Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

"Αλλιώς όμως να κάνει δεν μπορούσε!Η φτώχεια το ήθελε!"

Γροθιά στο στομάχι αποτελεί το υπέροχο διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά(1872-1958) "Οι αλανιάρηδες"(εκδ.Στάχυ)  που παρά την απλότητά του με συνέτριψε με το γυμνό τρόπο που παρουσιάζει τις τσακισμένες ζωές των ηρώων του. Σκληρός κοινωνικός ρεαλισμός, κανένας εξωραϊσμός , κανένα περιθώριο αισιοδοξίας δεν έρχεται να καταστήσει το κάδρο κάπως πιο εύπεπτο. Ο αναγνώστης δεν έχει περιθώριο να πιαστεί ούτε καν από τη γραφή, όπως θα έκανε στον Παπαδιαμάντη, καθώς ο Βουτυράς γράφει εντελώς απέριττα, σχεδόν άτεχνα θα έλεγε κανείς, σε απλή δημοτική, χωρίς λογοτεχνικά φτιασίδια, με μια απρόσεκτη σύνταξη που ξενίζει. Αν έκρινα το έργο από το επίπεδο του λόγου, δύσκολα θα μιλούσα με τέτοιο ενθουσιασμό για τους "Αλανιάρηδες" που ανήκουν σε εκείνα τα εκλεκτά έργα που σαν τσεκούρι έρχονται να σπάσουν την παγωμένη θάλασσα μέσα μας.

Το περιεχόμενο του διηγήματος, τίποτα περισσότερο από μια νατουραλιστική περιγραφή της πραγματικότητας των αρχών του 20ου αιώνα για τα κατώτερα στρώματα, θα κάνει οπωσδήποτε τον βολεμένο αναγνώστη του σήμερα να αισθανθεί ένα παγερό μούδιασμα.Ο Βουτυράς, ο κατεξοχήν συγγραφέας του κοινωνικού περιθωρίου (αργότερα εμφανίστηκε ο Πέτρος Πικρός), δεν είναι ένα απόμακρος, γαλήνιος παρατηρητής της κόλασης που περιγράφει, είναι τμήμα της, ένας από τους χιλιάδες κυνηγημένους από τη ζωή. Μάρτυρας την οικονομικής καταστροφής της οικογένειάς του και της αυτοκτονίας του πατέρα του ο Βουτυράς έγραφε για βιοποριστικούς λόγους- υπήρξε ένας εκ των πολυγραφότερων συγγραφέων της χώρας- και ποτέ δεν έχασε την επαφή του με τον κόσμο των απόκληρων.

Στους "Αλανιάρηδες" διαβάζουμε για την καθημερινή βιοπάλη μιας παρέας με έμφαση στον νεαρό Αλίμπη. Σε αρκετές σκηνές βλέπουμε τη συντροφιά να πίνει και να τραγουδά σε ταπεινά ταβερνεία, όμως τίποτα δε μπορεί να καλύψει την απελπισία και την ένδεια που κυριαρχούν. Δεν είναι απλώς η περιγραφή της κατάστασης που συγκλονίζει, είναι ακόμα περισσότερο η συνειδητοποίηση του αδιεξόδου από τα ίδια τα πρόσωπα του έργου που δρα καταλυτικά. Η αντροπαρέα δεν μπορεί ούτε στην ταβέρνα να πνίξει τον πόνο της: πίνει βερεσέ ή με ό,τι ψίχουλα έχουν περισσέψει, διασκεδάζει αλλά σαν δαμόκλειος σπάθη επικρέμεται η επιστροφή στην κανονικότητα της θλίψης. Μόνιμο φόντο μια ζωγραφιά του Τάνταλου για να θυμίζει πως όσο και να πασχίσουν οι ήρωές μας, η ευτυχία θα γλιστρά την τελευταία στιγμή από τα χέρια τους σαν την ορμήνεψε έτσι κάποιος θεός. 

"Όλα φεύγανε, χάνονταν, ελπίδες, όνειρα, που, μόλις έκαναν να φανούνε,σα να τα σάρωνε μεγάλος ανεμοστρόβιλος[..]Απ΄τα βουρκωμένα μάτια του, καθώς ήταν έτοιμα να χύσουνε δάκρυα, πετάχθηκε μια φλόγα και τα έκανε να γίνουν στεγνά, να ξεραθούνε.Και επεθύμησε κάτι κακό μεγάλο να έκανε στην ανθρωπότητα και να έβριζε, να έβριζε τη μεγάλη δύναμη που διευθύνει τα πάντα."

"Τι κακές, τι δύστυχες μέρες που περνούσαν!Και πιο πολύ φαινόταν η δυστυχία τις ημέρες τις καλές.Η κάθε καλή μέρα, που όλοι οι άνθρωποι γλεντούσανε και οι κάτοικοι οι άλλοι της μάντρας φορούσανε τα εορτάσιμα ρούχα τους, γι΄αυτούς ήτανε πένθος και λύπη."

Άγρια φτώχεια και εξαθλίωση γνωρίζει ο Αλίμπης, φτώχεια που δεν περιορίζεται στις υλικές συνθήκες διαβίσωσής του·ξεκινά από αυτές για να διαβρώσει κάθε πτυχή της ύπαρξής του και να του αποστερήσει κάθε ευχαρίστηση.Ο Αλίμπης ζει με τη μητέρα του, φτωχοί μετανάστες στην Αθήνα, προσπαθεί μάταια να στεριώσει σε κάποια δουλειά.Ευκαιρίες δεν υπάρχουν, οι φίλοι φεύγουν για την Αμερική, ο τόπος μοιάζει όλο και πιο αφιλόξενος, όλο και πιο εχθρικός. Το άδειο στομάχι αδειάζει και τις ψυχές, ο Βουτυράς είναι αμείλικτα ρεαλιστής και δεν πετάει ούτε στον ήρωα ούτε στον αναγνώστη κάποια σανίδα σωτηρίας.

