Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Στην Κόλαση του Στάλιν- 2

Όπως είχα υποσχεθεί στην προηγούμενη ανάρτηση(Στην Κόλαση του Στάλιν)  για το συγκλονιστικό βιβλίο του Βαρλάμ Σαλάμοφ "Ιστορίες από την Κολιμά" ,σε υπέροχη μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου, παραθέτω άλλα δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

  Στην Κολιμά η δουλεία είναι τόσο εξουθενωτική που οι κρατούμενοι μηχανεύονται τρόπους προκειμένου να απαλλαγούν έστω και για μια ημέρα. Σπάνια όμως αρκεί μια προσποιητή ασθένεια και ένα λάδωμα ή οι ικεσίες στο ιατρικό προσωπικό. Η ανάπαυση πληρώνεται με αίμα. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που επέλεξαν να μολυνθούν με φυματίωση από άλλους φθισικούς, ώστε να ξεμπερδέψουν οριστικά από τις πραγματικά σκληρές δουλειές. Σε ένα από τα πιο σοκαριστικά διηγήματα του τόμου, το "Ένα κομμάτι σάρκα", ένα κρατούμενος ακολουθεί μια αρκετά διαδεδομένη στα στρατόπεδα πρακτική: επικαλούμενος οξύτατους πόνους στο στομάχι εισάγεται για νοσηλεία και τελικά υποβάλλεται σε εγχείριση σκωληκοειδίτιδας.

"Ο Γκολούμπιεφ είχε γλυτώσει για την ώρα τη μετάβαση στο άγνωστο των κατέργων.Ήταν μια αναβολή.Σε πόσες μέρες επουλώνεται το τραύμα;Εφτά-οκτώ. Άρα σε δυο εβδομάδες ο κίνδυνος ξαναεπιστρέφει. Δύο εβδομάδες είναι μεγάλο διάστημα, χιλιετίες ολόκληρες, αρκετό για να ετοιμαστεί κανείς για τις νέες δοκιμασίες.Μα ο χρόνος επούλωσης της πληγής είναι επτά-οκτώ μέρες σύμφωνα με τα βιβλία, η θεωρητική επούλωση, όπως είπαν οι γιατροί. Κι αν η πληγή μολυνθεί; Αν η επίδεση που την καλύπτει βγει πριν την ώρα της;[...] Ο Γκολούμπιεφ θυμήθηκε το μεγάλο νοσοκομειακό θάλαμο του ορυχείου, όπου είχε εισαχθεί πριν από ένα χρόνο.Εκεί όλοι σχεδόν οι ασθενείς έλυναν τη νύχτα τις επιδέσεις τους, έριχναν στις πληγές σωτήριο χώμα, κανονικότατη λάσπη που έπαιρναν από κάτω, γρατσουνούσαν, μόλυναν τις πληγές τους."


"Ο γείτονας του πέθανε χτες, απλώς πέθανε, δεν ξύπνησε, και κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει από τι πέθανε, λες και η αιτία θανάτου ήταν μόνο μία, πολύ γνωστή σε όλους. Ο  επιστάτης χάρηκε που ο θάνατος συνέβη το πρωί και όχι το βράδυ- το ημερήσιο συσσίτιο του πεθαμένου θα έμενε στον ίδιο.Όλοι το καταλάβαιναν αυτό και ο Ποτάσνικοφ τον πλησίασε και του είπε: "κόψε μου μια μπουκίτσα", όμως εκείνος τον απόδιωξε με μια βρισιά τόσο δυνατή, όσο μπορεί να είναι του ανθρώπου που από ανίσχυρος έγινε ισχυρός και ξέρει ότι η βρισιά του θα μείνει ατιμώρητη"


Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Η κόλαση του Στάλιν

 Δεκατέσσερα χρόνια(1937-1951), σχεδόν πέντε χιλιάδες εφιαλτικές μέρες από τη ζωή του πέρασε στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ο σπουδαίος Ρώσος λογοτέχνης Βαρλάμ Σαλάμοφ. Και όπως θα δούμε στη συνέχεια κάθε ξεχωριστή μέρα υπήρξε ένα ατελείωτο μαρτύριο, μια δοκιμασία επιβίωσης για ανθρώπινα ράκη που είχαν προ πολλού χάσει κάθε ελπίδα και ενστικτωδώς αρνούνταν να πεθάνουν. Η Κολιμά ,όμως, δε σε εγκαταλείπει μόλις περάσεις τις πύλες της και επιστρέψεις τυπικά στην κανονικότητα της ελευθερίας. Το πνεύμα σου έχει μείνει εκεί, το βασανισμένο κορμί σου θυμίζει σε κάθε κίνηση όλες τις κακουχίες και η μνήμη ,διαποτισμένη από όσα θα ήθελες να ξεχάσεις ,στήνει μπροστά σου άπειρες φορές τις ίδιες τραγικές σκηνές. Όχι, ο Σαλάμοφ δεν ελευθερώθηκε ποτέ από τα γκουλάγκ. Είκοσι ακόμα χρόνια ασχολήθηκε με την καταγραφή των εμπειριών που τον στοίχειωναν.


