Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Οδοστρωτήρας τη ιστορίας

"Μη μας δείχνετε το σκοπό χωρίς να μας δείχνετε το δρόμο.
Γιατί σκοποί και μέσα είναι στη γη μας τόσο μπλεγμένα
ώστε αν αλλάξετε το ένα, αλλάζετε και τα άλλα·
Κάθε διαφορετικό μονοπάτι, μας βγάζει σε άλλο σκοπό"
                              Φερντινάλ Λασάλ,"Φραντς φον Ζίκινγκεν"

 Διαβάζοντας το αριστούργημα του Άρθουρ Καίσλερ "Το μηδέν και το άπειρο"(εκδ.Πασχάλη, μετάφραση Βασίλης Τομανάς) είχα συχνά την αίσθηση πως κάποιες φράσεις, κάποιες παράγραφοι έκρυβαν μέσα τους όλη την αλήθεια αυτού του μικρού αλλά πολυδιάστατου βιβλίου. Ο Καίσλερ κατάφερε να συμπυκνώσει απόλυτα την ουσία του πάσης φύσης ολοκληρωτισμού, με αφορμή το σταλινικό έκτρωμα του σοσιαλιστικού οράματος, να τρυπώσει στους μηχανισμούς σκέψεις του ανθρώπου, που τον μετατρέπουν με τόση ευκολία από άγιο σε στυγερό δολοφόνο και από επαναστάτη σε δουλικό γραφειοκράτη, να αποτυπώσει στο χαρτί με ευαίσθητη γραφή τις περιβόητες ανακρίσεις των αντιφρονούντων  και την αναπόδραστη πορεία τους προς την "εκκαθάριση" χάριν του δημοσίου συμφέροντος.

Το βιβλίο γράφτηκε το δημοσιεύτηκε το 1940 σε μια περίοδο που η ευρωπαϊκή διανόηση , σε αντίθεση με τις δυτικές κυβερνήσεις, δεν είχε ακόμα απορρίψει τον σταλινισμό.Ήταν μόλις το τέσσερα χρόνια πριν όταν ο αριστερός Αντρε Ζιντ επέστρεψε απογοητευμένος από το ταξίδι του στη σοβιετική Ένωση, διαπιστώνοντας πως αυτό που είχε ξεκινήσει ως μια προσπάθεια χειραφέτησης των μαζών είχε καταλήξει σε ένα νέο, σκληρό και αμείλικτο καθεστώς που ελεγχόταν απόλυτα από τον Στάλιν.Ο Καίσλερ γράφει στον απόηχο των Δικών της Μόσχας, όταν αμέτρητοι επαναστάτες εκτελέστηκαν ως προδότες και εχθροί του λαού, αντλώντας μάλιστα υλικό από αληθινά περιστατικά."Το μηδέν και το άπειρο" θεωρείται δίκαια ως η καλύτερη λογοτεχνική προσέγγιση στη δομή και τη λογική του σταλινικού κράτους, χωρίς πάντως να πρέπει να θεωρούμε ότι πρέπει να διαβαστεί μόνο ως τέτοια- άλλωστε διαφορετικά το βιβλίο δε θα ήταν τόσο μακράς πνοής.Θεωρώ μάλιστα ότι ο Όργουελ  είχε πάντοτε στο πίσω μέρος του μυαλού του τις σελίδες του Καίσλερ, όταν συνέγραφε το δικό του αριστούργημα ,"1984" .

Πρωταγωνιστής του βιβλίου ο Ρουμπάσοφ που συλλαμβάνεται βράδυ στο σπίτι του, οδηγείται στην φυλακή και έρχεται αντιμέτωπος με ένα βαρύτατο κατηγορητήριο.Ο ήρωας μας δεν είναι κάποιος τυχαίος, έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην Οκτωβριανή Επανάσταση, ανέλαβε αξιώματα και ,όταν του ζητήθηκε, ανέλαβε την εκκαθάριση κάποιων αντιφρονούντων. Ο θύτης ,επομένως, έρχεται αναπάντεχα στη θέση του θύματος, ο άνθρωπος που έμεινε αμετακίνητος στο καθήκον, ακόμα και όταν οι φίλοι και η ερωμένη του διώχθηκαν, καλείται τώρα να απολογηθεί σε αυτόν τον τρομακτικό, σκιώδη μηχανισμό δικαιοσύνης, που μόνο στόχο έχει την εξουδετέρωση του κατηγορουμένου.

Όσο περνάει ο καιρός, η ελπίδα στερεύει, καθώς  η δογματική γραμμή του Κόμματος, δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις, οι στενόμυαλοι και τυπολάτρες αξιωματούχοι δεν διαθέτουν υπολείμματα ανθρωπιάς, το newspeak και οι λογικές ακροβασίες των ανακριτών( μνημεία λογοτεχνικής δεινότητας αποτελούν οι σελίδες των ανακρίσεων) είναι ακαταμάχητες για τους εξουθενωμένους κατηγορουμένους. Στόχος ανάκρισης δεν είναι η απόδειξη της αλήθειας.Το κόμμα γνωρίζει εκ των προτέρων και την αλήθεια και το πως θα την χρησιμοποιήσει.Οι κατηγορούμενοι δεν πρέπει απλώς να τιμωρηθούν, πρέπει να ταπεινωθούν, να αποτελέσουν παράδειγμα προς αποφυγή για κάθε επίδοξο στασιαστή και αδιαμφισβήτητη απόδειξη της πυγμής της διοίκησης.

"Δυο μόνο αντιλήψεις υπάρχουν για την ανθρώπινη ηθική, και βρίσκονται σε θέσεις αντιδιαμετρικές.Η μια, είναι χριστιανική και ανθρωπιστική, διακηρύσσει ότι το άτομο είναι ιερό και απαραβίαστο, και βεβαιώνει ότι οι κανόνες της αριθμητικής δεν πρέπει να εφαρμόζονται σε ανθρώπινες μονάδες.Η άλλη ξεκινάει από τη βασική αρχή πως ένας συλλογικός σκοπός δικαιολογεί όλα τα μέσα, και όχι μόνο  επιτρέπει μα και απαιτεί να υποτάσσεται το άτομο με κάθε τρόπο και να θυσιάζεται για την κοινότητα- που μπορεί να το μεταχειρίζεται σαν πειραματόζωο ή εξιλαστήριο θύμα" 

"Σπρώχνουμε με το μαστίγιο τις μάζες της χώρας που γογγύζουν προς μια θεωρητική μελλοντική ευτυχία που μόνο εμείς μπορούμε να δούμε"

"Όλοι νομίσαμε ότι μπορούμε να πειραματιστούμε με την ιστορία, όπως με τη φυσική.Η διαφορά είναι ότι στη φυσική μπορούμε να επαναλάβουμε το πείραμα χιλιάδες φορές, ενώ στην ιστορία μπορούμε να το κάνουμε μόνο μία.Τον Δαντόν και τον Σεν-Ζιστ μπορούν να τους στείλουν στο ικρίωμα μόνο μια φορά" 