Έτσι λοιπόν η φτώχεια έρχεται να ισοπεδώσει ολοκληρωτικά τον Αλίμπη. Καθώς νιώθει έντονα την κοινωνική αδικία και το χάσμα των τάξεων, μισεί όσους τα καταφέρνουν, μισεί τελικά και τον εαυτό του λόγω της αποτυχίας του. Δεν έχει δύναμη να πιαστεί από την ευτυχία της στιγμής γιατί έχει επίγνωση της κατάστασής του. Έχει χάσει ακόμα και την ελπίδα, αυτήν που ούτε οι σταχανοβίτες των γκουλάγκ δεν έχαναν. Η ανέχεια του στέρησε τα δυο πιο θεμελιώδη πράγματα στην ανθρώπινη ύπαρξη: το δικαίωμα στο όνειρο και τον έρωτα. Τι όνειρα και τι φιλοδοξίες θα φωλιάζουν στην καρδία ενός ανθρώπου που δεν ξέρει αν θα βρει ένα πιάτο φαγητό την επομένη; Όσο για τον έρωτα, ο Αλίμπης έχασε καταρχήν την αξιοπρέπειά του, την ικανότητα να αγαπήσει τον εαυτό του. Θαυμάζει τις γυναίκες, αλλά ξέρει πως είναι απλώς περαστικές και ποτέ δε θα ερωτευτούν ένα κουρέλι σαν τον ίδιο. Η ζωή μοιάζει μάταιη, ασήκωτο φορτίο από το οποίο ελπίζεις να απαλλαγείς, σκοτεινή φυλακή από την οποία εύχεσαι να αποδράσεις. Και ο φόβος του θανάτου στοιχειώνει διαρκώς τον Αλίμπη, που νιώθει όσο λίγοι πως περιμένει απλώς στον προθάλαμο.

"Η ζωή αυτή του φαινότανε κακιά, βαρετή.Η σκέψη του δε σταματούσε σε τίποτα καλό.Όλα τριγύρω του τα έβλεπε κλειστά, άγρια, έρημα, και έτσι του φάνηκε σα να βρισκότανε φυλακισμένη η ψηχή του μέσα σε αυτά.
Χωρίς να θέλει, έπεσε σε μια πλατεία που ήτανε γεμάτη από ανθρώπους καλοφορεμένους, που τους είχε βγάλει η ωραία μέρα έξω,σ τον ήλιο. Γυναίκες χαρωπές, άνδρες γελαστοί, νέοι με το χαμόγελο, με την ελπίδα στα μάτια και νέες με τον έρωτα να κρυφοκοιτάζει σε κάθε τους ματιά.
Κι εγώ; ρώτησε αυτός
Και μέσα σε εκείνο το πλήθος των ευτυχισμένων του φάνηκε αυτός να είναι σα σημάδι σκοτεινό μέσα στη χαρά, στον πλούτο, σαν ένα κομμάτι της δυστυχίας , της φτώχειας, που το κύλησε ίσαμε κει ο άνεμος.
Ντράπηκε για τα ρούχα του, για το καπέλο του και έκανε γρήγορα να φύγει, αφού είδε ότι κανείς άλλος που να του μοιάζει δε βρισκόταν εκεί, να φύγει, να χωθεί στα δέντρα, που πυκνά τριγυρίζανε το μέρος εκείνο.
Έβλεπε τη χαρά σπάταλα να τους έχει σκορπιστεί και έφευγε σα Σατανάς πεσμένος, χωρίς να το θέλει, σε  μέρη παραδείσου."

Στις τελευταίες σελίδες το δράμα κορυφώνεται με μια σπαρακτική "κάθαρση" που κυριολεκτικά σε κάνει να ανατριχιάσεις, να αναφωνήσεις πως κρατάς στα χέρια σου ένα αριστούργημα.Θα ήθελα πολύ να γράψω και κάτι για το τέλος,αλλά δεν πρόκειται να σας στερήσω το σοκ που ένιωσα.Ας περιοριστούμε στο σχόλιο του Φ.Πολίτη για το διήγημα :"Ένα αληθινό τραγούδι, μια βαθιά κραυγή πόνου είναι οι Αλανιάρηδες. Η κραυγή που ξέφυγε από τα χείλη ανθρώπου, ο οποίος ακούει κάθε μέρα εντός του την τραγική προσταγή : "Δούλευε παρ΄όλα ταύτα!Κράτα γερά, και αν είναι ακόμη να τρέφεσαι με το ίδιο σου το αίμα!" Οι αλανιάρηδες είναι η θλίψις δια τους αβοήθητους αδελφούς που πάνε χαμένοι, δια τ ασθενικά χορτάρια που ημπορούσαν ν΄ανθίσουν, αν δεν τα έπνιγε το χιόνι."


Υ.Γ.1:Πολλά διηγήματα του Βουτυρά είναι ελεύθερα διαθέσιμα χάρη στον Νίκο Σαραντάκο http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/Bouturas-diigimata.htm

Υ.Γ.2: Μια προσωπική εξομολόγηση από ένα περιστατικό που τότε με είχε αφήσει σύξυλο και επανήλθε στη μνήμη μου διαβάζοντας τους "Αλανιάρηδες".Πριν από μερικά χρόνια μιλούσα με ένα εργάτη από τη Γεωργία που με βοηθούσε σε μια μετακόμιση. Ο άνθρωπος αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και όταν ολοκλήρωσε την εξιστόρηση κάποιων γεγονότων, σιώπησε, τράβηξε μια τζούρα από το τσιγάρο του με κοίταξε με ένα μελαγχολικό χαμόγελο και είπε :"Ζωή είναι, που θα πάει, θα τελειώσει."