Οι "Ιστορίες από την Κολιμά" είναι το χρονικό των διώξεων που υπέστη τόσο ο ίδιος ο συγγραφέας όσο και οι υπόλοιποι συγκρατούμενοί του, χιλιάδες ψυχές που χάθηκαν στο κρύο της Σιβηρίας. Φόρμα το διήγημα, που με την αποσπασματικότητά του επιτρέπει να δοθεί μια πλήρης εικόνα για τη συστηματική εξόντωση των "εχθρών του λαού".Και προπαντός όχι στρογγυλεύματα, κάθε καλλωπισμός της ιστορικής πραγματικότητας θα αποτελούσε προσβολή στη μνήμη των θυμάτων , όχι φίλων-"φιλίες δε γεννιούνται στο στρατόπεδο". Ο για καιρό αγνοημένος Σαλάμοφ παρατήρησε με πικρία πόσο πιο ανάλαφρες ήταν οι σχετικές διηγήσεις του συμπατριώτη του Σολζενίτσιν , που μάλιστα βραβεύτηκε με Νόμπελ. Η αλήθεια όπως είναι, σκληρή, αδιαπραγμάτευτη, παρουσιασμένη με εξίσου αιχμηρή γλώσσα, την γλώσσα του ηττημένου ανθρώπου που έμπλεος οργής κατονομάζει τους φονιάδες του. Η αφήγηση αυτή, είπε ο Σαλάμοφ, "δεν είναι για το νικηφόρο πνεύμα αλλά για το πνεύμα που ποδοπατήθηκε" και το γεγονός αυτό καθορίζει και την εκφορά του λόγου:" Η πρόταση πρέπει να είναι σύντομη σαν χαστούκι..Από την ιστορία πρέπει να αφαιρεθεί κάθε καλολογικό στοιχείο".Λιτότητα για να είναι διακριτοί οι ρόλοι, άνθρωποι και ποντίκια.

"Όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα- η αγάπη, η φιλία, η ζήλεια, η φιλανθρωπία, το έλεος, η δίψα για δόξα, η τιμιότητα- μας είχαν εγκαταλείψει μαζί με το κρέας που στερούμασταν στη διάρκεια της παρατεταμένης λιμοκτονίας μας.Σ΄αυτή την ασήμαντη μυική στοιβάδα που παρέμενε ακόμα πάνω στα κόκκαλά μας, που μας έδινε ακόμα τη δυαντότητα να τρώμε, να κινούμαστε και να αναπνέουμε, ακόμα και να πριονίζουμε κορμούς δέντρων και να γεμίζουμε με το φτυάρι τα καρότσια με χώμα και πέτρες, και μάλιστα να σμπρώχνουμε τα καρότσια σε ένα ατελείωτο ξύλινο μονοπάτι μέσα στα ορυχεία του χρυσού, σ΄αυτή λοιπόν τη μυική στοιβάδα είχε θέση μόνο ο θυμός, το πιο παλιό ανθρώπινο συναίσθημα" 


Η μετάφραση της εργατικής Ελένης Μπακοπούλου είναι ένας άθλος.Σχεδόν δυο χιλιάδες σελίδες, 145 διηγήματα που μεταδίδουν στον αναγνώστη τη συντριβή και την οργή των φυλακισμένων. Ο καλαίσθητος τόμος των εκδόσεων Ίνδικτος προκαλεί δέος στη θέα και μόνο, πόσο μάλλον όταν καλείται κανείς να μεταφράσει ένα τέτοιο όγκο κειμένων από μια απαιτητική γλώσσα με μακρά λογοτεχνική παράδοση.

Ο Σαλάμοφ δεν αφήνει τίποτα έξω από τις ιστορίες του. Ακολουθεί την πορεία προς τον όλεθρο, ξεκινώντας από τις ανακριτικές φυλακές, όπου κατέληγε κανείς συνήθως λόγω ανυπόστατων κατηγοριών που ήταν πρακτικά αδύνατον να διαψεύσει, και φτάνοντας στα στρατόπεδα, τη σκληρή, δεκαεξάωρη εργασία στα ορυχεία με 50 βαθμούς υπό του μηδέν. Όσα διαβάζουμε για την παραμονή στις φυλακές είναι ανατριχιαστικά μόνο μέχρι να φτάσουμε στις διηγήσεις από τα στρατόπεδα. Δεκάδες κρατούμενοι σε στενόχωρα κελιά αναμένουν την ανάκριση και την τελική ετυμηγορία, που θα τους στείλει στο απόσπασμα ή στο κάτεργο, οργανώνουν νοερά την υπεράσπισή τους, παρά τη ματαιότητα της προσπάθειας: το Κόμμα γνωρίζει πάντα καλύτερα γιατί πρέπει να εξοντωθεί αυτός που επαίνεσε το έργο ενός ποιητή που εγκατέλειψε τη χώρα και την επανάσταση. Ο ανακριτής θα επιλέξει τον πιο κατάλληλο τρόπο για την αποκάλυψη της "συνωμοσίας"·μπορεί να καλέσει άμεσα τον κρατούμενο, να τον εξουθενώσει αφήνοντάς τον άυπνο για μέρες, να τον φοβερίσει μέχρι να ομολογήσει.Ενδέχεται όμως να τον κρατήσει στην αναμονή για εβδομάδες, μήνες στις άθλιες συνθήκες των φυλακών, χωρίς νέα από τους δικούς του,  να παλεύει μόνος με τις αγωνίες του.


"Κούνησε το χέρι της προς το μέρος μας, μας έδειξε τον ουρανό, κάπου σε μια άκρη του ουράνιου θόλου και φώναξε:"Κοντεύει παιδιά, κοντεύει"Της απαντήσαμε με ένα χαρούμενο ξεφωνητό .Δεν την ξανάδα ποτέ, αλλά τη θυμόμουν όλη μου τη ζωή -πως μπορούσε να καταλάβει τόσο και να μας παρηγορήσει τόσο.Έδειξε τον ουρανό χωρίς να εννοεί ,διόλου, τη μεταθανάτια ζωή.Όχι, μας έδειξε μόνο ότι ο αόρατος ήλιος πήγαινε προς τη δύση του, ότι το τέλος της εργασιακής μας μέρας είναι κοντά"  