Όπως ανέφερα και παραπάνω, το στοιχείο που καθιστά μνημειώδες το έργο είναι η αποκάλυψη μιας σημαντικής πλευράς του ολοκληρωτισμού, πράγμα που λίγοι συγγραφείς έχουν πετύχει. Ο ολοκληρωτισμός ούτε σέβεται ούτε δέχεται την ανθρώπινη αξία. Η μονάδα, το άτομο, ο μικρόκοσμός του, τα πάθη του, τα όνειρα και οι φόβοι του είναι εμπόδια για την κοινή προσπάθεια, για τη θριαμβική πορεία προς την ευτυχία  του τιτάνιου σώματος που λέγεται λαός. Όταν οι γραφειοκράτες της Μόσχας εκπονούσαν τα φιλόδοξα σχέδιά τους αποδέχονταν ως ιστορική και λογική αναγκαιότητα το θάνατο χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ανθρώπων προς όφελος της κοινότητας, γιατί .όπως θα έλεγε και ο ανακριτής, ποιος είναι τόσο σπουδαίος ώστε να στερεί από τους λαούς το δικαίωμα στην πρόοδο; Ο άνθρωπος προβάλλει ως καύσιμο προκειμένου το όχημα να φτάσει στον προορισμό του με όσους έχουν απομείνει σε αυτό. Και επιπλέον: κάθε φωνή διαμαρτυρίας, όσο δικαιολογημένη και αν είναι, απλώς υποσκάπτει την κοινή προσπάθεια, αποπροσανατολίζει από τον θεοποιημένο σκοπό είτε αυτός βαφτίζεται σοσιαλιστική ουτοπία είτε λέγεται ανάκτηση του ζωτικού χώρου. Πρέπει να τα προσέξουμε αυτά, γιατί μερικές φορές ο ολοκληρωτισμός-όχι στην πρόδηλη, χυδαία μορφή του, αλλά στη πιο καλλωπισμένη των "ειδικών περιστάσεων"- είναι πιο κοντά μας από όσο νομίζουμε.  

"Η αρχή που λέει ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα είναι και παραμένει ο μοναδικός κανόνας της πολιτικής ηθική"

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Ο Αμνός που έγινε Δράκος

"-Είμαι αθώος.Ίσως κάποια στιγμή πιαστεί ο πραγματικός ένοχος.
Μετά στράφηκε στους άνδρες του εκτελεστικού αποσπάσματος:
-Παιδιά, σας παρακαλώ, σκοπεύστε με καλά για να μην τυραννιέμαι.
Ένα παράγγελμα ακούσθηκε."Επί σκοπόν."Κάποιος ρώτησε τον μελλοθάνατο αν θέλει να δέσουν τα μάτια και τα πόδια του.
-Τα μάτια είπε εκείνος με σιγανή φωνή.
Φαινόταν ψύχραιμος.Έπειτα έμεινε ακίνητος-οι τελευταίες στιγμές της ζωής του.Ξαφνικά έβγαλε μια φωνή:
-Μανούλα μου, είμαι αθώος!
Εφημ.Ακρόπολις"
  

Θεσσαλονίκη 17 Φεβρουαρίου 1968, 7.06π.μ: ο Αρίστος Παγκρατίδης εκτελείται στο Γεντί Κουλέ , καθώς σύμφωνα με τη δικαστική  ετυμηγορία αυτός ήταν ο περιβόητος δράκος του Σέιχ Σου που διέπραξε στυγερά εγκλήματα το πρώτο τετράμηνο του 1959. Μέχρι τέλους ο Παγκρατίδης δεν έπαψε να διακηρύττει την αθωότητά του, τονίζοντας μάλιστα ότι η αρχική ομολογία του ήταν αποτέλεσμα της σωματικής και ψυχολογικής βίας που του ασκήθηκε στο κρατητήριο. Σχεδόν μισό αιώνα μετά ελάχιστοι είναι αυτοί που αμφισβητούν την αθωότητα του νεαρού που κατά πολλούς θυσιάστηκε προκειμένου να πάρουν προαγωγή κάποιοι αστυνομικοί, να προστατευθούν οι πραγματικοί υπαίτιοι και να επανέλθει η τάξη σε μια πόλη που για μεγάλο διάστημα ζούσε υπό το κράτος του φόβου.

Στη διάρκεια της δίκης ήρθαν στο φως αρκετά στοιχεία για την προσωπική ζωή του Παγκρατίδη. Μεγάλωσε στην Τούμπα Θεσσαλονίκης και παιδί ακόμα είδε τον πατέρα του να δολοφονείται μπροστά στα μάτια του από ελασίτες. Καταδικασμένος στην φτώχεια, ο Αρίστος μεγάλωσε ουσιαστικά δίχως τη μητέρα του που δούλευε σκληρά για να εξασφαλίσει την επιβίωσή τους. Το παρατσούκλι που του είχαν δώσει στη γειτονιά ήταν "γουρούνα" ,επειδή έψαχνε τους κάδους για να χορτάσει την πείνα του. Μια ζωή στην ανέχεια, βιοποριζόταν με δουλειές του ποδαριού, εργαζόμενος ακόμα και ως αρσενική πόρνη για χαρτζιλίκι, ενώ ήταν τακτικός αιμοδότης έναντι μερικών εκατοντάδων δραχμών. Αυτός ο ταλαιπωρημένος άνθρωπος, που πάνιαζε στη θέα του αίματος, με το μόνιμα φοβισμένο βλέμμα υποτίθεται ότι σκόρπισε το θάνατο .

Με το θέμα αυτό καταπιάνεται και το αφήγημα του Θωμά Κοροβίνη "Ο γύρος του θανάτου" (εκδ.Άγρα). Χρησιμοποιώντας υλικό από εφημερίδες της εποχής και πρακτικά της δίκης ο Κοροβίνης διηγείται όσα είναι γνωστά για τη σύντομη ζωή του "Δράκου". Το λόγο παίρνουν 9 διαφορετικοί αφηγητές που σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό γνωρίζουν τον Αρίστο. Είναι φανερό πως και ο συγγραφέας συνηγορεί υπέρ της αθωότητας του Παγκρατίδη, καθώς κάθε διήγηση καταλήγει στο παράλογο της καταδικαστικής απόφασης.

"Το μάτι του σαν στριμωγμένου αγριμιού που το 'ζωσε ο φόβος της σφαγής"

Ο "Γύρος του θανάτου" διακρίνεται για τρεις αρετές που το καθιστούν πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα. Η πρώτη προφανής αρετή δεν είναι άλλη από τον ίδιο τον μύθο. Το βιβλίο είναι μια καλή ευκαιρία να προσεγγίσει κανείς με εύπεπτο τρόπο αυτήν την ιστορική για την πόλη υπόθεση. Ο Κοροβίνης ,όμως, δεν αρκείται στην σκιαγράφηση του προφίλ του καταδικασθέντα και αναφέρεται ελάχιστα στις κατηγορίες που του απευθύνθηκαν. Και αυτό διότι η υπόθεση Παγκρατίδη είναι απλώς το έναυσμα για ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη των αρχών του ΄60.