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Μόνη,αιφνιδιασμένη,πληγωμένη

"The broken heart. You think you will die, but you just keep living, day after day after terrible day."(Great Expectations, Dickens)

Ο πόνος της προδοσίας είναι από τους βαρύτερους που υποχρεώνεται να φορτωθεί ένας άνθρωπος στη ζωή του. Και όταν μιλάμε για ερωτική προδοσία, είτε με τη μορφή της εξαπάτησης είτε με αυτήν της εγκατάλειψης, ποια ιδέα μπορεί να ηρεμήσει το ταραγμένο μυαλό που βλέπει μια τεράστια συναισθηματική επένδυση να γίνεται στάχτη μέσα σε μια στιγμή; Ο άνθρωπος με τον οποίο μοιράστηκες τις πιο πολύτιμες σκέψεις σου και τις πιο ευτυχισμένες μέρες σου αποφασίζει αναίτια και αναπάντεχα να δώσει ένα τέλος και εσύ οφείλεις ταυτόχρονα να εξηγήσεις, να ζυγίσεις το κόστος εκδίκησης και διεκδίκησης, να ορθοποδήσεις πριν οι αναμνήσεις γίνουν φυλακή.

"Εκείνες τις ατέλειωτες ώρες έγινα φρουρός του πόνου, που ξαγρυπνούσε δίπλα σε ένα πλήθος από νεκρές λέξεις."

Αυτό το διαχρονικό και τόσο ενδιαφέρον στην κοινοτοπία του θέμα πραγματεύεται το συμπαθητικό μυθιστόρημα "Μέρες Εγκατάλειψης" της Elena Ferrante (εκδ.Άγρα, μετάφραση Σταύρος Παπασταύρου), που παρά τις ατέλειές και τις υπερβολές του προσεγγίζει ικανοποιητικά τον ψυχισμό της πληγωμένης πρωταγωνίστριας. Στα τριανταοχτώ της η Όλγα ,μητέρα δύο παιδιών, ακούει τον άντρα της να της ανακοινώνει πως είναι αδύνατο να συνεχίσουν μαζί και πως σκοπεύει να εγκαταλείψει το σπίτι τους. Η είδηση πέφτει σαν κεραυνός και από τη στιγμή που η πόρτα κλείνει πίσω από τον Μάριο, η Όλγα ξεκινάει τη μοναχική πορεία της.

"Γιατί είχε πετάξει έτσι απλά δεκαπέντε χρόνια γεμάτα συναισθήματα, συγκινήσεις, έρωτα;Το  χρόνο, το χρόνο,όλο το χρόνο της ζωής μου μου είχε κλέψει , μόνο και μόνο για να τον ξεφορτωθεί επιπόλαια, σαν ένα καπρίτσιο.Τι άδικη, τι εγωιστική απόφαση.Έδιωχνε ,με ένα φύσημα το παρελθόν, λες και ήταν κάποιο ενοχλητικό έντομο που είχε καθίσει στο χέρι του.Του ζητούσα, τον ικέτευα να  με βοηθήσει να καταλάβω αν εκείνα τα χρόνια είχαν τουλάχιστον κάποια ουσία, από ποια στιγμή είχε αρχίσει αυτή η πορεία προς τη διάλυση..."

Η χάραξη μια σταθερής τακτικής απέναντι στο απροσδόκητο γεγονός είναι ανέφικτη, καθώς η Όλγα ακροβατεί διαρκώς ανάμεσα στα αισθήματα στοργής που ακόμα φωλιάζουν μέσα στην καρδιά της, δίνοντας καύσιμο στη μικρή σπίθα ελπίδας για μια επανασύνδεση, και στην οργή που γέννησε μέσα της η προδοσία. Σύντομα το δεύτερο συναίσθημα αρχίζει να ισχυροποιείται και να καταλαμβάνει εξ ολοκλήρου την Όλγα,η οποία προσπαθεί πλέον να μάθει όσα μπορεί για τη νέα ζωή του συζύγου της , θέλοντας μάλιστα να τον εκδικηθεί.

Μέρα με τη μέρα η Όλγα χάνει τον εαυτό της και βυθίζεται σε μια άβυσσο: δυσκολεύεται να φέρει εις πέρας το νοικοκυριό,γεμίζει ένταση τη σχέση με τα ανήλικα παιδιά της, αναζητά διέξοδο στο ζωώδες, χωρίς συναίσθημα, σεξ, καταγράφει μανιωδώς τις σκέψεις της και αισθάνεται πως οδηγείται νομοτελειακά σε μια αναπόδραστη δυστυχία. Η ζήλια την κάνει να αγανακτεί και την οδηγεί στο μίσος για τον Μάριο που φέρθηκε τόσο σκληρά.Αυτό που ενδιαφέρει πλέον την Όλγα δεν είναι να ανακαλύψει την αιτία των συμβάντων, αλλά να ισοπεδώσει ό,τι έχει μείνει όρθιο από την πρότερη επικοινωνία τους, σε μια ασυνείδητη προσπάθεια να τραβήξει και πάλι την προσοχή του. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση κάνει την αλληλουχία των σε γενικές γραμμές προβλέψιμων εξελίξεων και συμπεριφορών να φαίνεται αρκετά ενδιαφέρουσα, καθώς ο αναγνώστης ξετυλίγει παράλληλα με την πρωταγωνίστρια το κουβάρι του συναισθηματικού της κόσμου.

Η Ferrante προσπαθεί με την πιο παρατεταμένη και συμβολική σκηνή του έργου- η Όλγα κλειδώνεται στο διαμέρισμά της και προσπαθεί να βγει έξω- να αποδώσει σε όλη της την έκταση την ταραχή και τον εγκλωβισμό της ηρωίδας. Αν και η επιτάχυνση της αφήγησης δημιουργεί ένα πειστικό κλίμα, νομίζω πως η συγγραφέα στο σημείο αυτό χάνει τον έλεγχο και η όλη απόπειρα καταγραφής μια ψυχεδελικής εμπειρίας καταλήγει αποτυχημένη και υπερβολική, ενώ η βαρύτητα που επιλέγει να δώσει στη σκηνή αυτή κάνει το μυθιστόρημα να πλατειάζει επικίνδυνα με αποτέλεσμα να μετριάζεται η καλή εικόνα που είχε δημιουργηθεί στο μυαλό μου για το βιβλίο από τις πρώτες του σελίδες.