Και όταν τελικά ο κρατούμενος καταδικαστεί και καταλήξει στην κόλαση της Κολιμά, τότε θα καταλάβει πόσο προνομιακή ήταν η παραμονή του στις φυλακές Μπουτίρκι. Εκ νέου συνωστισμός σε άθλια παραπήγματα με εκατοντάδες κουκέτες, σκεπάσματα γεμάτα ψείρες και ψύλλους, αν κάποιος από τους ποινικούς κρατουμένους δεν έχει προλάβει να τα κλέψει από τον άμαθο "πολιτικό του πενήνταοκτώ"(το άρθρο με το οποίο καταδικάζονταν οι πολιτικοί αντιφρονούντες). Δεκαεξάωρες βάρδιες και έπειτα πορεία χιλιομέτρων στο χιόνι για να κοπούν τα απαραίτητα για τη θέρμανση ξύλα. Σύντομος ύπνος με τα ρούχα της δουλειάς και έπειτα το μαρτύριο ξεκινά από την αρχή.Την επόμενη μέρα ,όμως, δεν είσαι ίδιος. Το κλιμακούμενο, ανάλογα με τη νόρμα αποδοτικότητας που έχει ο καθένας στην εργασία του, σιτηρέσιο δε φτάνει για να κρατήσει όρθιο έναν άντρα και πόσα ψίχουλα να βρει κανείς στο πάτωμα, πόσα λίτρα βραστό νερό να πιει για να ξεγελάσει το στομάχι του;Οι μέρες περνούν, η ρώμη και η υγεία εγκαταλείπουν γρήγορα το σώμα, το ξυλοφόρτωμα από τους ποινικούς και τους φρουρούς επιδεινώνουν την κατάσταση, η ελπίδα σβήνει σύντομα- τα σχέδια για το μέλλον σταματάνε στο αύριο-, ο θάνατος έρχεται, αδιάφορο πως. Εκτέλεση επειδή δεν πέτυχες επανειλημμένα τη νόρμα ή επειδή τα κρυοπαγημένα πόδια δεν κατάφεραν να σε οδηγήσουν στη δουλειά· αβιταμίνωση από την πείνα· κάποια ασθένεια, κάπως.
                      
  
                        Φωτογραφία του Συγγραφέα

Σε όλο αυτό το σκηνικό θανάτου κάθετι το ανθρώπινο ψύχεται. Δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για φιλίες και σοβαρές σκέψεις. Ο Σαλάμοφ γράφει πως παρά τα όσα ζει κάτι μέσα του δεν του επιτρέπει να πεθάνει.Όπως λέει, "τα άλογα δε διέφεραν σε τίποτε από τους ανθρώπους" και ωστόσο πέθαιναν, ενώ ο άνθρωπος ,πιο ανθεκτικός συνέχιζε να μάχεται μέχρι να χάσει και την τελευταία ικμάδα δύναμης. Γαντζωνόταν από μια απειροελάχιστη ελπίδα, γράφει κάπου, από τον αυριανό καιρό που θα ήταν καλύτερος ,από το αυξημένο αυριανό σιτηρέσιο, από ένα σύντομο ρεπό και συνέχιζε.Κάποιοι αυτοτραυματίζονταν σοβαρά, έμενα ανάπηροι, ώστε να μη δουλέψουν άλλο, άλλοι υποβάλλονταν σε αχρείαστες εγχειρήσεις λόγω "οξείας σκωληκοειδίτιδας" για να ξεκουραστούν έστω μια εβδομάδα, λίγοι ήταν αυτοί που τα παρατούσαν και αυτοκτονούσαν.

Οι "Ιστορίες από την Κολιμά" είναι ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο της φρίκης που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι, ντοκουμέντο που δε συγκρίνεται με καμία άλλη απόπειρα καταγραφής αυτής της μαύρης σελίδας της ρωσικής ιστορίας. Καμία ανάρτησή μου δεν αρκεί για να αποδώσει την έκπληξη που αισθάνεται κανείς διαβάζοντας τις σελίδες του βιβλίου. Θα ακολουθήσει ανάρτηση με ακόμα 2-3 σύντομα αποσπάσματα που αποτυπώνουν το πνεύμα του βιβλίου, καθώς και κάποιες επιπλέον σκέψεις μου.



Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Η γοητεία της απλότητας

Θα συμφωνήσουμε όλοι πως περνάμε μεγάλο μέρος του χρόνου μας συζητώντας γεγονότα φαινομενικά αδιάφορα, κοινότοπα, περιστατικά που συμβαίνουν ταυτόχρονα σε χιλιάδες ανθρώπους στην υφήλιο. Κάποιος σφοδρός έρωτας, ένας απρόσμενος χωρισμός, μια σύντομη απόδραση με φίλους, κάποιο πρόβλημα υγείας, μικρές αναποδιές της καθημερινότητας. Η λογοτεχνία ,θα υποστηρίξουν πολλοί, δεν πρέπει να καταπιάνεται με αυτά τα "μικρά" , πρέπει να κατατείνει στο όλο, στο σύνθετο, να επιχειρεί μια καθολική θεώρηση και τελικά ερμηνεία της πολύπλοκης ανθρώπινης φύσης και ζωής. Διαφωνώ· λογοτεχνία είναι και το φιλτράρισμα της πεζής καθημερινότητας έτσι ώστε αυτή να αποκτά ενδιαφέρον. Θα δανειστώ τα λόγια της anagnostrias με αφορμή την "Πατρική Κληρονομιά" του Ρόθ :"Χιλιάδες άνθρωποι γερνούν, αρρωσταίνουν και πεθαίνουν κάθε μέρα. Δεν μπορεί όμως το κάθε παιδί να περιγράψει αυτή  την κατάσταση με τρόπο που να ενδιαφέρει όλους μας. Αυτή είναι η ικανότητα του Φίλιπ Ροθ."