Μέσα από τις διηγήσεις προσώπων που προέρχονται από εντελώς διαφορετικούς χώρους ζωντανεύει η ιστορία της πόλης, η οποία φαντάζει με σκηνικό εξπρεσιονιστικής ταινίας: μουντή, παρηκμασμένη, με ετερόκλητο πληθυσμό, δεμένη με το έγκλημα. Διαβάζουμε λοιπόν για τις προσφυγικές φτωχογειτονιές της Τούμπας, όπου οι άνθρωποι παλεύουν για το μεροκάματο, συζητάνε στις αυλές τους με τις ώρες (το λεγόμενο μουχαμπέτι) υπό τον ήχο των ρεμπέτικων που έπαιζαν τα γραμμόφωνα και οι περαστικοί  Τσιγγάνοι κάνουν διάφορα μερεμέτια. Μέσα από τη διήγηση ενός αστυνομικού και ενός ασφαλίτη ψηλαφίζουμε το ισχυρό παρακράτος που διαφέντευε για χρόνια την πόλη. Τέλος, μπαίνουμε στα άδυτα του ελκυστικού και ταυτόχρονα απωθητικού περιθωρίου: πόρνες, οι "γυναικωτοί" της ταβέρνας η "Πεθερά", οι χασικλήδες και τα χαμίνια, αυτοί για τους οποίους ποτέ δε βρέθηκε αρκετός χώρος στην επίσημη ιστορία. Μπορεί αυτό το ταξίδι στο παρελθόν να είναι ελλιπές, σίγουρα όμως κατάφερε να με παρασύρει και να με κάνει να βιώσω για λίγο το κλίμα της πόλης.Και αυτό είναι κάτι που μόνο καλοί συγγραφείς μπορούν να σου προσφέρουν. Κάποιες από τις σελίδες του βιβλίου θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν γραφτεί από τον σπουδαίο Γιώργο Ιωάννου.

Η τρίτη αρετή του βιβλίου είναι η άνεση, με την οποία ο Κοροβίνης χειρίζεται τόσα διαφορετικά γλωσσικά ιδιώματα. Πιστός σε αυτήν την τεχνική, που καθιερώθηκε στο πλαίσιο της αληθοφάνειας από τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη, ο συγγραφέας πλάθει την ταιριαστή γλώσσα για κάθε πρόσωπο που παίρνει το λόγο. Ο αστός συμβολαιογράφος που μένει στην παλιά παραλία μιλάει μια κομψή, ευπρεπή καθαρεύουσα·  οι γνωστοί του Αρίστου διηγούνται σε μια ανεπιτήδευτη λαϊκή γλώσσα με πολλά τουρκικά στοιχεία λόγω της προσφυγικής τους καταγωγής. Το κεφάλαιο που πραγματικά είναι εντυπωσιακό είναι εκείνο, στο οποίο το λόγο παίρνει η "Λολό", που μιλά μια γλώσσα της πιάτσας με δεκάδες λέξεις από την αργκό και τα καλιαρντά (κώδικας επικοινωνίας που αναπτύχθηκε μεταξύ ομοφυλοφίλων του περιθωρίου μετά τον πόλεμο),όπου και αποδεικνύεται στο έπακρο η ικανότητα του συγγραφέα να διηγείται με αυθεντικότητα και ζωντάνια.



εφημερίδα Μακεδονία την ημέρα της εκτέλεσης


Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Πρώτη αναλαμπή

 Η συλλογή διηγημάτων του πρόωρα χαμένου Ρέιμοντ Κάρβερ "Λοιπόν, θα πάψεις σε παρακαλώ"(εκδ.μεταίχμιο, μετάφραση Γιάννης Τζώρτζης) μπορεί να μην είναι αριστουργηματική στο σύνολό της , όπως ο Καθεδρικός Ναός και οι Αρχάριοι, ωστόσο περιέχει αρκετά διαμάντια και διαθέτει σε σχεδόν πλήρη μορφή όλα εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν  υπέροχη τη γραφή του σπουδαίου αυτού συγγραφέα και μεγαλειώδη τα έργα του. Ο Κάρβερ με τη συλλογή αυτή(1976)  έκανε ουσιαστικά την είσοδο του στον λογοτεχνικό κόσμο και στα δώδεκα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι το θάνατό του πρόλαβε να καταξιωθεί ως μεγαλύτερος μεταπολεμικός διηγηματογράφος των Η.Π.Α.

Το σκηνικό των σύντομων ιστοριών- ελάχιστες είναι αυτές που ξεπερνούν τις είκοσι σελίδες- είναι το ίδιο, αυτό που πάντα επιλέγει ο συγγραφέας για να παρουσιάσει την ξαφνική συντριβή των ηρώων του: άνθρωποι από τα μεσαία και κατώτερα στρώματα με ασταθές παρόν και αβέβαιο μέλλον, μικρές αμερικανικές πόλεις, σχέσεις που έχουν διαλυθεί ή κρέμονται από μια κλωστή. Όσον αφορά τη θεματολογία βλέπουμε για πρώτη φορά την προσπάθεια του Κάρβερ να δείξει πόσο οριακή είναι μια κατάσταση, χωρίς συνήθως να περιγράφει την διαφαινόμενη έκρηξη. Υπαινικτικά και χαμηλών τόνων τα διηγήματα έρχονται να αποτυπώσουν το γεγονός που οδηγεί τους ήρωες στην απρόσμενη παραδοχή της πραγματικότητας που προσπαθούν να ωραιοποιήσουν τόσο καιρό, είναι μια φωτογραφία στιγμής του γυαλιού που μόλις ράγισε. Όλες οι ιστορίες διακρίνονται για την εσωτερική τους ένταση και ο Κάρβερ δεν επιθυμεί να αναλύσει εξαντλητικά τα όποια περιστατικά, αντίθετα δείχνει πως ορισμένα συναισθήματα είναι αδύνατο να εκφραστούν και μόνο διαισθητικά μπορούμε να τα συλλάβουμε. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που οι διηγήσεις είναι τόσο μελαγχολικές και το τέλμα, στο οποίο βρίσκονται οι ήρωες, φαίνεται τόσο βαθύ.