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

"Σας αρέσει ο Μπραμς;"

Είναι φορές, είτε σε περιόδους συναισθηματικής συμφόρησης είτε μετά από μια σειρά βαριά αναγνώσματα που κάνουν το αναγνωστικό αισθητήριο να μπουκώσει, που αυτό που αναζητώ είναι πιο ελαφρά βιβλία που απλώς θα με κρατήσουν απασχολημένο και που ,παρότι δε θα με εντυπωσιάσουν, θα με διασκεδάσουν αρκετά Η ευχάριστη νουβέλα της Φρανσουάζ Σαγκάν "Σας αρέσει ο Μπραμς;" , αέρινη σαν λεπτό ύφασμα , απλή, με μια νότα ρομαντικής εκζήτησης και ορισμένες πολύ καλές στιγμές ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόμουν μετά τον ογκόλιθο του Ντάρελ.Και αυτό διότι τα γεγονότα του έργου κεντρίζουν το ενδιαφέρον, μπορούν να συγκινήσουν αλλά δεν έχουν τη δύναμη να στιγματίσουν τον αναγνώστη που φτάνοντας στην τελευταία σελίδα κρατάει κυρίως μια αίσθηση τρυφερότητας και κομψής λογοτεχνικής απόλαυσης.

Θέμα της νουβέλας είναι ένα ιδιότυπο ερωτικό τρίγωνο που αναπτύσσεται.Η τριανταεννιάχρονη Πώλα ζει εδώ και χρόνια με τον Ροζέ σε ένα καθεστώς σχετικής ελευθεριότητας που επιτρέπει τις εκατέρωθεν απιστίες, υπό τον άγραφο όρο πως αυτές θα γίνονται με τακτ, χωρίς να πληγώνουν τον άλλο ή να γκρεμίζουν τις γέφυρες επικοινωνίας του ζευγαριού. Η πρωταγωνίστρια κοιτάζοντας το είδωλό της στον καθρέφτη παρατηρεί τα σημάδια του χρόνου και σε μια στιγμή "επιφάνειας" συνειδητοποιεί τον εγκλωβισμό της σε μια κατάσταση που πλέον δεν επιθυμεί, καθώς την σπρώχνει μέρα με τη μέρα στην αμήχανη δυστυχία της μοναξιάς. Αυτό που έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον είναι τα συναισθήματά της προς τον Ροζέ, ο οποίος ,δίχως να έχει πάψει να την αγαπά , δραπετεύει όλο και συχνότερα σε ερωτικές περιπέτειες, αφιερώνοντας λιγότερη ενέργεια στη μόνιμη σύντροφό του.Η Πώλα δεν αισθάνεται προδομένη- αυτή είναι άλλωστε η θεμελιώδης συμφωνία της σχέσης τους- και εξακολουθεί να έχει τη συναισθηματική ανάγκη του Ροζέ, ωστόσο βλέπει πλέον μπροστά της να ορθώνεται ο εφιάλτης μια απόλυτα συμβιβασμένης με μια ανιαρή ρουτίνα, ράθυμης γυναίκας της μέσης ηλικίας.
"Η Πώλα κοιταζόταν στον καθρέφτη σημειώνοντας προσεκτικά αλλά ήρεμα, χωρίς τον συνηθισμένο σε τέτοιες περιστάσεις πανικό ή πικρία, τις ζημιές που είχαν σωρέψει στο πρόσωπό της τριάντα εννιά χρόνια ζωής."
Αυτή είναι η Πώλα -που μέχρι τότε δεν κάνει χρήση των ελευθεριών της- τη μέρα που γνωρίζει έναν όμορφο και κομψό νεαρό τον Σιμόν, που την ερωτεύεται κεραυνοβόλα, παθιασμένα και δουλικά, ανατρέποντας τις συναισθηματικές της ισορροπίες.Αν και αρχικά διστακτική, απρόθυμη να αποκτήσει και έναν ακόμα εραστή η Πώλα μπλέκεται στον ιστό που πλέκει ο Σιμόν με την καρτερικότητα,την ευγένεια και την στοργή που επιδεικνύει. Η Πώλα ενδίδει , χωρίς να είναι απόλυτα διευκρινισμένο το αν η απόφασή της αυτή υπαγορεύεται από απλή ερωτική επιθυμία ή συνοδεύεται και από μια μύχια ανάγκη εκδίκησης και ενεργοποίησης του μηχανισμού ζήλιας του Ροζέ.Πράγματι η εξέλιξη αυτή ενεργοποιεί την κτητικότητα του Ροζέ, ο οποίος κρύβει τη δυσαρέσκειά του κάτω από ένα στρώμα αδιαφορίας και παράλληλα υποχρεούται να αποδεχθεί την αλλαγή αυτή.Το ερώτημα είναι αν το ζεύγος θα παραμείνει ενωμένο ενώ και οι δύο εφαρμόζουν την εξαγγελία περί ελευθεριότητας και το κατά πόσο τα νεότευκτα αισθήματα της Πώλα για τον Σιμόν αρκούν για κάνουν τον Ροζέ απλό κομμάτι του παρελθόντος της.
Η Σαγκάν δίνει αρκετό χώρο και στο Σιμόν- σε αντίθεση με τον Ροζέ που φαίνεται απλώς να συμπληρώνει το τρίγωνο- για να εμφανιστεί ως ιδεαλιστής και ευαίσθητος νέος που επαναστατεί ενάντια στη ρουτίνα μέσω ενός έρωτα ξεκάθαρα αφελούς.Αυτό που για την Πώλα είναι λύση ανάγκης μετά από μια σειρά σχέσεων που απέτυχαν να της χαρίσουν μια διαρκή ευδαιμονία, η οποία τελικά παρουσιάζεται ως ανέφικτη, είναι για τον Σιμόν η είσοδος σε μια αχαρτογράφητη γη ,στην οποία κινείται επικίνδυνα αυθόρμητα.Ο χαρακτήρας του έχει οπωσδήποτε κάτι από το ταμπεραμέντο και τον ενθουσιασμό της εικοσιπεντάχρονης τότε Σαγκάν.
"Σας κατηγορώ πως αφήσατε την αγάπη να προσπεράσει,πως παραμελήσατε την υποχρέωσή σας να κάνετε το εαυτό σας ευτυχισμένο, πως ζήσατε μια ζωή γεμάτη υπεκφυγές, συμβιβασμούς και αποδοχές.Αν και θα πρεπε να σας επιβληθεί η ποινή του θανάτου, καταδικάζεστε σε μοναξιά"(το αυτοκατηγορητήριο του Σιμόν)
Το "Σας αρέσει ο Μπραμς;"  γοητεύει χωρίς να μαγεύει και τελικά κατατάσσεται στις θετικές αναγνωστικές εμπειρίες.Που και που πρέπει να αρκούμαστε σε κάτι πιο απλό και πιο ρηχό, γιατί ακόμα και εκεί μπορεί να περιμένει αθέατη η ομορφιά, για παράδειγμα σε λίγες γεμάτες ευαισθησία αράδες της Σαγκάν.
"Είναι στιγμές που μου ρχεται να ουρλιάξω : Φοβάμαι..Φοβάμαι...Αγαπήστε με.."
"Το κρύσταλλο της έστειλε το είδωλο ενός προσώπου στο οποίο κάποιος πριν από ένα μόλις λεπτό είχε πει σ' αγαπώ"