Την ίδια ικανότητα έχει και ο Ρέιμοντ Κάρβερ, ένας από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς συγγραφείς της μεταπολεμικής γενιάς. Η κριτική εντάσσει τον Κάρβερ στη σχολή του "βρόμικου ρεαλισμού" . Συγγραφείς που καταξιώθηκαν κυρίως στη μικρή φόρμα, όπως ο Μπουκόφσκι (εξαιρετικά μεγάλες οι ομοιότητές των κειμένων του με αυτά του Κάρβερ), ο Τομπίας Γουλφ,ο δυστυχώς άγνωστος σε εμάς Τζον Τσίβερ και ο Ρίτσαρντ Φορντ( γνωστός για τα μυθιστορήματά του), καταγράφουν την καθημερινότητα των μικροαστών που ποτέ δεν έζησαν πραγματικά το Αμερικανικό όνειρο.

 Η συλλογή διηγημάτων "Αρχάριοι" (εκδ.Μεταίχμιο, μτφ Γιάννης Τζώρτζης) είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της γραφής του Κάρβερ: λιτή και χωρίς πολλά λογοτεχνικά φτιασίδια, επικεντρώνεται στο απαραίτητο και θυμίζει διηγήσεις φίλων σε συνάξεις ,όπου "υπάρχει μια αίσθηση χαλαρότητας και γενναιοδωρίας γύρω από το τραπέζι, φιλίας και άνεσης". Στο έργο του Κάρβερ πάντως δε θα συναντήσουμε το μηδενισμό του Μπουκόφσκι, αντίθετα είναι διαρκώς παρούσα η στοργή και το συναίσθημα.
                              

Στην πλειονότητά τους τα διηγήματα φωτογραφίζουν στιγμές που κάτι μέσα στους ήρωες "σπάει", γκρεμίζει τα τείχη που η αυταπάτη έχει χτίσει γύρω τους, φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με την αλήθεια, την αποσιωπημένη δυστυχία που εδώ και καιρό τους ζώνει. Θυμίζοντας την "επιφάνεια" των "Δουβλινέζων" του  Τζόις( και εκεί τα πρόσωπα λόγω ενός φαινομενικά δευτερεύοντος περιστατικού γίνονται κοινωνοί της αλήθειας τους), ο Κάρβερ στο τέλος της διήγησής του αναγκάζει συχνά τους ήρωές του να συμβιβαστούν με την ήττα τους.

Στο "Κιόσκι" ένας άντρας που ακροβατεί μεταξύ δυο γυναικών, αγαπώντας και τις δύο, διαπιστώνει ότι το γυαλί έχει ραγίσει οριστικά. Στο "Πες τις γυναίκες ότι φεύγουμε" ο Τζέρι δίνει βίαιο τέλος στη συζυγική αφοσίωση αναζητώντας με τον κολλητό του νέες ερωτικές εμπειρίες στην ύπαιθρο.Πρόκειται για το διήγημα, όπου ο γυάλινος κόσμος των ηρώων καταρρέει με τη μεγαλύτερη σφοδρότητα.Στο "Μια περιπέτεια" ένας πατέρας διηγείται στο γιο του το χρονικό της καταστροφής του γάμου του με αποκορύφωμα τη στιγμή που χάνει τον έλεγχο του εαυτού του και ενδίδει στον πειρασμό της απιστίας. Ενώ διηγείται την ιστορία του αναδεικνύεται και η αδυναμία επικοινωνίας με το παιδί του. Στο "Αν είναι το θέλημά σου" ένας ηλικιωμένος , κινούμενος περισσότερο από το ασυνείδητο, αντιμετωπίζει με εχθρότητα ένα νεαρό ζευγάρι, μέχρι να παραδεχθεί πως η συμπεριφορά του πηγάζει από την οργή που προκαλούν τα πρώτα σημάδια της φθοράς. Στο εξαιρετικό "Μια μικρή παρηγοριά"  η σχεδόν δεδομένη ευτυχία ενός ζευγαριού εξαϋλώνεται μετά το ατύχημα του παιδιού του, το οποίο γίνεται αφορμή, ώστε ένας τρίτος  να αποτινάξει την εξωτερική του σκληρότητα.

Όπως είπαμε, σε όλα τα κείμενα ενυπάρχει μια νότα στοργής. Δύο μάλιστα διηγήματα ξεφεύγουν από το χαλαρό μοτίβο βίωσης ή συνειδητοποίησης της δυστυχίας. Στην "Απόσταση", μια τόσο γλυκιά  στην απλότητά της ιστορία, παρακολουθούμε την τελευταία στιγμή ευτυχίας και αμοιβαίου έρωτα ενός ζευγαριού. Στους αριστουργηματικούς "Αρχάριους", μια τόσο παραστατική και αληθοφανή απεικόνιση μια φιλικής συνάθροισης, ο Κάρβερ φτάνει στο απόγειο  της τρυφερότητας, βάζοντας τους ήρωες, δύο πραγματικά αγαπημένα ανδρόγυνα να μιλήσουν για το τι είναι αγάπη.

"Εμένα μου φαίνεται πως είμαστε όλοι αρχάριοι στην αγάπη"

Υ.Γ. ανάρτηση από τον librofilo για τον Κάρβερ,και από το Πανδοχείο για την συλλογή

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Ένας Γέρος



Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ' ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.


Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ' εμορφιά.



Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ' εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθές. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.



Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα·
και πώς την εμπιστεύονταν πάντα - τι τρέλλα! -
την ψεύτρα που έλεγε· «Αύριο. Εχεις πολύν καιρό.»



Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ' ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.



... Μα απ' το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.


 Κ.Π.Καβάφης

Y.Γ. Ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα και ταυτόχρονα ένα από τα πιο μελαγχολικά. Αφοπλιστικά σκληρό και ειλικρινές.