Στο τόσο σκληρά αληθινό "Δεν είναι αυτοί ο άντρας σου" ένας σύζυγος ακούει κάποια σχόλια πελατών για την εμφάνιση της γυναίκας του ,που δουλεύει ως σερβιτόρα, και ξαφνικά καταλαμβάνεται από μια οξεία και απροσδιόριστη απέχθεια προς αυτήν. Θέλει να την αλλάξει, να αποβάλλει από πάνω του το στίγμα του αποτυχημένου που κυκλοφορεί πλάι σε μια μέτρια και παχουλή σύζυγο.Πρόκειται για το τέλος του έρωτά τους- αν υποθέσουμε πως αυτός υπήρξε- ή μήπως αρκεί η γνώμη των τρίτων για να αλλάξουν σε μια στιγμή τα συναισθήματά μας;Στο "νυχτερινό σχολείο" ένας άντρας που βγαίνει από ένα αποτυχημένο γάμο έχει την ευκαιρία για μια σύντομη νυχτερινή περιπέτεια με δυο φοιτήτριες, όμως δειλιάζει συνειδητοποιώντας τελικά τον εγκλωβισμό του. Το διήγημα "Ο Τζέρι, η Μόλι και ο Σαμ" συνδεέται με μια από τις αγαπημένες θεματικές του Κάρβερ, τις νευρώσεις και την απογοήτευση που γεννά η συζυγική ζωή. Ένας πατέρας νιώθει την αίσθηση του ανικανοποίητου να θεριεύει  μέσα του, καθώς η γυναίκα και τα παιδιά του δεν αρκούν για να δώσουν ενδιαφέρον στη ρουτίνα του, επειδή όμως δεν έχει το σθένος να βάλει ένα σωτήριο τέλος στο γάμο του, αποφασίζει να εκδικηθεί απλώς την οικογένειά του διώχνοντας το σκυλί από το σπίτι.

Και φυσικά από τη συλλογή δε λείπουν τα διηγήματα που φέρνουν τους ήρωες αντιμέτωπους με τον επίλογο των σχέσεών τους. Τρία αριστουργήματα της συλλογής  μιλούν για σχέσεις που έχουν διαγράψει τον κύκλο τους είτε το παραδέχονται οι ήρωες είτε όχι. Στο  "Τι γίνεται στην Αλάσκα" ένα ζευγάρι ετοιμάζεται να αλλάξει τόπο κατοικίας ,επειδή η γυναίκα βρήκε δουλειά, γεγονός που κάνει τον σύζυγο να αισθανθεί αποτυχημένος.Η υποσυνείδητη ζήλια και η οργή μπροστά στην προσωπική ήττα μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι το τέλος δεν αργεί. Στα "Σινιάλα" ένα ζευγάρι κάνει μια ύστατη προσπάθεια να σώσει τη σχέση του, όμως το δείπνο δεν εξελίσσεται, όπως ακριβώς θα ήθελαν.Τέλος στο "Λοιπόν, θα πάψεις σε παρακαλώ" που δίνει τον τίτλο στη συλλογή, οι υποψίες του συζύγου πως η γυναίκα του τον απάτησε τον εξωθεί στα άκρα, καθώς βλέπει τα πάντα γύρω του να καταρρέουν σε μια στιγμή.

Ανθρώπινος, με κοφτερή ματιά και τραγική επίγνωση των ανθρώπινων αδυναμιών, ο Κάρβερ είναι ο συγγραφέας που θα μπορούσε να αντλήσει υλικό από τη ζωή του καθενός από εμάς, χωρίς ποτέ να γίνει κοινότοπος και βαρετός. Για αυτό και είναι τόσο αγαπημένος.


Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Για την ελληνική λογοτεχνία

 Στη σύντομη ζωή του το blog αριθμεί κάτι λιγότερο από πενήντα αναρτήσεις. Αν αφαιρέσουμε  τα αποσπάσματα ποίησης που ανεβάζω κατά διαστήματα, έχουμε περίπου σαράντα μυθιστορήματα και νουβέλες για τα οποία έγραψα τους τελευταίους οκτώ μήνες. Αυτό που παρατήρησα ... ξεφυλλίζοντας τις αναρτήσεις είναι πως- όσο περίεργο και αν φαίνεται- ανάμεσά τους δεν υπάρχει ούτε μια που να αφορά έργο Έλληνα συγγραφέα. Παρότι δεν σχολιάζω όλα τα βιβλία που διαβάζω, το γεγονός είναι πως τουλάχιστον τον τελευταίο χρόνο, ίσως και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, δεν έχω διαβάσει παρά μόνο δύο ελληνικά μυθιστορήματα. Η αναλογία είναι συντριπτική υπέρ της ξενόγλωσσης πεζογραφίας.

Μετά από την παρατήρηση αυτή σκέφτηκα ότι ανάλογη είναι η κατάσταση στα περισσότερα ιστολόγια, το μόνο μέρος που μπορεί να δει κανείς συστηματικά και σε βάθος χρόνου τις αναγνωστικές συνήθειες ενός ανθρώπου. Ο ναυτίλος, ο librofilo, η Βιβή από τη Λέσχη ανάγνωσης του degas και η Κατερίνα από το Διαβάζοντας -μηχανάκια ανάγνωσης, όχι αστεία- έχουν μια σαφή προτίμηση στην ξένη λογοτεχνία και μόνο αραιά παρουσιάζουν κάποιο ελληνικό βιβλίο. Το μοναδικό ,νομίζω, blog που παρακολουθεί συστηματικά την ελληνόφωνη πεζογραφία είναι το Βιβλιοκαφέ του Πατριάρχη Φώτιου.

Θα πει κάποιος πως ανακαλύπτουμε την Αμερική.Είναι αυτονόητο ότι η ξενόγλωσση πεζογραφία υπερτερεί αριθμητικά και για αυτό αφενός διαβάζεται περισσότερο, αφετέρου κρύβει μεγαλύτερο πλούτο και συγκινήσεις. Θα ήταν παρανοϊκό να περιμένουμε από μερικές εκατοντάδες συγγραφείς να επισκιάσουν τη λογοτεχνική παραγωγή ολόκληρης της υφηλίου.Δεν είναι όμως αυτό που με προβληματίζει. Για εμένα το ζήτημα είναι πως πολύ δύσκολα θα επιλέξω να εντάξω στη λίστα ανάγνωσης, πολύ περισσότερο να αγοράσω, έναν ελληνικό τίτλο , έστω και ως διάλειμμα από δέκα ξένα αναγνώσματα.  Επίσης , βλέποντας το αντικειμενικά, νομίζω πως την περασμένη δεκαετία λίγα ήταν τα έργα που δεν υπήρξαν εφήμερα και δεν θα ξεχαστούν σύντομα- για σοβαρή επιρροή σε ευρύτερο λογοτεχνικό επίπεδο ούτε λόγος.

Οι αναρτήσεις του Βιβλιοκαφέ και εσχάτως οι συγγραφείς που παρουσιάζει ο librofilo στην εκπομπή του μου έχουν κινήσει το ενδιαφέρον, που προς το παρόν μένει σε θεωρητικό στάδιο. Μήπως αυτή ενστικτώδης επιφυλακτικότητα απέναντι στην εγχώρια παραγωγή είναι απόρροια του τρόπου διδασκαλίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο σχολείο, όπως σχολίασε πρόσφατα και η Κατερίνα;Κανένας Έλληνας πεζογράφος δε με μάγεψε πραγματικά, αγάπησα και θαύμασα διάφορους,αλλά κανείς δεν χώρεσε στο προσωπικό μου πάνθεον. Αν υπάρχει μια περίπτωση να με δείτε να αφρίζω, είναι βάζοντας με δίπλα σε άνθρωπο που με περισπούδαστο ύφος ισχυρίζεται πως "όποιος δεν έχει διαβάσει τη γενιά του ΄30 δεν ξέρει τίποτε από λογοτεχνία"- παραβλέπω το κατά πόσο γίνεται να "ξέρει" κάποιος λογοτεχνία. 

