστα με την παραμικρή ευκαιρία και με οποιαδήποτε παρέα. Ήταν λες και η αίσθηση της κίνησης από μόνη, το τοπίο που έτρεχε μέσα από το τζάμι και η προσδοκία του ταξιδιού έκαναν το μυαλό μου να ξεχνιέται τελείως και να παύει να βλέπει κάποια πράγματα τόσο απαισιόδοξα. 

Διάβασα και βιβλία, άκουσα πάρα πολύ μουσική και είδα μπόλικες ταινίες, όμως έχω την αίσθηση πως και αυτά τα χρησιμοποίησα τελείως χρησιμοθηρικά, placebo για να περνάει η ώρα κάπως ευκολότερα και να φτιάχνει κάπως η διάθεση.Και η κατάληξη είναι ίδια με όλων των καλοκαιριών: χρόνος κύλησε, αφήσαμε πολλά πράγματα πίσω μας, ζήσαμε πολλά, ελπίζουμε να βρούμε και άλλα.

Καλή μας χρονιά.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Θερινή ανάπαυλα

 Οι ζέστες έχουν αρχίσει να σφίγγουν απελπιστικά, οπότε ήρθε η ώρα για το καλοκαιρινό διάλειμμα.Τον Ιούλιο δεν θα υπάρξουν νέες αναρτήσεις στο blog, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε θα παρακολουθώ την κίνηση στα υπόλοιπα ιστολόγια. Επιστρέφουμε τον Αύγουστο, ελπίζοντας ότι στο μεσοδιάστημα θα χωρέσουν , εκτός από την απαραίτητη ραστώνη της εποχής, και αρκετά ενδιαφέροντα αναγνώσματα-προτάσεις ευπρόσδεκτες .Καλή ξεκούραση σε όλους, γεμίστε μπαταρίες, ξεχάστε ντροπές και ανησυχίες για να βυθιστείτε σε ένα υπέροχο καλοκαίρι!

"Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου,
πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει,
τινάζοντας απ' τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της,
ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά,
πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων,
στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;"
Οδ.Ελύτης


Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Βουλιάζοντας στο αλκοόλ

-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!
Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου, 
μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή!

Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.

Σαρλ  Μπωντλαίρ

 Την τελευταία διετία είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε έναν από τους σημαντικούς Γερμανούς λογοτέχνες του μεσοπολέμου, που για χρόνια ήταν λησμονημένος στη χώρα μας.Πρώτα οι εκδόσεις Πόλις με το "Μόνος στο Βερολίνο"-κύκνειο άσμα του συγγραφέα- και έπειτα οι εκδόσεις Κίχλη με τον "Πότη"( πολύ καλή μετάφραση της Έμης  Βαϊκούση) παρουσίασαν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον Χανς Φάλλαντα(1893-1947). Τα δυο αυτά μυθιστορήματα αποτελούν ένα απολαυστικό δείγμα γραφής και ελπίζω ότι σύντομα θα δούμε σε μετάφραση το "Λύκος ανάμεσα σε λύκους", που αναφέρεται στη γερμανική κοινωνία την περίοδο της Βαϊμάρης  .

"Ας βουτήξω κατευθείαν στην άβυσσο.Όσο πιο βαθιά, τόσο πιο καλά. Όσο πιο γρήγορα, τόσο καλύτερα.Τίποτα δεν με κρατάει!"



Ο Φάλλαντα θυμίζει τους Γάλλους καταραμένους  ποιητές: εξαιρετικά ταλαντούχος και φιλόδοξος, αλλά παράλληλα τόσο αυτοκαταστροφικός.Όπως εκείνοι, αναζήτησε την ευτυχία σε τεχνητούς παραδείσους και ευτελείς διασκεδάσεις, προσπαθώντας για χρόνια να αποτοξινωθεί από το αλκοόλ, καταλήγοντας ακόμα τρόφιμος ασύλων. Τελικά οι εξαρτήσεις νίκησαν αυτόν τον παρηκμασμένο αστό, που έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του όντας εθισμένος στη μορφίνη, όπως άλλωστε και η τελευταία του σύντροφος.

"Ο Πότης" είναι ένα μυθιστόρημα φανερά αυτοβιογραφικό, καθώς ο ήρωας ακολουθεί την πορεία του δημιουργού του και από ευυπόληπτος πολίτης καταλήγει κοινωνικά απόβλητος.Ο Έρβιν Ζόμερ είναι ένας επιτυχημένος μεσοαστός, που διατηρεί μια επιχείρηση σε κάποια επαρχιακή πόλη. Όπως παραδέχεται ο ίδιος, ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής, η έλξη για το αλκοόλ έρχεται σχεδόν αναπάντεχα, όταν ένα απόγευμα λίγο κρασάκι αρκεί για να τον απαλλάξει από τη δυσθυμία που προκαλούν τα εσχάτως ανακύψαντα οικονομικά προβλήματα και οι καβγάδες με τη γυναίκα του, Μάγδα.