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Ο Άντρας μου, αυτός ο άγνωστος

"' Ἀδὰμ δὲ ἔγνω Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ",Γένεσις, Κεφ.δ΄ 

"Αυτά έχουν οι οικογένειες.Ζεις με ανθρώπους που νομίζεις ότι τους γνωρίζεις, όμως είστε τελείως άγνωστοι."- Γκενασιά, "Η Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων"

Αυτή η φράση από το αριστούργημα του Γκενασιά, στο οποίο δε μπορώ να σταματήσω να επιστρέφω, θα μπορούσε να είναι η προμετωπίδα του  καλού μυθιστορήματος της Ιαπωνέζας Γιόκο Ογκάουα "Άρωμα πάγου"(εκδ.Άγρα, μετάφραση Παναγιώτη Ευαγγελίδη). Πραγματικά καλογραμμένο και ατμοσφαιρικό το βιβλίο διαβάζεται απνευστί και κρατάει τον αναγνώστη παρά το γεγονός πως το νήμα της αφήγησης ξετυλίγεται αργά. Το φαινομενικά ήπιο κλίμα της αφήγησης δεν μπορεί να κρύψει την κρυφή της ένταση που μεταδίδει την αγωνία και τη μελαγχολία της πρωταγωνίστριας στον αναγνώστη.

Το θέμα που επιλέγει η Ογκάουα είναι αρκετά ιντριγκαδόρικο. Η Ρυόκο, μια νεαρή δημοσιογράφος, πληροφορείται την αυτοκτονία του αρωματοποιού συζύγου της στο εργαστήριό του. Η μέχρι τότε συμπεριφορά του Χιρογιούκι δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να την προϊδεάσει για το απονενοημένο διάβημα και τίποτα δε φαίνεται ικανό να διαφωτίσει τους λόγους που έσπρωξαν το σύζυγό της στην αυτοκτονία.Στο νεκροτομείο η Ρυόκο συναντά τον νεότερο αδελφό του Χιρογιούκι και τότε συνειδητοποιεί πόσα λίγα πράγματα γνωρίζει για τον άντρα της, ο οποίος της είχε πει πως όλη του η οικογένεια ήταν νεκρή.

Το σοκ για τη Ρυόκο είναι μεγάλο , σχεδόν εξίσου ισχυρό με αυτό που προκάλεσε ο απρόσμενος θάνατος του Χιρογιούκι και έτσι η πρωταγωνίστρια αποφασίζει να ξεκινήσει μια σύντομη αναζήτηση της πραγματικής ταυτότητας του άντρα της, μέσα από την επεξεργασία των αναμνήσεων, το σημειωματάριό του , τις εξιστορήσεις του αδελφού και της μητέρας του.Σελίδα με τη σελίδα το θολό πρόσωπο του Χιρογιούκι αρχίζει να αποκτά περίγραμμα.Η Ρυόκο μαθαίνει πως αυτός ο τόσο συγκεντρωμένος στη δουλειά του και ευφυής άνθρωπος είχε στο παρελθόν αξιοποιήσει το έμφυτο τάλαντό του με τρόπο που ούτε να φανταστεί δε μπορούσε.

"Όποιος προσπαθεί να αναγνωρίσει της μυρωδιές χάνεται στο μεγάλο κόσμο του παρελθόντος που κουβαλάει μέσα του.Στον κόσμο του παρελθόντος δεν υπάρχει ήχος.Με τον ίδιο τρόπο που τα όνειρά μας είναι άηχα.Τότε η μνήμη είναι ο μόνος οδηγός του δρόμου που έχουμε στη διάθεσή μας."