Από τους Έλληνες κλασικούς ο Καζαντζάκης με συγκίνησε κάποιες φορές-περισσότερες όμως με κούρασε το φολκλόρ της γλώσσας του-, ο Βενέζης με απογοήτευσε, ο Πολίτης με νύσταξε περισσότερο και από τον Θεοτοκά. Στο βάθρο τους έμειναν ο επιπόλαιος αλλά αγαπημένος μου Καραγάτσης, οι δυο ογκόλιθοι του διηγήματος, Παπαδιαμάντης και Βιζυηνός, και ως μεγάλη συμπάθεια ο Γιώργος Ιωάννου(δεν θα αναφερθώ εδώ σε άλλες μικρές αγάπες). Όσο για το σήμερα, ελάχιστα με συγκινούν τα δύο βαριά χαρτιά, ο Αλεξάκης και η Δημουλά, προτιμώ περισσότερο άλλους. Μεγάλα τα κενά μου -αχανή θα έλεγα-στην ελληνική λογοτεχνία, αλλά λείπει το κίνητρο για να ξεπεράσω τις αρνητικές εμπειρίες.

Μονάχα ένα πράγμα δε έχω διαπραγματευτεί ποτέ με τον εαυτό μου: την αξία της ελληνικής ποίησης. Όσο αγανακτώ και βαριέμαι με τους πεζογράφους μας, τόσο λατρεύω και εκστασιάζομαι με τους ποιητές μας. Και πάλι υπάρχει το πρόβλημα πως η ποίηση είναι κατά βάση κάτι το αμετάφραστο, οπότε πιο εύκολα βιώνεις τη δύναμη του γραμμένου στη μητρική σου στίχου. Στην ποίηση όμως είναι που οι λογοτέχνες μας βρήκαν τη φωνή τους, μίλησαν με πραγματικά ιδιαίτερο τρόπο, δεν μιμήθηκαν, αλλά δημιούργησαν. Ό,τι έχει αυτός ο τόπος από λογοτεχνία, κατοικεί στην ποίηση.Μπορεί  να μην διαβάσω για μήνες ελληνική πεζογραφία, πόσες εβδομάδες όμως θα άντεχα μακριά από τους στίχους του Καβάφη, του Εμπειρίκου, του Αναγνωστάκη, του Σαχτούρη, του Χριστιανόπουλου, του Γκάτσου και τόσων άλλων;

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Αντί ευχών


Στον Μεγάλο Ερωτικό ο Μάνος Χατζιδάκις κατάφερε να  υμνήσει τον έρωτα καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, με τρόπο μυσταγωγικό και εκστατικό ταυτόχρονα, δημιουργώντας έτσι το κατά τη γνώμη μου σπουδαιότερο έργο της νεότερης ελληνικής δισκογραφίας. Ποίηση που διασχίζει τους αιώνες μέσα από τους μαγικούς στίχους της Σαπφώς, του Σολωμού, του Καβάφη, του Γκάτσου και άλλων σημαντικών λογοτεχνών. Θα μου ήταν αδύνατο να σας πω ποιο από όλα τα τραγούδια είναι το αγαπημένο μου, ωστόσο νομίζω πως και ενόψει των ημερών θα ταίριαζε να αρχίσω την ανάρτηση με αυτό το μελοποιημένο απόσπασμα από το Άσμα Ασμάτων, στο οποίο η βιβλική γλώσσα σμίγει μοναδικά με το λυρισμό του τεράστιου αυτού συνθέτη.

"Αγάπη είναι κάτι που πεθαίνει, κι όταν πεθαίνει σαπίζει και γίνεται το έδαφος για να φυτρώσει μια νέα αγάπη.Δηλαδή η πεθαμένη αγάπη συνεχίζει τη μυστική ζωή της μέσα στη ζωντανή· άρα στην πραγματικότητα δεν πεθαίνει"-Περ Λάγκερκβιστ


                                                             Το φιλί-Ροντέν

"Αν μετά το θάνατό μου εκείνο το σοβαρό παλιό σπίτι κοντά στο πάρκο του Ρίτσμοντ αποδειχτεί στοιχειωμένο, θα είναι σίγουρα στοιχειωμένο από το δικό μου φάντασμα.Πόσες και πόσες νύχτες και μέρες, το ανήσυχο πνεύμα μέσα μου δεν στοίχειωνε αυτό το σπίτι όσο έμενε εκεί η Εστέλα! Όπου και αν ήταν το σώμα μου, το πνεύμα μου πάντα περιπλανιόταν,περιπλανιόταν γύρω από αυτό το σπίτι"


"Θα σου πω τι είναι πραγματική αγάπη.Είναι τυφλή αφοσίωση, αδιαμαρτύρητη αυτοταπείνωση, έσχατη υποταγή, εμπιστοσύνη και πίστη, ενάντια στον εαυτό σου κι ενάντια σε ολόκληρο τον κόσμο, να παραδίνεις όλη σου την καρδιά και την ψυχή στον τιμωρό σου."

"Όμως τα πέντε εκείνα λεπτά δεν έλεγαν να περάσουν.Κάποια στιγμή έπιανα τον εαυτό μου να σκέφτεται ότι στην πραγματικότητα ξεγελούσα τον εαυτό μου, ότι δεν ήθελα καθόλου να περάσει η ώρα επειδή Φισούν ίσως και να μην ερχότανΜόλις γινόταν ακριβώς δυο, δεν ήξερα αν έπρεπε να χαίρομαι επειδή είχε έρθει η ώρα που θα ανταμώναμε ή αν έπρεπε να λυπάμαι επειδή με κάθε λεπτό μειώνονταν οι πιθανότητες να έρθει.Σαν επιβάτης σε καράβι που απομακρύνεται από την αποβάθρα, επειδή ήξερα ότι κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε στην πραγματικότητα με απομάκρυνε από την αγαπημένη μου που είχα αφήσει πίσω, προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι τα λεπτά που περνούσαν δεν ήταν τόσο πολλά και για αυτό σχημάτιζα μέσα στο μυαλό μου μικρές στοίβες από λεπτά και δευτερόλεπτα.Δεν έπρεπε να λυπάμαι κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο, έπρεπε να λυπάμαι κάθε πέντε λεπτά!Με αυτόν τον τρόπο ανέβαλλα μέχρι το τελευταίο λεπτό τη στεναχώρια των πέντε μοναδικών λεπτών"΄