Από τη στιγμή εκείνη το ποτό προβάλλει στο μυαλό του ως μόνη ανακούφιση στα καθημερινά προβλήματα και ως χρήσιμη ένεση αυτοπεποίθησης για τον Ζόμερ, που διαρκώς αισθάνεται τη σκιά της "άψογης" συζύγου του. Η καταβύθιση στη θάλασσα του αλκοόλ ξεκινάει ενοχικά, στα κρυφά, με ένα σχετικό μέτρο με συνείδηση της αυτοκαταστροφικής πορείας και ελπίδα αποφυγής της διαφαινόμενης συντριβής.Πολύ σύντομα όμως, ο Ζόμερ θα γοητευθεί από τον εφιάλτη του, θα πάψει να έχει αναστολές και να προστατεύει το όνομά του, μη διστάζοντας να καταναλώνει απίστευτες ποσότητες ποτού σε κοινή θέα και τελικά να εγκαταλείψει  την ενοχλητική Μάγδα, αφήνοντας παράλληλα στα χέρια της την επιχείρησή του.

Όταν θα αποπειραθεί να ληστέψει το σπίτι του θα έρθει αντιμέτωπος με τη Μάγδα,την οποία απειλεί.Αυτό είναι το χρονικό σημείο της οριστικής ρήξης με την ομαλότητα της αξιοπρεπούς ζωής, καθώς κάθε γέφυρα επανόδου στην πρότερη κατάσταση έχει καταστραφεί. Ο Ζόμερ συλλαμβάνεται και αντιμετωπίζει κατηγορίες για απόπειρα δολοφονίας, καταλήγοντας τελικά σε ένα άσυλο της χιτλερικής Γερμανίας( το μυθιστόρημα διαδραματίζεται τη δεκαετία του 1930). Το δεύτερο μέρος του βιβλίου, κατά τη γνώμη μου κάπως φλύαρο και στατικό, σαφώς ,μετριότερο του εξαιρετικού πρώτου μέρους, συνιστά ένα οδοιπορικό στα εφιαλτικά κέντρα θεραπείας. Ο Φάλλαντα εστιάζει στην ανθρωπογεωγραφία του ασύλου, σκιαγραφώντας το προφίλ πολλών τροφίμων, και στις πραγματικά άθλιες συνθήκες διαβίωσης.

"Πρέπει να πω ότι δεν έπινα από πάντα· αντιθέτως μάλιστα, ως τώρα το σιχαινόμουν το ποτό-άντε να έπινα μια μπίρα το πολύ.Το κρασί κάπως μου μύριζε, η μυρωδιά του σναπς με αρρώσταινε. Αυτά, ώσπου  να το αρχίσω, πρόσφατα, πολύ πρόσφατα, όταν άρχισε να στραβώνει η ζωή μου.Πρώτα οι δουλειές, ύστερα και οι σχέσεις μου με τους άλλους.Ήμουν εκ φύσεως χαρακτήρας αδύναμος, είχα ανάγκη να με συμπαθούν, να αναγνωρίζουν την αξία μου- μα δε το έδειχνα.Με ήξεραν όλοι για άνθρωπο που πατάει γερά στα πόδια του, με αυτοπεποίθηση." 

Ο Έρβιν Ζόμερ είναι ο άνθρωπος που αποδεικνύει πόσο λεπτές είναι οι ισορροπίες στη ζωή μας και πόσο εύκολη η διολίσθηση ενός ευσυνείδητου πολίτη στην απόλυτη κόλαση που τελικά θα τον καταστήσει εξοβελιστέο από το κοινωνικό σύνολο. Ο χαρακτήρας του αποδεικνύεται εξαιρετικά αδύνατος και τα προνόμια που του προσφέρει η κοινωνική του θέση - μια σχετική οικονομική άνεση, ένα πολυτελές σπίτι και καταξίωση στον κύκλο του- δεν αρκούν για να τον αποτρέψουν  από τον παραλογισμό των πράξεών του. Ο εθισμός έρχεται τόσο γρήγορα που ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως δεν είναι το αλκοόλ που καταλαμβάνει τον Έρβιν τόσο ορμητικά, όσο η αδυναμία ή απροθυμία του ίδιου να αμυνθεί ο λόγος της συντριβής του. Πολλοί διαβάζουν τον "Πότη" ως  μια μικρογραφία της άτης του γερμανικού λαού, που παρά το υψηλό μορφωτικό επίπεδο που τον χαρακτήριζε, ακολούθησε τυφλά τους Ναζί. Άλλωστε, οι μηχανισμοί εξουσίας και υποταγής που αναπτύσσονται στις σχέσεις των τροφίμων του ασύλου, αποτελεί οπωσδήποτε μικρογραφία της λειτουργίας του ολοκληρωτισμού, του καθημερινού  φασισμού που διαβρώνει σταδιακά μια κοινωνία πριν την καταλάβει ολόκληρη.