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Ερωτευμένος(;) με την Πόλη

"Όταν μιλάω για τον εαυτό μου προσπαθώ να μιλήσω για την Ιστανμπούλ , όταν μιλάω για την Ιστανμπούλ προσπαθώ να μιλήσω για μένα"

Δύσκολο να ορίσεις τι ακριβώς είναι το "Ιστανμπούλ" του Ορχάν Παμούκ(εκδ.Ωκεανίδα, μτφ Στέλλα Βρεττού). Σίγουρα όχι λεύκωμα, παρά τις δεκάδες εξαιρετικές φωτογραφίες που δεν αναδεικνύονται αρκετά από την έκδοση. Ούτε όμως και αυτοβιογραφία μπορεί να θεωρηθεί, καθώς ο Παμούκ διηγείται άτακτα μόνο περιορισμένα περιστατικά της ζωής του, χωρίς να πασχίζει να σκάψει όντως μέσα του. Η Κωνσταντινούπολη είναι στο επίκεντρο, όμως το βιβλίο δεν είναι μια στείρα καταγραφή ιστορικών γεγονότων, ούτε καν μια μορφή λογοτεχνικού ταξιδιωτικού οδηγού στην Πόλη σήμερα.Τι είναι λοιπόν το "Ιστανμπούλ"; Μια πλειάδα σκέψεων ,με αρκετές αυτοαναφορικές παρενθέσεις, γύρω από την Ιστανμπούλ του σήμερα, την φυσιογνωμία της, την ταυτότητά ,τους κατοίκους της και τη σχέση της με τον συγγραφέα.

 Ο Παμούκ μιλά για μια πόλη "ερείπιο" του ένδοξου παρελθόντος, μια πόλη που υιοθέτησε απερίσκεπτα και άναρχα δυτικές συνήθειες για να απαλλαγεί από την ταπείνωση που βίωσε τον περασμένο αιώνα, μια πόλη που είναι καταδικασμένη , ως απόρροια του χαμένου της μεγαλείου,σε ένα διαρκές αίσθημα μελαγχολίας και ήττας που διαπερνά τα σοκάκια της, τα κατεστραμμένα από τη φωτιά κονάκια των πασάδων, τα σκοτεινά σαλόνια των ξεπεσμένων αστών της, την καθημερινότητα των κατοίκων της.

Ο Παμούκ ,όπως είναι φυσικό, εξετάζει την πόλη του συναισθηματικά, μέσα από τα βιώματά του. Αγαπά την αύρα της, αυτό το διαρκώς θλιμμένο κλίμα, αλλά ταυτόχρονα υποφέρει και ο ίδιος από την μελαγχολία της πόλης και απεχθάνεται τον άκριτο μιμητισμό των συμπολιτών του προς οτιδήποτε δυτικό. Έχω την εντύπωση πως ο Τούρκος νομπελίστας προσπαθεί δειλά δειλά να χτίσει με τη φαντασία του μια άλλη Ισταμπούλ, σαφώς πιο πιστή στην ανατολίτικη παράδοση, ηττημένη και μελαγχολική, αλλά ιδωμένη μέσα από τον ρομαντισμό των περιηγητών του 19ου αιώνα, την αταξία που της χάριζε άλλοτε η πολυπολιτισμικότητά της. Σε πολλά σημεία είναι περισσότερο ρεμβασμός παρά καταγραφή της πραγματικότητας αυτό που κάνει ο Παμούκ, που νοσταλγεί μια Ιστανμπούλ που δε γνώρισε ποτέ.

Διαβάζοντας το "Ιστανμπούλ" αισθάνθηκα κατά κάποιον τρόπο συμπάσχων  με τον Παμούκ.Η πόλη μου, η Θεσσαλονίκη, σαφώς ταπεινότερη από την επί 15 αιώνες πρωτεύουσα δύο αυτοκρατοριών,έχει χάσει προ πολλού το χρώμα της, τον παλμό της, συμβιβάστηκε με την ασχήμια της, γέμισε αδιάφορους κατοίκους, τα στέκια της ισοπεδώθηκαν από τη μπουλντόζα της ομογενοποίησης, ξέχασε την ίδια την ιστορία της, αποκηρύσσοντας το οθωμανικό και εβραϊκό παρελθόν της, γιόρτασε την απελευθέρωσή της με μια κιτς και εσωστρεφή τελετή.Μάλλον σταμάτησα να μιλάω για την Ισταμπούλ...

Edward Hopper "Summer in the City"

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Παιχνίδια με την Ιστορία

 Ο Μπάρι Άνσγουορθ θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς ιστορικών μυθιστορημάτων, ένας σύγχρονος Γουόλτερ Σκοτ, που τιμήθηκε μάλιστα με το βραβείο Booker το 1992 για το έργο του "Ιερή Πείνα". Σήμερα θα ασχοληθούμε με τo προτελευταίο μυθιστόρημα που δημοσίευσε, την "Γη των Θαυμάτων"( Εκδ.Πατάκης, μετάφραση Ελένη Ηλιοπούλου).

   Το 1914, λίγους μήνες πριν την έκρηξη του πολέμου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι ένα παρηκμασμένο κράτος που εξαρτά την επιβίωση του από την εύνοια των μεγάλων δυνάμεων της ηπείρου. Βρετανικά και Γερμανικά συμφέροντα  συγκρούονται υπογείως προκειμένου να εξασφαλίσουν όσον το δυνατόν περισσότερα οφέλη. Το μεγάλο στοίχημα ,ασφαλώς, δεν είναι άλλο από τα πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου των ανατολικών κτήσεων της αυτοκρατορίας στο σημερινό Ιράκ. Οι γερμανικές εταιρείες, που επέβαλαν την παρουσία τους στην περιοχή με μεγάλες επενδύσεις στους σιδηροδρόμους, έχουν αποκτήσει πλεονέκτημα, καθώς συμφωνίες τους παραχωρούν δικαιώματα αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου πέριξ των σιδηροδρομικών γραμμών, ενώ παράλληλα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για αποκοπή της Βρετανίας από τις αποικίες της στην Ινδία σε περίπτωση πολέμου.    

