Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Πόλεμος και Πόλεμος ή Πώς έμαθα να μην ανησυχώ και να αγαπάω το μεταμοντέρνο

Το κοίταζα και με κοίταζε, πρώτα στα βιβλιοπωλεία, έπειτα στη βιβλιοθήκη μου , έπειτα τις τελευταίες μέρες στο γραφείο μου. Δύσκολο και μεγαλόπνοο κείμενο, διθυραμβικές κριτικές από τις οποίες ξεγλίστρησα αρπάζοντας μόνο μια θαμπή εικόνα ενός λογοτεχνικού κόσμου ερμητικού, παραληρηματικού που μέσα στην υποκειμενικότητα και την απροσδιοριστία του φιλοδοξούσε να μιλήσει σχεδόν για τα πάντα, όπως αρμόζει σε ένα έργο που χαρακτηρίστηκε κλασικό από τη στιγμή της έκδοσής του στην αλλοδαπή. Και μια μέρα αποφάσισα να το τολμήσω και έτσι βυθίστηκα στον ωκεανό μιας ανάγνωσης σχεδόν μαγικής. Ο λόγος για το "Πόλεμος και Πόλεμος " του Laszlo Krasznahorkai (εκδ. Πόλις, μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου).

Με τη μεταμοντέρνα αφήγηση δεν τα πάω πολύ καλά. Καταρχήν όπως έχει επισημανθεί, δε νοείται μετα-μοντέρνο αφού ο μοντερνισμός δηλώνει από μόνος του ένα όριο και ούτως ή άλλως εμπεριέχει ρεύματα που όντως ώθησαν τους εκφραστικούς τρόπους στα άκρα, έως την πλήρη αποδόμηση (πχ Ντάντα και σουρεαλιστές). Κατά δεύτερον πολλές φορές έργα που φέρουν την ετικέτα του μεταμοντέρνου είναι τόσο δυσπρόσιτα και σολιψιστικά που είναι αδύνατον να κυκλώσεις την ουσία τους. Απαντάνε βεβαίως - ορθώς -οι δημιουργοί αυτοί πως αφού η ίδια η ζωή δεν είναι μια ευθύγραμμη διαδρομή, με ξεκάθαρη πλοκή και διαυγές νόημα, για ποιο λόγο ζητάτε κάτι τέτοιο από την τέχνη;

Το "Πόλεμος και Πόλεμος" είναι το βιβλίο που ήρθε να ανατρέψει όλες τις αντιρρήσεις μου, να στογγυλέψει τις απόψεις μου και να με κάνει αφενός να καταλάβω πιο είναι το σοβαρό (μετα)μοντέρνο διακύβευμα -ή αλλιώς ποιο είναι το μοντέρνο αίτημα στην εποχή μας- και αφετέρου να γίνω πολύ πιο δεκτικός σε τέτοια αναγνώσματα. Για να πούμε όλη την αλήθεια, το βιβλίο αυτό έφτασε στα χέρια μου σε μια πολύ καλή συγκυρία, μετά από τη γνωριμία με δύο ανθρώπους που δηλώνουν λάτρεις της μοντέρνας αφήγησης. Και ενώ ο ένας είχε διαβάσει και χωνέψει όλο τον κορμό της μεταπολεμικής λογοτεχνίας, δείχνοντας μου το περιεχόμενο όσων ονομάζουμε μεταμοντέρνο και τη διαδρομή που οδήγησε σε αυτό, δεν κατάφερνε να με πείσει γιατί "δεν έχουμε πλέον χώρο στη λογοτεχνία για απλοικά πράγματα, είμαστε σε μια φάση που αναζητούμε κάτι καινούριο, για αυτό και ανακατεύομαι τα υλικά, παστίς, σύζευξη όλως ετερόκλητων πολιτιστικών αναφορών, ημιτελείς αφηγήσεις, απουσία κέντρου και νοήματος, παντελώς αναξιόπιστος αφηγητής, δαιδαλώδης δομή, τα ανακατέβουμε όλα στη χοάνη, ελπίζοντας να βρούμε το συνδυασμό γλυκού και αλμυρού που θα γεννήσει κάτι καινούριο". Αυτή ήταν η ουσία των λεγομένων, όμως δεν κατάφερνα και πάλι να καταλάβω γιατί τέλος πάντων πρέπει ντε και καλά να μπερδέψουμε το γλυκό και το αλμυρό, γιατί είναι δεδομένο πως οι παλιές απλούστερες συνταγές δεν μας αρκούν πλέον για να αφηγηθούμε τον κόσμο μας, έστω και αν αναγνωρίζουμε την ομορφιά τους- έτερον εκάτερον ;