Η αναζήτηση καταλήγει στην Πράγα και φτάνει στο τέλος της σε μια σκοτεινή, γεμάτη υγρασία σπηλιά, μέσα σε μια ατμόσφαιρα αντάξια του μεγάλου συγγραφέα της πόλης Φραντς Κάφκα, όπου όμως δεν είναι τόσο το παράλογο που κυριαρχεί, όσο μια κατάσταση ελαφρώς σουρεαλιστική και παραισθητική που δημιουργεί μια αίσθηση συγκεχυμένου ονείρου ή έντονου εσωτερικού βιώματος. Δεν είναι απόλυτα βέβαιο, αν η Ρυόκο φτάνει στον προορισμό της, τη "γνώση" του Χιρογιούκι, ωστόσο δίνει χώρο στον εαυτό της για την με φροϊδικούς όρους βίωση του πένθους που είναι συναισθηματικά απαραίτητη για τη συνέχεια.
Παρότι ο Χιρογιούκι υπάρχει μόνο ως αινιγματική σκιά που παραφυλάει σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου, η Ογκάουα με τρόπο έμμεσο σκιαγραφεί  έναν πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα, έναν πολύ ευαίσθητο άνθρωπο που ανέπτυξε δικούς του μηχανισμούς άμυνας για να αντέξει το βάρος της οικογενειακής πίεσης, της υψηλής συνείδησης καθήκοντος και της υπέρμετρης ευφυίας του.Μια γοητευτική  φιγούρα, που όπως εύστοχα παρατηρεί ο Librofilo είναι ασυνήθιστη για τη δυτική λογοτεχνία-το ίδιο θα έλεγα και για την αντιμετώπιση του πένθους εκ μέρους της Ρυόκο- και τελικά θυμίζει ήρωα που έχει εξυψωθεί πάνω από τους συνανθρώπους του.

"Ο Ρούκυ κουβαλούσε επάνω του την ιδιαίτερη εκείνη λάμψη των επιλέκτων. Σαν μια γραμμή φωτός από τον ουρανό να τον είχε βάλει στόχο της, αυτόν και μόνο , και να χυθεί επάνω του. Ήταν σαν να δημιουργούσε στους ανθρώπους την επιθυμία να τον πλησιάζουν για να λουστούν σ΄αυτή του τη θέρμη."

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Αίμα και άμμος

 Ας αρχίσουμε όπως σχεδόν κάθε κείμενο που αναφέρεται στον Χουάν Ρούλφο. Ο Μεξικανός υπήρξε ένα σχεδόν μοναδικό φαινόμενο, καθώς αν θέλουμε να εντοπίσουμε μια ανάλογη περίπτωση, θα πρέπει να θυμηθούμε τον Ρεμπώ που εγκατέλειψε την ποίηση στα είκοσι του χρόνια.Ο Ρούλφο δημοσίευσε μόλις δυο έργα, μια συλλογή διηγημάτων και το εμβληματικό μυθιστόρημα "Πέδρο Πάραμο", και έπειτα σιώπησε για σχεδόν τριάντα χρόνια, μέχρι τον θάνατό του. Η ισχνή λογοτεχνική του παραγωγή δεν κατάφερε πάντως να σταθεί εμπόδιο στην αναγνώρισή του ως ενός εκ των κορυφαίων συγγραφέων της Λατινικής Αμερικής. Το "Πέδρο Πάραμο" θεωρείται από πολλούς ως το σπουδαιότερο έργο της λατινοαμερικάνικης γραμματείας, ο Ρούλφο τοποθετείται πλάι στον Μπόρχες και το ολιγοσέλιδο έργο του αποτελεί τομή στην πορεία της λογοτεχνίας, καθώς προετοίμασε το boom της δεκαετίας του ΄60.

  Ομολογώ πως δεν εντυπωσιάστηκα από τα δεκαεπτά διηγήματα της συλλογής "Ο Κάμπος στις Φλόγες" (εκδ.Πατάκης,μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου). Αποφάσισα να την διαβάσω ώστε να προλειάνω κάπως το έδαφος τόσο για την ανάγνωση του αριστουργήματος του Ρούλφο όσο και των υπόλοιπων μεγάλων έργων της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, για τα οποία ακόμα αισθάνομαι ανέτοιμος.Η αλήθεια είναι πως και ο ίδιος ο Ρούλφο αντιμετώπισε τη συγγραφή των διηγημάτων αυτών ως άσκηση γραφής πριν καταπιαστεί με το βιβλίο που του άνοιξε την πόρτα για το πάνθεον της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

  " Δε λέμε τι σκεφτόμαστε.Πάει πολύς καιρός που έχουμε χάσει πια την όρεξη για λόγια.Την τέλεψε η ζέστη.Ίσως μιλούσαμε εύκολα σε άλλα μέρη, εδώ όμως θέλει κόπο.Εδώ μιλάς και οι λέξεις πυρώνουν μες στο στόμα σου μαζί με την ζέστη απ'έξω και σου ξεραίνουν τη γλώσσα μέχρι που κόβεται η ανάσα σου.Έτσι έχουν εδώ τα πράγματα.Γι΄αυτό κανείς δε θέλει να μιλά."

   Ο Ρούλφο δεν αγαπά τις μεγαλοστομίες και τη φλυαρία.Πώς θα μπορούσε να το κάνει αυτό ένας συγγραφέας που, πιστεύοντας πως τα είχε πει όλα σε μερικές εκατοντάδες σελίδες, έμεινε αυτοεξόριστος από την τέχνη του; Η γραφή του είναι ασθμαίνουσα και αυστηρά λιτή. Σε κανένα από τα σύντομα διηγήματά του δεν παρασύρεται σε λυρικές περιγραφές, στοχασμούς ή παρεκβάσεις και  συγχωρεί στον εαυτό του ούτε μια περιττή φράση.Κάθε παράγραφος είναι απόλυτα ζυγισμένη, διατυπωμένη με τρόπο δωρικό και τελεσίδικο.Το μοναδικό όχημα που αποδέχεται ο Ρούλφο για τις λέξεις του είναι ο κοφτός, μικροπερίοδος λόγος που ταιριάζει απόλυτα με τον καυτό ήλιο και τους κατάκοπους ανθρώπους που πρωταγωνιστούν στις ιστορίες του.