     Σε αυτό το κλίμα ο Σόμερβιλ προσπαθεί να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα και να γράψει το όνομα του στη Χρυσή Βίβλο των αρχαιολόγων.Εμπνευσμένος από τους αρχαιολόγους του 19ου αιώνα , ο Σόμερβιλ είναι ένας ιδεαλιστής που έχει επενδύσει όλη την περιουσία, το χρόνο και τις φιλοδοξίες του στις ανασκαφές στο Τελ Ερντέκ, όπου τον οδήγησε το ένστικτό του. Για πάνω από δυο χρόνια κανένα σημαντικό εύρημα δεν έρχεται στο φως. Τα οικονομικά περιθώρια στενεύουν και επιπλέον ο γερμανικός σιδηρόδρομος που θα διασχίσει την περιοχή των ανασκαφών μοιάζουν να βάζουν ταφόπλακα στην καριέρα του Σόμερβιλ. Τα πράγματα ,όμως, αλλάζουν όταν η σκαπάνη αποκαλύπτει σημάδια ύπαρξης ενός μεγάλου μνημείου. Η κατασκευή του σιδηροδρόμου πρόκειται πλέον , όχι απλώς να βάλει τέλος σε μια άδοξη προσπάθεια, αλλά να στερήσει από την ανθρωπότητα τη δυνατότητα γνώσης για την ιστορία της αρχαίας Μεσοποταμίας. Παράλληλα, κατόπιν συμφωνίας με τη βρετανική πρεσβεία, στην ομάδα των αρχαιολόγων εντάσσεται για κάλυψη ο Αμερικάνος γεωλόγος Έλιοτ που θα εκπονήσει μελέτες για τα κοιτάσματα πετρελαίου του Ιράκ. 

 "Η γη των θαυμάτων" δεν είναι σίγουρα το βιβλίο που θα γοητεύσει τον αναγνώστη με τη λογοτεχνική του ποιότητα. Τίποτα το εντυπωσιακό σε επίπεδο έκφρασης, κάπως άτσαλες οι ανατροπές στην πλοκή, χαρακτήρες χωρίς ιδιαίτερο βάθος, που δεν εξελίσσονται και διατηρούν στερεοτυπικά χαρακτηριστικά. Παρόλα αυτά το θέμα που επιλέγει ο Άνσγουορθ επιτρέπει πολλές αναγνώσεις, που αναδεικνύουν την μοναδική ικανότητα του συγγραφέα να χειρίζεται το ιστορικό υλικό.

      Καταρχήν ο κεντρικός μύθος αυτός καθαυτός δίνει μια πολύ καλή εικόνα της τελευταίας φάσης της Οθωμανικής Κυριαρχίας: ουσιαστική κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας, μια αχανής και γεμάτη πλούτο χώρες που μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης των Μεγάλων Δυνάμεων. Πρόκειται λοιπόν για μια κατασκοπική περιπέτεια, καθώς Βρετανοί και Γερμανοί πράκτορες, διπλωμάτες και αξιωματούχοι, ισχυρά οικονομικά συμφέροντα των δύο χωρών επιδίδονται σε έναν αγώνα δρόμου για να διαμορφώσουν τις κατάλληλες συνθήκες  πριν την έναρξη του πολέμου.Και σε δεύτερο πλάνο τοπικοί παράγοντες, που αδυνατούν να επηρεάσουν τις εξελίξεις και απλώς προσπαθούν να επωφεληθούν.

"Aπό το λαμπρό του παλάτι στη Νινευί μπορούσε να αγναντεύει έναν κόσμο που προσκυνούσε τα πόδια του.Οι αποθήκες του ξεχείλιζαν από λάφυρα·οι αντίπαλοί του είχαν κατακτηθεί, οι αντάρτες αρχηγοί είχαν συρθεί πίσω από το άρμα του ή βρίσκονταν δεμένοι στις πύλες του με κρίκους περασμένους μέσα από τα σαγόνια τους σαν σκυλιά.
  Κι όμως τα σημάδια ήταν ήδη εκεί για όποιον ήταν έτοιμος να τα ερμηνεύσει·η Αίγυπτος ήταν εκτός ελέγχου·η Βαβυλωνία καιγόταν από μίσος και επιθυμία για εκδίκηση·ο στρατός του ήταν εξαντ΄λημένος και αποδεκατισμένος μετά από τόσα χρόνια συνεχών μαχών.Και πίσω από την οροσειρά του Ζάγρου, αθέατη, η αναπτυσσόμενη δύναμη των Μήδων.Λιγότερο από τριάντα χρόνια αργότερα, κατά τη βασιλεία του γιου του, η Ασσυριακή αυτοκρατορία έπαψε να υπάρχει.Κι αυτός ο αιφνίδιος αφανισμός, αυτός ο χαμός εν τω μέσω της ευημερίας, έκανε την Ασσυρία το υπέρτατο σύμβολο της καταδίκης που φέρει μέσα της κάθε κυριαρχία."