Η απάντηση ήρθε αφού είχε μεσολαβήσει αρκετός χρόνος για να αφομοιώσω- πιστεύω- όσα με πίστη και υπομονή μου έλεγε ο αγαπημένος αυτός φίλος και παθιασμένος βιβλιόφιλος. Και η απάντηση ήρθε όπως αρμόζει σε μια ιστορία που κινείται γύρω από το μοντέρνο. Εντελώς απροσδόκητα, σε ένα πολύμηνο ταξίδι σχεδόν δυόμισι χιλιάδων χιλιομέτρων από το σπίτι, γνωρίζοντας έναν νομάδα Αμερικάνο με τον οποίο διασταυρωθήκαμε πολλές φορές στην μακρά μας περιπλάνηση. Ένας απίθανος τύπος που μπορούσε να σου εξηγήσει με θέρμη γιατί κάποια βιντεοπαιχνίδια είναι ισότιμα με μια παρτίδα σκάκι, να τρελαίνεται με ένα βίντεο κλιπ των Tame Impala λίγο πριν κοκκινίσει από την ένταση περιγράφοντάς σου το μεγαλείο του Lateralus  για να καλμάρει τελικά ακούγοντας  τα Goldberg Variations του Bach- αυστηρά  Glen Gould 1981-, κι έπειτα πίνοντας το φτηνότερο δυνατό αλκοολούχο σε ακτίνα βολής να επανακάμψει  ιστορώντας την αποτυχία του να διαβάσει ένα βιβλίο σε γλώσσα που δεν ήξερε επειδή δεν το βρήκε μεταφρασμένο στα αγγλικά , το θαυμασμό του για τον Μάρκες και το Dune.  Η διασταύρωση μου λοιπόν με αυτόν το καλό -πλέον- φίλο ήταν ο καταλύτης για να εφεύρω μια θελκτική πρόσληψη του μοντέρνου.