     Τα διηγήματα διαδραματίζονται τη δεκαετία του 1920, ενώ μαινόταν στο Μεξικό ο εμφύλιος πόλεμος των Κριστέρος - στη διάρκεια του οποίου δολοφονήθηκε ο πατέρας του Ρούλφο-που αφορούσε κατά κύριο λόγο τη κατανομή ισχύος και την αναδιανομή της γης. Φόντο των ιστοριών είναι η επαρχία του Χαλίσκο, μια φτωχή και άγονη περιοχή με τσακισμένους ανθρώπους, στην οποία μεγάλωσε ο συγγραφέας. Τα πρόσωπα εναλλάσσονται ωστόσο υπάρχει ένας ιστός που τα συνδέει: η πείνα, η φτώχεια, ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση, το μίσος και η απανθρωπιά που γεννούν οι σκληρές συνθήκες και το εχθρικό τοπίο.

      Η πλοκή των ιστοριών είναι απλή με κοινό άξονα το σκοτάδι που τις περιβάλλει. Εγκλήματα του παρελθόντος, αιμομιξίες, ξεκαθάρισμα λογαριασμών, ένα αδελφός που οδηγεί στο θάνατο τον ομομήτριό του, ένας πατέρας που μισεί τον γιο του αλλά προσπαθεί να τον σώσει, αντάρτες που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον ομοσπονδιακό στρατό. Η βία και το αίμα κυριαρχούν και ο Ρούλφο σε αρκετές περιπτώσεις περιγράφει με ωμό νατουραλισμό τον ξεπεσμό των κατοίκων του Χαλίσκο. Δεν είναι λίγα τα σημεία που μου θύμισαν την εξίσου αδέκαστη και σκληρή γραφή του Κόρμακ Μακ Κάρθυ. "Ο Κάμπος στις φλόγες" είναι ένα αποσπασματικό οδοιπορικό στη γη του Μεξικού, που παρά τις καλές στιγμές του ("Τάλπα","Ο 'Αντρας","Πες τους να μη με σκοτώσουν", "Πέρασμα του Βορρά", "Είναι που είμαστε πολύ φτωχοί") δεν κατάφερε να με ενθουσιάσει. 

   "Ίσως και οι δυο έχουμε πολύ κοντά μας το σώμα του Τανίλο, ξαπλωμένο στην τυλιγμένη ψάθα·γεμάτη μέσα κι έξω από ΄να σμάρι μπλε μύγες που ο βόμβος τους έμοιαζε με μακρύ ρόγχο που έβγαινε από το στόμα του·από εκείνο το στόμα που δεν μπόρεσε να κλείσει παρά τις τόσες προσπάθειες της Ναταλία και τις δικές μου και που έμοιαζε να λαχταράει ακόμα να αναπνεύσει δίχως να βρίσκει ανάσα.Εκείνου του Τανίλο που τίποτα πια δεν του πόναγε, έδειχνε όμως πονεμένος, με γρατζουνιές στα χέρια και τα πόδια και τα μάτια ορθάνοιχτα σαν να κοιτούσε τον ίδιο του τον θάνατο.Εδώ κι εκεί όλες του οι πληγές να στάζουν  ένα κίτρινο υγρό, κι αυτή τη μυρωδιά  που σκορπιζότανε παντού και που την ένιωθε κανείς στο στόμα, σαν να γευόταν ένα μέλι πηχτό και πικρό που έλιωνε στο αίμα του με κάθε ρουφηξιά αέρα"

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Άκου ανθρωπάκο...

Το πιο επικίνδυνο πλάσμα είναι το ζαρωμένο ανθρωπάκι μέσα μας, που όταν συναισθάνεται την ποταπότητα και την αδυναμία του εξεγείρεται και προσπαθεί να ισοπεδώσει ό,τι στέκεται γύρω του και είναι ψηλότερο από το ίδιο. Μια χούφτα από τέτοιους αισχρούς τραμπούκους και μαχαιροβγάλτες αλωνίζει εδώ και καιρό σε κάθε πόλη βρίζοντας, τρομοκρατώντας, κυνηγώντας μετανάστες, ομοφυλόφιλους, αριστερούς, αντιφασίστες, οποιονδήποτε αρνείται να κλείσει τα μάτια στη βαρβαρότητα τους.

Ένα γελοίο μόρφωμα από κοινούς λάτρεις της βίας, σαδιστές, ορφανά του Χίτλερ και νοσταλγούς του εμφυλίου, που αυτοηδονίζονται με κιτς ναζιστικές γιορτές τις Θερμοπύλες, στρατιωτικά παραγγέλματα, τον κομφορμισμό της αγέλης τους, τη στριγκιά φωνή του αρχηγού τους- που μόνο Άριο δε θυμίζει-, τις ομαδικές επιθέσεις σε στόχους ανήμπορους να αντιδράσουν, έτσι για να αυτοεπιβεβαιώσουν την ρώμη και την αρρενωπότητα τους. Ένας θίασος εγκληματιών που χαιρετά ναζιστικά και ,για να μην  αφήσει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της εθνικοφροσύνης του, τιμά τη μνήμη των ταγματασφαλιτών. 

Και πίσω από αυτούς ακολουθούν ,λιγότερο ενεργοί αλλά εξίσου αισχροί και ένοχοι, τα εκατοντάδες χιλιάδες φοβισμένα ανθρωπάκια που θέλουν να δανειστούν κάτι από την λάμψη, την εξουσία και την ισχύ της εμπροσθοφυλακής. Τα ανθρωπάκια που πιστεύουν πως έτσι θα οχυρώσουν καλύτερα το κτίσμα τους για να ζήσουν γαλήνιοι και ασφαλείς την ζωή τους, αποτυγχάνοντας πάντα να εκπληρώσουν τα μικροαστικά τους όνειρα. Ξέρω πάρα πολλούς ανθρώπους που καταστράφηκαν αυτά τα χρόνια και αγκομαχούν καθημερινά για να τα βγάλουν πέρα.Όμως δεν έσπευσαν όλοι να αγκαλιάσουν τον φασισμό για μια σακούλα πατάτες.Για αυτό και δεν πρόκειται να δείξω την παραμικρή κατανόηση σε όσους είδαν στο πρόσωπο του τέρατος μια λύση στα προβλήματά τους.Για μένα όσοι σκέφτηκαν έτσι είναι μια ανοιχτή πληγή, ένας καρκίνος που θα υπάρχει στην κοινωνία ακόμα και όταν η μαυρίλα τους αποτελέσει παρελθόν, όπως ακριβώς οι ταγματασφαλίτες και οι φιλοχουντικοί που δεν τιμωρήθηκαν και αφέθηκαν να γαλουχήσουν και τους απογόνους τους στο μίσος.