Στις σελίδες του "Πότη" είναι διαρκώς παρούσα μια αίσθηση ηθικής παρακμής. Ο ήρωας μας που μεθοκοπά και εξευτελίζεται ανενδοίαστα, όσοι τον εκμεταλλεύονται και τον περιπαίζουν μέσα στη μέθη του, οι πονηροί και ύπουλοι τρόφιμοι του ασύλου είναι όλοι τους καρκινώματα ενός άρρωστου οργανισμού. Η γραφή του Φάλλαντα είναι πραγματικά υπέροχη,εθιστική όσο το αλκοόλ όχι τόσο λόγω της πρωτοτυπίας της όσο εξαιτίας της ακριβούς και στρωτής έκφρασης που επιδιώκεται.Ειδικά στο πρώτο μέρος η αποτύπωση των σκέψεων του πότη-αφηγητή είναι αριστουργηματική και δεν καταντά ποτέ κουραστική παρότι  έχουμε να κάνουμε ουσιαστικά με επαναλαμβανόμενα μοτίβα. 

Τέλος, το κλίμα της αφήγησης ,με τους δρώντες που ανέφερα, τις παραισθήσεις που γεννά το αλκοόλ, την τρομακτική φυλακή του ασύλου και τις διάφορες βιαιότητες,  παραπέμπει σε κινηματογραφικό σκηνικό  γερμανικού εξπρεσιονισμού, σαν το Εργαστήριο του Δρ. Καλιγκάρι. Αξίζει η γνωριμία με αυτόν τον συγγραφέα, ελπίζω οι εκδοτικοί οίκοι να δώσουν συνέχεια.

"Όμως ο άνθρωπος συνηθίζει τα πάντα, και πιο πολύ από όλα να ζει μέσα στην ταπείνωση-έτσι φοβάμαι."

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

Η μεγάλη απουσία

Σαν σήμερα, πριν από 19 χρόνια, πέθανε ένας υπέροχος άνθρωπος και σπουδαίος καλλιτέχνης. Ο Μάνος ,βέβαια, κέρδισε δίκαια ένα κομμάτι αθανασίας· όσο συγκινούμαστε με τη μουσική του, ένα κομμάτι του σπαρταράει μέσα μας. Δεν άφησε ορφανά τα παιδιά του, όχι, κάτι τέτοιο δε θα το έκανε. Άφησε πίσω τα τραγούδια του, το τρίτο, την ορχήστρα των χρωμάτων , τα ποιητικά άναρχα σχόλιά του, τους μαθήτες που δούλεψαν κοντά του. Όμως το μέγεθός του ήταν τέτοιο που τίποτα δε μπορεί να κρύψει την απουσία του. Κανείς δε μπόρεσε να τον ξεπεράσει είτε ως καλλιτέχνη είτε ως παρεμβατικό διανοούμενο.


Ο Μάνος έφυγε νωρίς, πριν προλάβουμε να αλλάξουμε. Πολλά πράγματα θα ήταν διαφορετικά, από το επίπεδο του πολιτισμού μας μέχρι τον τρόπο που βιώνουμε την κρίση, αν αυτός ο οξυδερκέστατος και τόσο ευαίσθητος άνθρωπος βρισκόταν ακόμα ανάμεσά μας. Γιατί μπορεί πολλοί να επισημαίνουν ότι μετά από ένα σημείο δεν κατάφερε να δημιουργήσει κάτι αντάξιο των μεγάλων αριστουργημάτων του, όμως ο Χατζιδάκις δεν έπαψε ποτέ να ονειρεύεται και να οργίζεται με ό,τι τον αηδίαζε γύρω του, σιωπηλός και αδρανής δεν υπήρξε ποτέ. Χωρίς αυτόν λοιπόν, ας μείνουμε λιγάκι σαν νάνοι αλλοτινών καιρών.

- Δηλαδή εσείς δε φρονείτε ότι υπάρχει κάποια ελπίδα, κάποια διέξοδος; Τί θα μπορούσε να γίνει κατά τη γνώμη σας;
 ΜΧ: Τίποτα. Η πλήρης εξαφάνιση μας. Και θα γίνει. Είμαι βέβαιος.(1989)




Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενυσχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.[...]

Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα 'ναι αργά για ν' αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να 'μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.

 Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.





Από την ώρα πού ό Φρανκεστάϊν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, 0 κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι πού σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, άπ’ το μυαλό της κότας. Άπ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω καί πώς να τους το πω; Καί μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τίς σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές καί ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, πού όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει καί να μας καθοδηγεί;[...]
Το τέρας έχει αρχίσει να κυκλοφορεί.






Υ.Γ. Τα παραπάνω αποσπάσματά από κείμενα ή σχόλια του Χατζιδάκι στο Τρίτο, έχουν καταντήσει κοινότοπα.Τα διαβάζουμε σε κάθε ευκαιρία σε αφιερώματα. Η κατάληξή μας αποδεικνύει πόσο λίγο τον καταλάβαμε , πόσο άσκοπη υπήρξε η διαρκής υπενθύμιση.