Γιατί μπορεί το μοντέρνο να μην γεννήθηκε στις ΗΠΑ, αλλά πουθενά δεν υπάρχει καλύτερο κλίμα για το μοντέρνο από τις ΗΠΑ, απόδειξη η Πίντσον, Γουάλας, Ντε Λίλο, Ουίλιαμ Γκάντις. Τι (θα έλεγα πως μας) λέει ο μοντερνισμός σήμερα; Ξεχάστε όσα ξέρετε, ξεχάστε τις ενοποιητικές αφηγήσεις, αφήστε πίσω ό,τι προσποιήθηκε πως έβαλε σε τάξη τον κόσμο, ό,τι ματαιοπονεί πως θα καταφέρει να τον εκλογικεύσει και να τον ταξινομήσει- η μεγάλη φενάκη της Δύσης-, αντικρίστε τον κόσμο με γυμνά μάτια και δείτε, δείτε, το χάος που βασιλεύει, την απόλυτη μηδενιστική αταξία, δείτε τα αμέτρητα υλικά που είναι απλωμένα μέχρι τον ορίζοντα- κάθε τεχνολογική, ιδεολογική, εκφραστική, πολιτιστική επινόηση στην ιστορία- πάρτε τα και ριξτε τα στο καζάνι. Όχι για να εξάγεις ένα νέο νοήμα πέφτοντας στον φαύλο κύκλο, αλλά για να δούμε που μπορεί να μας βγάλει αυτό διασκεδάζοντας όσο γίνεται στην πορεία. Που λοιπόν θα βρει περισσότερα πρόθυμα αυτιά η κραυγή αυτή από την χώρα του απόλυτου Global reach, που αν θέλεις σου δίνει τη δυνατότητα στις μεγάλες πόλεις να βρει κάθε έθνικ κουζίνα, μετανάστες από όλη την υφήλιο και κάθε ντοπιολαλιά , μια παρούσα πολυπλοκότητα που ρέει υπόγεια κάτω από την καταγγελόμενη ομογενοποίηση, διαφημίσεις που θεωρούνται τέχνη και τέχνη που επιστρατεύεται ως διαφήμιση, μια γιγάντια κινηματογραφική και τηλεοπτική βιομηχανία, ένα κράτος που θεωρεί αστυνομική του δικαιοδοσία κάθε πολιτική και στρατιωτική εξέλιξη στον πλανήτη, τη χώρα που το ίντερνετ θέριεψε πρώτο ανοίγοντας τον δρόμο στο αχανές, μεγαλώνοντας επάπειρον τη χοάνη που όλα θα αλεστούν. Όταν όλος η πολυπλοκότητα και η έλλειψη κέντρου του κόσμου αυτού εμφανίζονται μπροστά σου σαν θεός Βισνού  στην πλήρη πολεμική του μορφή, αποκαλύπτοντας κυνικά το ατελείωτο χάος του, τον κατακερματισμό και το τέλος τη κοινής εμπειρίας, το ασήκωτο βάρος της ιστορίας, τότε η λογοτεχνία είναι αδύνατον να μείνει κουρδισμένη, δομημένη, βέβαιη για τον εαυτό της.

Ο Κόριμ του Πόλεμος και Πόλεμος είναι ένας άνθρωπος  απομονωμένος περισσότερο και από εμάς, ασφαλής στη βαρετή δουλειά του ως αρχειοφύλακας και την αδιάφορη πόλη 200 χιλιόμετρα από τη Βουδαπέστη όπου ζει. Ο κόσμος μας δεν είναι ούτε κατά διάνοια τόσο τρομακτικός όσο άφησα να εννοηθεί με περίσσιο λυρισμό παραπάνω. Φαινομενικά είναι μάλιστα αρκετά ήσυχος καθώς περπατάς με το βλέμμα να μετράει τα βήματά σου. Αν όμως το καλοσκεφτείς η συνθετότητα και η απροσδιοριστία του είναι ένα γεγονός, ένα γεγονός που άπαξ και το σκεφτείς μπορεί να σε συντρίψει. Νομίζω πως αυτό ακριβώς παθαίνει ο Κόριμ: η κουρτίνα της τάξης και της ασφάλειας πέφτει αφήνοντας την πραγματικότητα να φανερωθεί ως ανήμερο θηρίο . Και τότε κραυγάζει απεπλπισμένος "Δεν καταλαβαίνω τίποτα", τότε συνειδητοποιεί πως ο σπόνδυλος που συγκρατεί το κεφάλι στη θέση του είναι τόσο λεπτός που διόλου απίθανο να πέσει. Θα πάει λοιπόν στη Νέα Ρώμη, τη Νέα Υόρκη, να προσθέσει το λιθαράκι του στο χάος και μετά να πεθάνει.Έτσι λέει.

Έπεται η συνέχεια..

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Να μαστε και πάλι..