    Σε δεύτερο επίπεδο βλέπουμε πως ο Άνσγουορθ κάνει παραλληλισμούς για τον κύκλο ζωής των αυτοκρατοριών. Η Μεσοποταμία υπήρξε η κοιτίδα των πρώτων πολιτισμών: Σουμέριοι,Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι και αργότερα οι Πέρσες. Οι λαοί αυτοί ,και κυρίως οι Ασσύριοι, τους οποίους μελετά ο Σόμερβιλ, δημιούργησαν πανίσχυρες αυτοκρατορίες, οι βασιλείς τους ζούσαν σε πολυτελή ανάκτορα, διοικούσαν τεράστιους στρατούς και κατείχαν αμύθητα πλούτη.Κοινό σημείο όλων των αυτοκρατοριών υπήρξε η αλαζονική πεποίθηση πως θα διαρκέσουν αιώνια, πως ο χρόνος δε θα τις συντρίψει, όπως όλες όσες προηγήθηκαν. Κι όμως,μονάχα ερείπια στην άμμο έμεινα από αυτές. Στο χρόνο της ιστορίας η Βρετανία και η Γερμανία, η αποικιακή αυτοκρατορία και η ανερχόμενη μιλιταριστική δύναμη, δίνουν λυσσαλέο αγώνα πάνω στο πτώμα μιας αυτοκρατορίας που κατέρρευσε μετά από πέντε αιώνες. Τίποτα δεν τις τρομάζει, λεηλατούν τον πλούτο δεκάδων λαών, οπλίζονται για την επερχόμενη σύγκρουση, δίχως να ξέρουν πως η μοίρα τους επιφυλάσσει ίδια μοίρα. Πέντε χρόνια αργότερα η Βρετανία θα έχει απολέσει τις μισές αποικιακές της κτήσεις, η Γερμανία θα ταπεινωθεί , εκατομμύρια στρατιώτες θα έχουν βουλιάξει στα χαρακώματα. ΄

     Στο μυθιστόρημα μέσα από τη φιγούρα του  Έλιοτ διαφαίνεται το προφίλ της νέας υπερδύναμης που θα αναδειχθεί από τις στάχτες των πολέμων. Ο Αμερικάνος,ένας τυχοδιώκτης νέος, γοητευτικός,ευφράδης και  με αυτοπεποίθηση, δίχως ιδιαίτερες αναστολές και προσανατολισμένος στο μέλλον και τις θετικές επιστήμεςμοιάζει τόσο διαφορετικός από τον γηρασμένο ιστοριοδίφη Σόμερβιλ, με τις μόνιμες ανασφάλειες. Ποιος θα ξεγελάσει ποιον, ποιος θα επικρατήσει σε αυτήν την άτυπη μονομαχία;

 Ασσυρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία νεκρές, Βρετανία και Γερμανία πριν την καταστροφή.Για να κλείσει ο κύκλος  ανόδου και πτώσεως ,ας αναλογιστούμε πως το βιβλίο γράφτηκε λίγα χρόνια μετά την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ, μια από τις πιο ξεκάθαρες περιπτώσεις ιμπεριαλιστικής αλαζονείας στις τελευταίες δεκαετίες. Ίσως ο Άνσγουορθ προειδοποιεί μέσα από την αναφορά σε αυτούς τους κύκλους που διαγράφει η ανθρώπινη ιστορία.Ελπίζω μια τέτοια ανάγνωση να μην είναι τραβηγμένη και ιδεολογικά χρωματισμένη.Δεν έχω τέτοια πρόθεση, απλώς είναι οι σκέψεις που μου γέννησε η ανάγνωση. Νομίζω πως η "Γη των Θαυμάτων" είναι ένα έξοχο σχόλιο σε αυτή την διαρκή ακμή και παρακμή των ισχυρών.'Οπως και να χει, ένα βιβλίο που σε παρέχει περισσότερο τροφή για σκέψη, παρά καθαρή λογοτεχνική απόλαυση.

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

Το βιβλίο τον καιρό της Κρίσης-Επιστολή προς τους Εκδότες


Κυρίες και κύριοι εκδότες,


ζητούμενο, τόσο για σας όσο και για μας τους βιβλιόφιλους ιστολόγους, είναι να αυξηθεί η αναγνωσιμότητα σε μια Ελλάδα, που διαβάζει όλο και λιγότερο.

Βασικό πρόβλημα τα τελευταία χρόνια είναι η κρίση. Μια κρίση οξύτατη και πολυεπίπεδη. Έχει εισβάλει στις επιχειρήσεις σας, αλλά διαστρωματωμένα αποτυπώνεται πλέον και στο μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και επηρεάζει, αντιστοίχως αναλογικά και πάντως δραματικά, τη ζωή όλων μας. Όταν η ανεργία και η κάθετη πτώση του εισοδήματος έχουν εκτοξευθεί στους πιο υψηλούς δείκτες των τελευταίων δεκαετιών, η βασική βεβαίως προτεραιότητα δεν μπορεί παρά να είναι η υπεράσπιση της Αξιοπρέπειας στην καθημερινή διαβίωση με όλα όσα πρέπει αυτή να περιλαμβάνει σε συνθήκες Δημοκρατίας: Υγεία, Στέγη, Τροφή, Εκπαίδευση, Ελευθερία.

Για τους βιβλιόφιλους αυτής της χώρας, που στην πλειονότητά τους δεν είναι ένα προνομιούχο κομμάτι, που ζει εκτός κοινής οικονομικής πραγματικότητας, το βιβλίο αποτελεί ένα πολύ σημαντικό αγαθό ενταγμένο στα παραπάνω, το οποίο δεν μπορεί και δεν πρέπει να μπει στην λίστα εκείνων, που θα μειωθούν ή θα κοπούν εντελώς, επειδή η ακρίβεια το καθιστά συχνά απλησίαστο.

Αν με τις προσφορές, τα παζάρια, την στροφή στους παλιούς τίτλους και την επιστροφή στις βιβλιοθήκες διαφαίνεται μια καλή λύση, τι θα γίνει με τους καινούργιους τίτλους;

Θα αφορούν σε όλο και πιο λίγους; Και αν παγιωθεί αυτό ως αναγκαστική συνθήκη στην κρίση, θα πάμε από την εκδοτική πλημμυρίδα σε μιαν εκδοτική άμπωτη, της οποίας τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά θα περιγράφονται με την φράση εκδίδουμε ό,τι μπορεί να αποσβέσει;

          Είχαν ακουστεί και παλιότερα αντιρρήσεις για την τιμή του βιβλίου, τόσο από αναγνώστες όσο και από τους ειδικούς του χώρου, δημοσιογράφους και κριτικούς. Όταν ένα μέσο βιβλίο στοιχίζει 15-20€, οι περισσότεροι θα προτιμήσουν να παρακολουθήσουν μια ταινία στον κινηματογράφο, που κοστίζει πολύ κάτω από 10€ ή τα ίδια χρήματα να τα αφιερώσουν σε άλλου είδους (ψυχαγωγική) διέξοδο.