Αυτό που περιγράφει ο Ντίκενς και ο Παμούκ δεν είναι ένα από τα πιο ευδιάκριτα γνωρίσματα του έρωτα;Η αγωνία να ξαναδείς τον άλλον, η ζήλια και ο πόνος που γεννά κάθε λεπτό,σε κάθε αναπνοή, η απουσία του. Ο χρόνος που μοιάζει ατέλειωτος και κάνει τις ταινίες που προβάλλει η φαντασία να μας τρελαίνουν. Είναι αυτή η απουσία που φέρνει απόγνωση, μας φέρνει μέτωπο με ένα αδιέξοδο, από το οποίο θα βγούμε μόνο όταν αντικρίσουμε και πάλι ένα ζευγάρι μάτια. Ο πιο εύστοχος  ορισμός που έχω ακούσει για την ευτυχία είναι πως ευτυχισμένος είναι όποιος τη δεδομένη στιγμή αισθάνεται τόσο πλήρης που δεν θα ήθελε να προσθέσει ή να αφαιρέσει τίποτα από την κατάστασή του. Πείτε μου υπάρχει κάτι λιγότερο από δύο μάτια και ένα χαμόγελο, το οποίο να μπορεί να χαρίσει αυτήν την πληρότητα;


Ο κινηματογράφος έχει καταφέρει να μας δώσει απίστευτα μνημεία του ερωτικού αισθήματος.Θέλετε να ξεκινήσουμε από τη θρυλική Casablanca,με τον ανεκπλήρωτο έρωτα του Μπόγκαρτ με την Μπέργκμαν και την παραπάνω σκηνή που σημάδεψε την κινηματογραφική ιστορία και όποιον την έχει δει; Την καρτερική αγάπη στην ομώνυμη ταινία του Χάνεκε; Τη μαγεία του γαλλικού jeux de enfants, την πιο παιγνιώδη και ποιητική ιστορία αγάπης που γράφτηκε σε σελιλόιντ;Ή μήπως να μιλήσουμε για τους Ονειροπόλους του Μπερτολούτσι, όπου ο έρωτας είναι ενιαίος και αδιαχώριστος από την ορμή και το πάθος για ζωή, και την αλμοδοβαρική παράνοια του Μίλα της,όπου ο έρωτας σφιχταγκαλιάζει τη διαστροφή;

Μα γιατί τα γράφω όλα αυτά; Γιατί δεν μου πάει η καρδιά να σας ευχηθώ απλώς να περάσετε καλό Πάσχα.Αντί για την μακάβρια θρησκευτική ιεροτελεστία που βυθίζει στο πένθος και τη φρίκη του θανάτου, προτιμώ να γράψω άναρχα για κάτι σαφώς ευγενέστερο, λίγη καλή μουσική, κάποια αποσπάσματα, προτάσεις για ωραίες ταινίες, πράγματα που προτιμώ από σκοτεινές εκκλησίες. Καλύτερα να ακούσουμε ύμνους για τον έρωτα, παρά να πενθούμε για το αναπόδραστο, ψάχνοντας μάταια ελπίδα.

"Δεν είναι λίμνη η αγάπη, είναι ποταμός ,κι αν καμωθείς το βράχο, σε σαρώνει"-Μπουκάλας


Καλές γιορτές εύχομαι σε όλους!


Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.

                                Οδυσσέας Ελύτης-Το Μονόγραμμα
Διαδηλωτές στο Βανκούβερ φιλιούνται ανάμεσα στους αστυνομικούς 


Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

"Λατρευτή γκιλοτίνα!"

"Η ειρήνη βασιλεύει σ΄όλο το έδαφος της Δημοκρατίας...Τρομοκρατία σωτήρια!Αγία Δημοκρατία!Λατρευτή γκιλοτίνα!Τον περασμένο χρόνο, τέτοια εποχή, η Δημοκρατία σπαραζόταν από τις φατρίες·η Λερναία Ύδρα του Φεντεραλισμού απειλούσε να την καταβροχθίσει .Τώρα η ιακωβινική ενότητα απλώνει σε όλο το κράτος τη δύναμή της και τη σοφία της..Λέγαμε:Να νικήσουμε ή να πεθάνουμε.Λαθεύαμε·έπρεπε να λέμε: Να νικήσουμε και να πεθάνουμε"

Βρισκόμαστε στα 1793, πέντε χρόνια μετά την γαλλική επανάσταση και "Οι θεοί διψούν"(εκδ.Γκοβόστης,μτφ Τάκης Μπάρλας), διψούν για αίμα, που για αυτούς είναι αδιαχώριστο από την απόδοση δικαιοσύνης.Ο Ανατόλ Φρανς, ένας από τους λησμονημένους Γάλλους κλασικούς, με το βιβλίο του αυτό μας μεταφέρει στην περίοδο της Τρομοκρατίας. Οι επαναστάτες στην προσπάθειά τους να σαρώσουν τις αντιδημοκρατικές δυνάμεις, και με δεδομένη την εχθρότητα των ξένων μοναρχιών, που επιδιώκουν να επαναφέρουν την βασιλεία, εφευρίσκουν έναν εσωτερικό εχθρό και πείθουν τον λαό πως η εξάλειψή του είναι απαραίτητη για τη σωτηρία της Δημοκρατίας. Χιλιάδες άνθρωποι οδηγήθηκαν στην γκιλοτίνα, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες περί προδοσίας, οι οποίες όχι σπάνια ήταν ανυπόστατες.Ο πληθυσμός βρίσκεται σε αναστάτωση και αρχίζει να οργίζεται με τους ιακωβίνους και τους άλλοτε θεούς στα μάτια του, Ροβεσπιέρο και Μαρά, καθώς ανά πάσα στιγμή ο καθένας μπορεί να θεωρηθεί αντεπαναστάτης

Ο Ανατόλ Φρανς δεν επιχειρεί να δημιουργήσει μια τοιχογραφία ολόκληρης της περιόδου, πράγμα που είναι εμφανές και από την μικρή έκταση του μυθιστορήματος. Δεν πρόκειται ασφαλώς για ένα μυθιστόρημα εποχής, αντίθετα ο Γάλλος Νομπελίστας εστιάζει σχεδόν απόλυτα στον Εβαρίστ Γκαμελέν, έναν φανατικό ιακωβίνο, για να προσεγγίσει την ψυχοσύνθεση αυτών των ορκισμένων υπερασπιστών της Επανάστασης που θεώρησαν αναγκαίο να διαπράξουν εγκλήματα στο όνομά της.Το "Οι θεοί διψούν", διακρίνεται για την λιτότητα και την αφηγηματική του οικονομία, καθώς κάθε σελίδα αποσκοπεί στην πληρέστερη δυνατή σκιαγράφηση του χαρακτήρα του.

"Περιέφερε ολόγυρά του το διαπεραστικό  βλέμμα των κίτρινων ματιών του, σαν να αναζητούσε και μέσα στο γεμάτο από ενθουσιασμό αυτό πλήθος εχθρούς του λαού για να τους καταγγείλει, προδότες για να τους τιμωρήσει." 