 Πάνε δυόμισι χρόνια σχεδόν από τότε που δημοσίευσα οτιδήποτε στο blog. Πριν το εγκαταλείψω , είχε λειτουργήσει για όλο και όλο δεκαπέντε μήνες, πράγμα που σημαίνει πως έμεινε ανενεργό για μεγαλύτερο διάστημα από όσο λειτούργησε. Οι δεκαπέντε αυτοί μήνες ήταν σημαντικοί στη πραγματική μου ζωή, ένας πολύ έντονος, αξέχαστος κύκλος που ένιωσα να ολοκληρώνεται κοντά στο χρονικό σημείο που έπαυσα να γράφω εδώ. Ήταν δεκαπέντε μήνες που για εμένα σήμαιναν την απόλυτη αθωότητα, έναν φρενήρη ενθουσιασμό, μια ακλόνητη πίστη πως όλα είναι δυνατά, βλέποντς στις αναρτήσεις τα βιβλία που διάβαζα τότε και όσα σκεφτόμουν για αυτά, είναι σαν να ανακαλώ το διάστημα εκείνο.. Όταν αυτός ο πυρετός υποχώρησε διαπιστώνω μόλις τώρα πως άφησα και το blog στην τύχη του. Στο μεταξύ όμως δεν άφησα στην τύχη τους και τα πράγματα που αγαπώ, ούτε έπαυσα φυσικά να διαβάζω σιωπηλά τα δικά σας ιστολόγια, κάθε βδομάδα, ανάρτηση την ανάρτηση.

 Είναι λίγος καιρός που κάτι μέσα μου με έτρωγε να επιστρέψω, δεν ξέρω γιατί ακριβώς, μπορώ να σκεφτώ διάφορους λόγους, όμως δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Σε αυτά τα δύο και κάτι χρόνια δεν είχα συνδεθεί ούτε μια φορά στον blogger, μου πήρε σχεδόν μια ώρα, μισή νοτυζίνα αποτυχημένες απόπειρες ανάκτησης και τέλος κάμποση προσπάθεια ανάσυρσης του κωδικού από τα βάθη της μνήμης για να αποκτήσω ξανά πρόσβαση. Και μόλις συνδέθηκα ένιωσα αμέσως πόσο μεγάλο και πυκνό διάστημα μπορούν να είναι τα δύο χρόνια.

Να μαστε εδώ και πάλι λοιπόν, φίλοι μου. Να μιλάμε ο καθένας από το παράθυρό του για τα βιβλία μας, τις ταινίες, τις μουσικές  μας και αν χρειαστεί τους ανθρώπους και τις στιγμές μας -αυτά δηλαδή που πάντα βαραίνουν περισσότερο. 

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Σάμπατο-Λογοτεχνία και Πραγματικότητα

"Οι παρεξηγήσεις ,λοιπόν,προέρχονται από το γεγονός ότι υποτίθεται πως η τέχνη τελικά έχει για αποστολή της ν΄αντιγράφει την πραγματικότητα...Όμως η λογοτεχνία δεν έχει αποστολή φωτογραφικής μηχανής.Θα πρέπει να είναι κανείς πολύ αφελής για να θέλει να πληροφορηθεί για τη γεωργία της Γαλλίας, στο τέλος του περασμένου αιώνα, κοιτάζοντας τους πίνακες του Βαν Γκογκ.Είναι φανερό πως η τέχνη είναι μια οντοφάνεια,μα αποκάλυψη της πραγματικότητας, αλλά όλης της πραγματικότητας:όχι μόνος εξωτερικά αλλά και εσωτερικά, όχι μόνο του λογικού αλλά και του παράλογου.Γιατί αν η τέχνη διαποτίζεται έντονα από την αντικειμενική πραγματικότητα, αυτό συμβαίνει μέσω μιας πολύ λεπτής, σύνθετης σχέσης, όπως στα όνειρα.Τελικά κάθε τέχνη είναι ατομική γιατί αποτελεί το όραμα του κόσμου μέσω ενός μοναδικού πνεύματος.Κι αυτή είναι η πυσιώδης διαφορά μεταξύ τέχνης και επιστημονικής γνώσης.Στην τέχνη αυτό που έχει αξία είναι ακριβώς ετούτο το προσωπικό και μοναδικό σχήμα, αυτή η συγκεκριμένη έκφραση της πραγματικότητας.Για αυτό υπάρχει ύφος στην τέχνη και δεν υπάρχει στην επιστήμη."