Το θηρίο πλέον δεν βρυχάται απλώς·ορμάει, δαγκώνει, σκοτώνει. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ακόμα και τώρα είμαστε συντριπτικά περισσότεροι.Το σταυροδρόμι φασισμού και αντιφασισμού δεν έχει να κάνει με την πολιτική, αλλά με τον πολιτισμό, με το κατά πόσο έχουμε ακόμα το σθένος και τη θέληση να είμαστε άνθρωποι. Και πρέπει να του νικήσουμε, χωρίς να υιοθετήσουμε τις πρακτικές τους.
1985,Σουηδία, επιζήσασα από στρατόπεδο συγκέντρωσης χτυπάει νεοναζί με την τσάντα της

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Τζακ και Καρλ, βίοι παράλληλοι

"Ο Καπάτσος"(εκδ.Άγρα, μετάφραση Α.Καλοκύρη)του Elmore Leonard είναι ένα από τα βιβλία που θα χαρακτήριζα "αντρικά" και που θα μπορούσε κάλλιστα να μεταφερθεί επιτυχώς στον κινηματογράφο. Ο γνωστός συγγραφέας βυθίζει τον αναγνώστη στην αγαπημένη για τους συγγραφείς νουάρ ιστοριών δεκαετία του ΄30, σε έναν κόσμο γεμάτο παράτολμους γκάνγκστερ,femme fatale, άφθονο παράνομο ουίσκι, πιστολίδι, τυχοδιώκτες και αστυνομικούς που προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους ή απλώς αφήνονται στη διαφθορά που τους προσφέρεται.Το μυθιστόρημα ,παρότι φλύαρο σε ορισμένα σημεία, συνεπαίρνει εύκολα τον αναγνώστη χάρη στην πολύ καλά στυλιζαρισμένη αφήγηση του Leonard που δίνει την αίσθηση πως πρόκειται για έναν άνθρωπο ζυμωμένο μέσα στον σύμπαν που περιγράφει.


Το βιβλίο ακολουθεί δυο νεαρούς, τον Καρλ Ουέμπστερ και τον Τζακ Μπελμόντ, άτομα που ακολούθησαν διαμετρικά αντίθετες πορείες, ωστόσο μοιάζουν με αδέλφια που χωρίστηκαν στο σταυροδρόμι αρετής και κακίας.Ο Καρλ, ομοσπονδιακός αστυνομικός, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας ενός αστυνομικού από τον διαβόητο κακοποιο Έμμετ Λονγκ , εμπειρία που τον στιγμάτισε, και αποφάσισε να ταχθεί στην υπηρεσία του νόμου αφότου σκότωσε έναν ζωοκλέφτη, απόφαση που δε μπόρεσε να αλλάξει ο πετρελαιοπαραγωγός πατέρας του. Ο Τζακ από την άλλη, επίσης γόνος βαθύπλουτου πετρελαιά της Οκλαχόμα, ήδη από την εφηβεία στράφηκε στο έγκλημα, απαγάγοντας την ερωμένη του πατέρα του.Και οι δύο φιγουρατζήδες και γεμάτοι αυτοπεποίθηση, οι πρωταγωνιστές θυμίζουν περισσότερο παιδιά, με τις εμμονές και την αφέλειά τους, παρά ώριμουες άντρες. Η δίωξη του εγκλήματος και οι ληστείες τραπεζών αντίστοιχα είναι για αυτούς ένα διασκεδαστικό παιχνίδι με κάποιους κανόνες, το οποίο εκτινάσσει την αδρεναλίνη τους και τους κάνει να βάζουν όλο και ψηλότερους στόχους.

Η σχέση των δυο ηρώων είναι σχεδόν καρμική.Ο Καρλ που αναδεικνύεται χάρη στις επιτυχίες του σε εμβληματική φιγούρα τιμωρού του εγκλήματος και ο Τζακ που προσπαθεί να κτίσει όνομα στον υπόλοσμο είναι αναπόφευκτο να συναντηθούν στο δρόμο προς την κορυφή.Οι δυο άντρες σύντομα έρχονται αντιμέτωποι και έτσι ιδρύεται μια αμφίδρομη σχέση θύτη και θύματος.Φτάνουν να ρισκάρουν τα πάντα,συχνά αγνοούν τη λογική και τις εντολές, αρνούνται να δώσουν τη χαριστική βολή ο ένας στον άλλο,γιατί πάνω από όλα θέλουν να συνεχιστεί αυτό το κυνήγι γάτας και ποντικιού.Η λύση θα δοθεί με ένα καταιγισμό πυροβολισμών στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου.

Ο Leonard δε δίνει τόση βαρύτητα στη δημιουργία ατμόσφαιρας ή στην αναλυτική παρουσίαση του κόσμου των γκανγκστερ.Πρωταρχικό του μέλημα είναι η παρακολούθηση των παράλληλων βίων των ηρώων. Οι σκηνές δράσης είναι αναρίθμητες και πολλές θα μπορούσαν να αποτελούν τμήμα από το σενάριο των ταινιών του Ταραντίνο-δεν είναι τυχαίο πως ο σκηνοθέτης έχει ΄μεταφέρει βιβλίο του συγγραφέα στη μεγάλη οθόνη. Το μόνο μείον του μυθιστορήματος είναι το γεγονός πως το ξεκαθάρισμα λογαριασμών καθυστερεί αρκετά, πράγμα που , το ομολογώ, με έκανε να διαβάσω διαγώνια κάποια από τα ενδιάμεσα γεγονότα που μεσολαβούν .