Το ίδιο δυστυχώς ισχύει και για το ηλεκτρονικό βιβλίο. Εκεί που θα έπρεπε η τιμή να είναι πολύ χαμηλότερη, δεδομένου ότι τα έξοδα έκδοσης είναι μικρότερα, παρατηρούνται μικρές διαφορές σε σχέση με το έντυπο βιβλίο. Το λογικό θα ήταν ο αναγνώστης, που έχει την ανάλογη συσκευή, να παρακινηθεί να αγοράζει άυλα κείμενα, ενώ αυτός που δεν έχει, να βρει κίνητρο για να ακολουθήσει την εξέλιξη.

Πριν φτάσουμε στο θλιβερό και στρεφόμενο στην ουσία κατά του πολιτισμού μας σημείο, να εκμηδενιστεί δηλαδή εντελώς ο αριθμός των αναγνωστών, ας επιχειρήσετε εσείς, οι εκδοτικοί οίκοι, καθώς σ’ εσάς πέφτει πρωτίστως αυτή η υποχρέωση,ένα θαρραλέο βήμα: μείωση της τιμής των καινούργιων τίτλων, ώστε να μην ανακοπεί η δημιουργική έκφραση όλων αυτών, στους οποίους ανάμεσα, πάντοτε, υπάρχουν ταλέντα που δεν πρέπει να χαθούν, επειδή θα έχει προκριθεί λόγω ωμής ανάγκης, το εφήμερο και το ευπώλητο.

Το βιβλίο,σήμερα, είναι ακριβό και αποτρέπει την αγορά του.Αυτή είναι η πραγματικότητα,την οποία όμως, εσείς, μπορείτε να αλλάξετε.

Ως αναγνώστες, ιστολόγοι και πολίτες, σας ζητάμε την μεγαλύτερη δυνατή μείωση και, αν το πράξετε, πρώτοι εμείς, θα την υποστηρίξουμε.

Αντιλαμβανόμαστε τις ποικίλες δυσκολίες,από τις  υποχρεώσεις σας στους εργαζόμενους, το κόστος χαρτιού, τα βάρη των δικαιωμάτων, των μεταφράσεων και ούτω καθεξής μέσα μάλιστα στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς με τους γλωσσικούς της περιορισμούς και τον ελάχιστο πληθυσμό, όμως και πάλι  το βιβλίο, ακριβώς στην παρούσα κρίση, οφείλουμε να το διαδώσουμε ως αγαθό και όχι ως πολυτέλεια των ολίγων.

Τα ιστολόγιά μας, πάντα φιλόξενα και χωρίς κανενός είδους αντάλλαγμα, λειτουργήσαμε και λειτουργούμε, εκ των πραγμάτων, ως… διαφημιστές βιβλίων! Ειδικά εκείνων που υπερβαίνουν το εφήμερο…


Εμείς μπορούμε να συνεχίσουμε υπηρετώντας από κοινού με σας την Λογοτεχνία (και κάθε άλλου είδους λόγο) και συμβάλλοντας στην επιβίωσή της, αν κι εσείς θελήσετε να προχωρήσετε σ’ αυτό, που επιτακτικά πλέον σας ζητάμε: χαμηλές τιμές σε όλα και ειδικότερα στα καινούργια βιβλία, χωρίς αλλαγή στην αισθητική και την ποιότητά τους.

Με εκτίμηση
Librofilo
Βιβλιοκαφέ
Διαβάζοντας
Βολτίτσες
Anagnostria
Το Ιστολόγιο του Θαλή
Read- for -a- Life
Desperado
Καγκουρό
Λέσχη Ανάγνωσης του Degas

edit: έχουν προσυπογράψει-δημοσιεύσει την επιστολή και οι ακόλουθοι
  Νεάρχου Παράπλους
  Ηλεκτρονικός Αναγνώστης(eAanagnostis)

 Δικές μου σκέψεις:
Η συζήτηση για την τιμή του βιβλίου επανέρχεται και πάλι μετά από δύο σχεδόν χρόνια, αυτήν την φορά με διαφορετική δυναμική. Δεν πρόκειται πλέον για τη διαμαρτυρία του περιστασιακού αναγνώστη.Θεωρώ πως οι φίλοι bloggers, τακτικοί και εκλεκτικοί αναγνώστες, κρίνοντας από τα ιστολόγιά τους, εκφράζουν σε μεγάλο βαθμό τους γνήσιους βιβλιόφιλους, αυτούς που θεωρούν το βιβλίο αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Είναι προφανές πως κανείς από εμάς δεν μπορεί να εξοβελίσει την ανάγνωση από τη ζωή του, παρότι όλοι αντιμετωπίζουμε στο μέτρο που μας αναλογεί οικονομικές  δυσκολίες, ορισμένοι μάλιστα είναι φοιτητές,έχουν παιδιά με τις ανάγκες τους ή έχουν χάσει την κύρια πηγή εισοδήματος. Αν δεν αλλάξει κάτι και οι τιμές των βιβλίων δεν εξορθολογιστούν, είμαστε αναγκασμένοι να στραφούμε σε παλαιότερους τίτλους, σε εκπτωτικά παζάρια, στα αποθέματα της βιβλιοθήκης μας, σε ανταλλαγές με φίλους.Το βιβλίο δεν θα το αφήσουμε, απλώς θα περιορίσουμε την αγορά νέων τίτλων.Δυστυχώς.
 Ακόμα και τώρα, όποιος blogger συμφωνεί με το αίτημά μας, ας αναδημοσιεύσει την κοινή μας επιστολή.