Το κείμενο αυτό του Σάμπατο, που υπήρξε σημαντικότατος δοκιμιογράφος εκτός από σπουδαίος λογοτέχνης, γράφτηκε με αφορμή την έβδομη διεθνή συνάντηση συγγραφέων στο Κεμπέκ τον Οκτώβριο του 1978.Το παραπάνω απόσπασμα σε μετάφραση Φίλιππου Δρακονταείδη προλογίζει την ελληνική έκδοση του "Τούνελ".Είναι φανερό πως ο Σάμπατο μέσα σε ελάχιστες, πυκνές προτάσεις συνοψίζει μεγάλο μέρος της αντίληψης των λατινοαμερικάνων ,και όχι μόνο,λογοτεχνών για την τέχνη τους.Οι γραμμές αυτές βρίσκονται πίσω από κάθε σελίδα του Μπόρχες, του Κορτάσαρ, του Κάσαρες, του Μάρκες.


Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Ένα μεγάλο παράπονο από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Αύριο, 1η Νοεμβρίου , ξεκινάει το κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, τολμώ να πω  ο σπουδαιότερος πολιτιστικός θεσμός της πόλης. Τα γνωστά στέκια γεμίζουν , οι περισσότερες αίθουσες είναι κατάμεστες -ακόμα και οι μη σινεφίλ θα κάνουν ένα πέρασμα για να έχουν μια κινηματογραφική εμπειρία διαφορετική από αυτήν που προσφέρουν τα multiplex σινεμά-, κόσμος κυκλοφορεί με το πρόγραμμα προβολών ανά χείρας, έξω από το ιστορικό Ολύμπιον οι θεατές συζητούν την ταινία που μόλις είδαν, ενώ παραδίπλα, στα εκδοτήρια, επικρατεί συνωστισμός για ένα τελευταίο εισιτήριο κάποιου πολυαναμενόμενου φιλμ.Με δυο λόγια η πόλη ζει, έστω και για δέκα μέρες, βγαίνει από την κατάπτωση που τη χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο διάστημα του έτους.

Αν κάποιοι περιμένουν εναγωνίως κάθε χρόνο το φεστιβάλ, αυτοί είναι οι σινεφίλ που αφιερώνουν ολόκληρη τη μέρα σε αυτό, παρακολουθώντας δυο, τρεις ή και περισσότερες ταινίες- οι κλινικές περιπτώσεις- την ημέρα. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι ιδιαίτερα δαπανηρό.Πέρυσι μια κάρτα, η οποία επέτρεπε την είσοδο σε τρεις προβολές ανά ημέρα, του φεστιβάλ κόστιζε 80 ευρώ (50 για φοιτητές).Θα περίμενε κανείς πως με δεδομένη την φρικτή οικονομική κατάσταση οι ιθύνοντες θα φρόντιζαν ώστε να ελαφρύνουν κάπως όσους επιθυμούσαν να παρακολουθήσουν από κοντά τη γιορτή αυτή και ασφαλώς να προσεγγίσουν νέο κοινό- κακά τα ψέματα οι φοιτητές είναι αυτοί που μπορούν ευκολότερα να βυθιστούν σε ένα αμιγώς κινηματογραφικό δεκαήμερο. Και όμως το κόστος όχι μόνο δε μειώθηκε, αλλά ούτε καν διατηρήθηκε στα ίδια επίπεδα! Συγκεκριμένα η κάρτα πλέον κοστίζει 35 ευρώ (25 για όσους δικαιούνται έκπτωση), αλλά δεν προσφέρουν στον κάτοχο τους κανένα εισιτήριο για ταινία, παρά μόνο την προνομιακή τιμή εισόδου των 2 ευρώ (κανονικό εισιτήριο χωρίς κάρτα 5 ευρώ). Αυτό σημαίνει πως για να δει κάποιος 30 ταινίες θα χρειαστεί 35+60= 95 ευρώ αντί των 80 που χρειάστηκε πέρυσι, ενώ ένας φοιτητής θα χρειαστεί 25 +60= 85 ευρώ αντί για τα περυσινά 50 ευρώ (η διαφορά χαώδης).Φυσικά πρόνοια δεν υπήρξε ούτε για τη μείωση του κανονικού εισιτηρίου.. 