"Στο όνομα της κοινής σωτηρίας, εξορκίζω τον πολίτη ένορκο να φανεί αμείλικτος προς τους συνωμότες και τους προδότες" 

Ο Εβαρίστ είναι ένας ιδεαλιστής που έχει θεοποιήσει τα ιδανικά της επανάστασης και μάχεται για την πάση θυσία διάσωση και διάδοσή τους. Όντας αποτυχημένος ζωγράφος, θα δεχθεί δίχως αναστολές την τιμητική πρόταση που του έγινε ,να αναλάβει καθήκοντα ενόρκου στο επαναστατικό δικαστήριο. Η θέση αυτή του προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία να αποδείξει το φρόνημά του και να τιμωρήσει με τον σκληρότερο τρόπο όσους αντιστρατεύονται το όραμά του.Σύντομα ο Εβαρίστ μεταμορφώνεται σε μια μικρογραφία του Ροβεσπιέρου, γίνεται και αυτός αιμοδιψής και αμείλικτος, τυφλώνεται από τη μανία του. Απαγγέλλει τις καταδίκες με τρόπο μηχανικό, ενώ η οίηση πως υπηρετεί το κοινό συμφέρον, τον απαλλάσσει από τις όποιες τύψεις. έχεις την αίσθηση πως για τον Γκαμελέν, η Δημοκρατία προσωποποιημένη ,και όχι ο ίδιος, είναι αυτή που αποφαίνεται για τους κατηγορουμένους και αισθάνεται περήφανη και πιο ασφαλής, όπως αυτός, κάθε φορά που το μέταλλο της κόψης αστράφτει στην πλατεία.

"Οι φυλακές ήταν ασφυκτικά γεμάτες·ο δημόσιος κατήγορος εργαζόταν δεκαοκτώ ώρες την ημέρα.Στις ήττες που πάθαιναν οι στρατιές, στις στάσεις που ξεσπούσαν στις επαρχίες, στις συνωμοσίες  στις σκευωρίες, στις προδοσίες, η Συμβατική Συνέλευση αντέτασσε την τρομοκρατία.Οι θεοί διψούσαν."

Στο ατελιέ του ο Εβαρίστ έχει μισοτελειωμένο ένα πίνακα σχετικό με τον Ορέστη, με το οποίο πιστεύει πως μοιράζονται ένα κοινό βάρος.Όπως ο μυθικός ήρωας καταπάτησε τους ανθρώπινους και τους ηθικούς νόμους, διαπράττοντας πατροκτονία, προκειμένου να αποκατασταθεί η τάξη, έτσι και αυτός στέλνει στο θάνατο τους συμπολίτες του για να προστατεύσει τη νεογέννητη ακόμα δημοκρατία. Ο παραλληλισμός αυτός θα γίνει κάπως πιο ακριβής, όταν στο εδώλιο θα αρχίσουν να κάθονται φίλοι και συγγενείς του , τους οποίους θα θυσιάσει επίσης με χαρακτηριστική ευκολία.

"Κι εγώ όμως δεν είμαι πατροκτόνος.Απεναντίας από υιική στοργή έχυσα το ακάθαρτο αίμα των εχθρών της πατρίδας μου."

Το μυθιστόρημα αυτό παρά τις ατέλειές του- κατά τη γνώμη μου ο χαρακτήρας του ήρωα χρειαζόταν περισσότερη ανάλυση και βάθος- θίγει πολύ σημαντικά θέματα, όπως για παράδειγμα την καπήλευση της αόριστης έννοιας του "γενικού καλού" προκειμένου να δικαιολογηθούν στυγερά εγκλήματα, τη δυνατότητα του ανθρώπου να χάνει τη συνείδηση των πράξεών του υπό τον όρο πως βρίσκει ένα ηθικό άλλοθι, καθώς και τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την ιδεολογία από την ιδεοληψία. Ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός πως ο Γκαμελέν, προτού  ακόμα τυφλωθεί ολοκληρωτικά από το μίσος, αποφασίζει να καταχραστεί την εξουσία του για να τιμωρήσει έναν αθώο άνθρωπο, με τον οποίο έχει προσωπικές διαφορές. Είναι η μοναδική φορά που χάνεται ο μανδύας της υπεράσπισης κάποιων αξιών, επιτρέποντας έτσι να διαφανούν εγωιστικά κίνητρα πίσω από τις ένδοξες σταυροφορίες που διεξάγονται, εν προκειμένω αυτής που αφορά την εκκαθάριση των βασιλικών. Παρακολουθούμε πώς το ευγενέστερο κομμάτι της ανθρώπινης διανόησης, ο Δαιφωτισμός, κατάντησε να συμπορεύεται με ένα φρικιαστικό λουτρό αίματος·"ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις"...

Ο Ανατόλ Φρανς, με γραφή που παραπέμπει στο κλασικό ρεαλιστικό μυθιστόρημα, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα λογοτέχνη που δοξάστηκε στην εποχή και έπειτα πέρασε σε δεύτερη μοίρα.Βραβεύτηκε με Νόμπελ το 1921, διατέλεσε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, αγαπήθηκε στον καιρό του και χιλιάδες Παριζιάνοι παραβρέθηκαν συγκινημένοι στην κηδεία του. Σήμερα, μόνο ο Κούντερα έχει απομείνει να τον υποστηρίζει...

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Πολύ μίσος σε μικρό μπουκαλάκι

"Έχω ύψος εξήντα έξι εκατοστά, ωραίο σώμα και συμμετρικό·μόνο που το κεφάλι μου είναι κατά τι μεγαλύτερο από όσο πρέπει.Τα μαλλιά μου δεν είναι μαύρα, όπως των άλλων,αλλά κόκκινα πολύ πυκνά και σκληρά τραβηγμένα πίσω στους κροτάφους και στο φαρδύ αλλ΄όχι ιδιαίτερα μεγάλο μέτωπο.Το πρόσωπο μου είναι αγένειο ,αλλά κατά τ΄ άλλα σαν των άλλων ανθρώπων.Τα φρύδια μου σμίγουν.Η σωματική μου δύναμη είναι σημαντική ειδικά όταν εκνευρίζομαι. Στον αγώνα πάλης με τον Ιωσαφάτ, εγώ τον έριξα ανάσκελα μέσα σε είκοσι λεπτά και τον στραγγάλισα.Και από τότε είμαι ο μόνος νάνος της Αυλής...Και Ποτέ μου δεν γελάω.Εγώ δεν είμαι γελωτοποιός.Εγώ είμαι νάνος και μόνο νάνος."