Είναι τραγική η διαπίστωση πως ο πολιτισμός αρχίζει να περιχαρακώνεται, να αποκλείει την πλατιά μάζα αυτών που δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες. Ο πολιτισμός δεν είναι προνόμιο, πρέπει να προσφέρεται με τους καλύτερους όρους ,ειδικά στους ασθενέστερους.Με ποιον ακριβώς τρόπο συμβάλλει η αλλαγή αυτή στην ενθάρρυνση του νέου κοινού να προτιμήσει τις αίθουσες του φεστιβάλ και να έρθει σε επαφή με τις κινηματογραφικές τάσεις; Πώς θα προσελκύσει το χειμαζόμενο κοινό της πόλης ένα πολιτιστικό γεγονός  η παρακολούθηση του οποίου στοιχίζει τον 1/6 του βασικού μισθού;( γιατί όταν κανείς παρακολουθεί 5-6 ταινίες δε γίνεται κομμάτι του φεστιβάλ, δε συμμετέχει ουσιαστικά σε αυτό ούτε καταφέρνει να αποκτήσει πλήρη εικόνα).Κουλτούρα για τους λίγους.Ντροπή και κρίμα.


Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

"Αλεξάνδρεια, πριγκίπισσα και πόρνη"

Είναι πραγματικά δύσκολο να μιλήσεις για το "Αλεξανδρινό Κουαρτέτο"(εκδ.Μεταίχμιο, μετάφραση Μαριάνα Παπουστοπούλου- χαρά στο κουράγιο της-) του Λόρενς Ντάρελ χωρίς να απογοητευτείς από την αδυναμία σου να παρουσιάσεις την μοναδική αναγνωστική εμπειρία που σου προσέφερε. Ακόμα και αυτήν την στιγμή δεν έχω κατασταλάξει σχετικά με το αν λάτρεψα αυτό το βιβλίο ή αν λύγισα  κάτω από το βάρος του, αποτυγχάνοντας τελικά να το απολαύσω όπως έπρεπε. Το σίγουρο είναι ότι ,ακόμα κι αν κανείς το απορρίψει, δε μπορεί παρά να μείνει έκθαμβος μπροστά σε αυτό το δαιδαλώδες, πρωτοποριακό  και βαθύ σαν άβυσσο λυρικό έπος του Ντάρελ.

Και  ο Ντάρελ είναι ο άνθρωπος που έζησε με τέτοιο τρόπο που του επέτρεψε να συνθέσει το Κουαρτέτο. Τυχοδιώκτης που ουσιαστικά απαρνήθηκε την πατρίδα του  ο Ντάρελ περιπλανήθηκε σε όλη τη Μεσόγειο, στα ελληνικά νησιά, στην Κύπρο, στην Αίγυπτο, αργότερα στην Γαλλία και πιο μακρυά ,στην Αργεντινή, ζώντας μια κυριολεκτικά μυθιστορηματική ζωή με θυελλώδεις έρωτες, πολλούς γάμους, σκοτεινές οικογενειακές ιστορίες- κάποιο μιλούν για αιμομικτικό σκάνδαλο- και περιόδους έντονης ενδοσκόπησης. Σχεδόν όλο του το έργο, χάρη στο οποίο κατατάσσεται στις μεγαλύτερες λογοτεχνικές μορφές του περασμένου αιώνα, είναι μια στοχαστική και ενδελεχής ανάγνωση της προσωπικής του ιστορίας.Τα τέσσερα μυθιστορήματα του Κουαρτέτου είναι το σπουδαιότερο έργο του Ντάρελ, που απέδειξε πως μια τέτοια καταιγίδα μπορεί να δημιουργηθεί μόνο από όσους κρύβουν μέσα τους ένα πραγματικό χάος.

"Αυτό που πιότερο χρειάζομαι να κάνω είναι να καταγράφω εμπειρίες, όχι με τη σειρά που έγιναν τα πράγματα- γιατί αυτό είναι ιστορία-, αλλά με τη σειρά που άρχισαν να παίρνουν τη σημασία τους για μένα"

Η ανάγνωση του Κουαρτέτου δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Προχωράει με αργούς ρυθμούς, καθώς κάθε λέξη είναι λεπτοδουλεμένη ώστε να συμπληρώνει το τεράστιο λυρικό μωσαϊκό, βυθίζοντας τον αναγνώστη στην γοητευτική του ατμόσφαιρα, την γεμάτη μυστικισμό Αλεξάνδρεια του μεσοπολέμου, την προσωπική ζωή μιας σειράς προσώπων με διασταυρούμενες ερωτικές επιθυμίες. Ο Ντάρελ υιοθέτησε ένα σχεδόν παραληρηματικό, αυστηρά προσωπικό και γεμάτο συναισθηματισμό ύφος , ενώ ταυτόχρονα επέλεξε μια ιδιαίτερα σύνθετη δομή για την τετραλογία του.Το κουαρτέτο είναι μια συρταρωτή αφήγηση, όπου ο συγγραφέας επαναφέρει τον αναγνώστη περισσότερες φορές στα ίδια γεγονότα , ώστε να σχηματιστεί τελικά μια παράσταση της πραγματικότητας, χωρίς όμως να τηρείται χρονολογική σειρά- η επιστροφή στο παρελθόν γίνεται άτακτα και απροειδοποίητα- και χωρίς κάποια από τις πολλές φωνές που παίρνουν το λόγο να μπορεί να υποστηρίξει πως κατέχει αυτοτελώς ολόκληρη την αλήθεια.

"Τα μακρινά γεγονότα, παραλλαγμένα από την ανάμνηση, κερδίζουν μια καπνισμένη λάμψη επειδή τα βλέπουμε απομονωμένα, διαχωρισμένα από τις λεπτομέρειες που προηγήθηκαν ή τα ακολούθησαν, τις κλωστές και τα περιτυλίγματα του χρόνου.Το ίδιο παθαίνουν και τα πρόσωπα που τα υποδύθηκαν·κι αυτά υφίστανται αλλοιώσεις·βυθίζονται αργά, όλο και βαθύτερα στον ωκεανό της μνήμης, σαν τα σώματα των πνιγμένων που βαραίνουν βρίσκοντας σε κάθε επίπεδο μια άλλη εκτίμηση, μια νέα αξιολόγηση μέσα στην ανθρώπινη καρδιά"