Με αυτόν τον τρόπο αυτοσυστήνεται στους αναγνώστες ο αφηγητής της αριστουργηματικής νουβέλας του Περ Λάγκερβιστ "Ο νάνος"(εκδ.Καστανιώτης,πολύ καλή μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ).Ο νάνος είναι κομμάτι ενός μεσαιωνικού κόσμου, ζει μέσα στο κάστρο του Πρίγκηπα, συμμετέχει και κυρίως παρακολουθεί όσα συμβαίνουν εκεί.Πράγματι, στις περισσότερες περιπτώσεις ο νάνος είναι ένας σιωπηλός μάρτυρας, βλέπει και σχολιάζει σαν αυστηρός τιμητής των πάντων. Ο βασικός άξονας του βιβλίου ταιριάζει σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα: οι διασκεδάσεις στο κάστρο, οι συναντήσεις του ηγεμόνα, οι συνομιλίες του με τον σοφό και πολυμήχανο Μπερνάρντο, που παραπέμπει ευθέως στον Ντα Βίντσι, τα κρυφά ειδύλλια που δημιουργούνται ανάμεσα στους ευγενείς, οι ένδοξες εκστρατείες και οι καλοσχεδιασμένες ραδιουργίες, είναι το εξωτερικό σκηνικό.Ακόμα και το ύφος της αφήγησης στη διάρκεια της εκστρατείας θυμίζει χρονικό που διηγείται τα κατορθώματα κάποιου γενναίου ιππότη.

 Το σημαντικό όμως είναι ό,τι συμβαίνει στο μυαλό του ήρωά μας. Ο νάνος είναι ένα πλάσμα γεμάτο μίσος, αιμοδιψής και σαδιστής, χωρίς ίχνος θετικών συναισθημάτων. Κανένα πρόσωπο του κάστρου δεν αξιολογείται θετικά σε όλη τη διάρκεια της νουβέλας, αντίθετα ο νάνος τα παρατηρεί προσεκτικά μέχρι να ανακαλύψει αυτά τα χαρακτηριστικά που θα δικαιολογήσουν την ήδη διαμορφωμένη απέχθειά του για αυτά. Η αφήγησή του κοφτή, αυστηρή, χωρίς σχήματα λόγου, ξεχειλίζει από οργή και μοιάζει με ένα διαρκές μνησίκακο "κατηγορώ" απέναντι στους πάντες. Ο νάνος ωστόσο δεν περιορίζεται στις τρομακτικές του σκέψεις, αντίθετα γίνεται ο ίδιος δικαστής και αποδίδει με τρόπο πρωτόγονο και βάρβαρο δικαιοσύνη στο μέτρο που μπορεί.

"Διψάω για αίμα[...]Θέλω να πολεμήσω, θέλω να σκοτώσω!Όχι για τη δόξα, αλλά για την ίδια την πράξη!Θέλω να δω τους εχθρούς να πέφτουν, θέλω να δω το θάνατο και τον αφανισμό γύρω μου"

Τι είναι όμως ο νάνος, αυτό το ζαρωμένο ανθρωπάκι που μετά βίας χωράει την κακία που κρύβει μέσα του; Δεν είναι παρά η καρδιά του σκοταδιού μέσα μας, είναι το ακατέργαστο μίσος που βρίσκεται στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Το σώμα του είναι μικρό γιατί και η ψυχή του αποτελείται μονάχα από αυτά τα στοιχεία που οι υπόλοιποι έντεχνα καλύπτουμε με στρώματα ευγένειας και ένα πέπλο πολιτισμού. Ο νάνος δεν προσποιείται, είναι συμπυκνωμένο προϊόν του φρικιαστικού κόσμου που τον περιβάλλει.Αν αφαιρέσουμε τα μεγαλοπρεπή δείπνα, τις φιέστες και τις φιλοσοφικές συζητήσεις, αυτό που μένει είναι η υποκρισία στον έσχατο βαθμό, τα βασανιστήρια στα μπουντρούμια του κάστρου, οι ύπουλες δολοφονίες , η ωμή βία στο πεδίο της μάχης, η πανούκλα που έρχεται να τιμωρήσει τους ανθρώπους για τις αμαρτίες τους. Για να προβεί κανείς σε όσες πράξεις περιγράφονται με νατουραλιστική λεπτομέρεια ,πρέπει να έχει μέσα του έναν τέτοιο βίαιο και απάνθρωπο νάνο· ο αφηγητής μας διαθέτει μόνο αυτόν χωρίς το εξωραϊστικό περίβλημα. Για αυτό και ουρλιάζει εκτός εαυτού :" Εγώ είμαι!Εσείς δεν είσαστε κύριοι της μορφής σας, αλλά εγώ είμαι!"

Το μίσος του νάνου στρέφεται συνολικά κατά του ανθρώπινου είδους. Όταν βλέπει τον Μπερνάρντο να εξετάζει ένα πτώμα, αηδιάζει όσο ποτέ άλλοτε με τη σιχαμερή φύση του ανθρώπου,  με το σώμα το οποίο αποσυντίθεται πολύ μετά από το σάπιο πνεύμα που κατοικεί σε αυτό. Η θέα των ευγενών και των στρατιωτών να δειπνίζουν με βουλιμία του θυμίζει μιαρά ζώα. Μεγάλο είναι το μένος το απέναντι στη σεξουαλική πράξη, καθώς σε πολλά σημεία περιγράφει τον αποτροπιασμό που του προκαλεί.Αναμενόμενο από τη στιγμή που αυτή αφενός προσφέρει ηδονή σε ένα τόσο μισητό είδος και αφετέρου επιτρέπει τη διαιώνισή του.Για αυτόν το λόγο άλλωστε τιμωρεί τα ερωτικά αμαρτήματα με μεγαλύτερη σκληρότητα και ικανοποίηση από οτιδήποτε άλλο .Τέλος, το μίσος στρέφεται ενάντια στους υπόλοιπους νάνους, στον ίδιο του τον εαυτό, όπως βλέπουμε και στη σκηνή που εξαναγκάζεται να αντικρίσει το γυμνό του σώμα.

"Είναι το ριζικό μου να μισώ τους δικούς μου ανθρώπους.Τη ράτσα μου τη βρίσκω σιχαμερή.Αλλά και τον εαυτό μου τον μισώ.Τρώω τις χολεριασμένες σάρκες μου.Ρουφάω το δηλητηριασμένο αίμα μου.Κάθε μέρα κοινωνώ μόνος μου από τον εαυτό  μου, σαν σκληρός μέγας ιερέας του λαού μου."

To 1944 ο Λάγκερβιστ κατάφερε να πλάσει μια από τις πιο φρικτές μορφές της λογοτεχνίας, πλησιάζοντας την προσωποποίηση του απόλυτου μίσους όσο λίγοι ομότεχνοί του. Ο ανώνυμος νάνος στέκεται επάξια δίπλα σε ήρωες, όπως ο Κουρτς του Κόνραντ ή ο Αχαάβ του Μέλβιλ. Αν λάβουμε υπόψη την ιστορική συγκυρία, καταλαβαίνουμε τους λόγους που ώθησαν τον συγγραφέα να συνθέσει αυτό το μοναδικό έργο. Πάντως, αυτή η ενσάρκωση της κακίας από έναν φαινομενικά ακίνδυνο νάνο μου θύμισε το εξαιρετικό διήγημα του Πόε "Ο σαλταπήδας". Ο Σουηδός νομπελίστας αποδεικνύεται ανατόμος της ανθρώπινης ύπαρξης, που δίχως ωραιοποιήσεις εκθέτει τα συγκλονιστικά του πορίσματα.