 Έτσι στο πρώτο και στο τελευταίο βιβλίο, την "Τζαστίν" και την "Κλέα", αφηγητής είναι ο συγγραφέας Ντάρλι, που φαίνεται να λειτουργεί ως περσόνα του Ντάρελ και προσπαθεί να ανασυνθέσει το παρελθόν του στην αγαπημένη Αλεξάνδρεια και να επεξεργαστεί  το πλέγμα των σχέσεων που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στους ανθρώπους του κύκλου του. Η αφήγησή του είναι η πιο λυρική, ακόμα και όταν εμφανίζεται σαφώς ωριμότερος στο τέταρο βιβλίο, καθώς παλεύει με μνήμες και φαντάσματα μιας ζωής που έχει παρέλθει οριστικά. Στον "Μπαλτάζαρ" συχνά τα ηνία της αφήγησης αναλαμβάνει ο ομώνυμος ήρωας, ο οποίος έχοντας διαβάσει το έργο του Ντάρλι του στέλνει διάφορες σημειώσεις που εν πολλοίς ανατρέπουν την εικόνα που είχε σχηματίσει ο τελευταίος στο μυαλό του για τα πράγματα. Στο τρίτο βιβλίο,τον "Μαουντόλιβ", κατά τη γνώμη μου το πιο αδιάφορο του Κουαρτέτου, ο Ντάρελ κάνει μια παραχώρηση υπέρ του κλασικού ρεαλιστικού μυθιστορήματος και του τριτοπρόσωπου παντογνώστη αφηγητή, ώστε να επισκοπήσει την κατάσταση υπό ένα ευρύτερο πρίσμα. Πέρα από τους αφηγητές, στις σελίδες του Κουαρτέτου εντάσσονται και άλλα βιβλία: αυτό του Αρναούτη, πρώην συζύγου της Τζαστίν που όπως και ο Ντάρλι προσπαθεί να ψυχολογήσει τη σύντροφό του και να αναπλάσει νοερά το παρελθόν του, αλλά και οι σημειώσεις ενός κυνικού αυτόχειρα συγγραφέα, του Περσγουόρντεν, που δίνει άλλη διάσταση στα πάθη των χαρακτήρων. Και φυσικά αμέτρητες είναι οι αναφορές σε άλλα έργα και ιδιαίτερα στα ποιήματα του Καβάφη...

Το "Αλεξανδρινό Κουαρτέτο" δε συμπυκνώνεται, δεν είναι δυνατό να το αναδιηγηθείς περιληπτικά και θα ήμουν εξαιρετικά δύσπιστος απέναντι σε όποιον ισχυριστεί πως συνέλαβε όλη την ουσία του. Στη διάρκεια της ανάγνωσης είχα την αίσθηση πως μπαίνω όλο και πιο βαθιά σε ένα αχανές, σκοτεινό σπήλαιο, προχωρώντας πάντα με το ένα χέρι στον τοίχο. Μπορείς να το προσεγγίσεις αργά-αργά, γωνία-γωνία, να θαυμάσεις υπό το φως ενός δαυλού τις όμορφες βραχογραφίες, όμως ποτέ δε θα δεις το θόλο του, ποτέ δε θα ξέρεις αν το γύρισες όλο και ο κίνδυνος να χαθείς σε αυτό είναι πάντα μεγάλος.
"Άλλωστε, μήπως δεν εξαρτώνται τα πάντα από την ερμηνεία της σιωπής που απλώνεται γύρω μας;"

Πολλές φορές ένιωθα πως το χέρι που έγραφε με πόνο αυτές τις αριστουργηματικές σελίδες άνηκε σε κάποιον που κατέθετε στο έργο του αυτό όλη του την ψυχή, τα όνειρα και τις απογοητεύσεις του, τις πιο μύχιες σκέψεις του, συναισθήματα που και ο ίδιος έψαξε πολύ για να ανακαλύψει μέσα του, το πιο εκλεκτό απόσταγμα εμπειριών μιας πλούσιας ζωής, που αν και δεν ήταν ούτε δυστυχισμένη ούτε αποτυχημένη, το φόρτωσε με ένα ασήκωτο βάρος, από το οποίο προσπάθησε να απαλλαγεί μέσα από αυτά τα τέσσερα μυθιστορήματα. Αυτό νομίζω είναι και το πραγματικό μεγαλείο αυτού του βιβλίου, που το καθιστά μια μυσταγωγία για τη ζωή. Και δεν είναι λίγες οι σελίδες που σε κάνουν να νομίζεις πως διαβάζεις ποίηση σε πεζό λόγο και φόρμα...

" Ο "έρωτάς" μου για κείνην, ο "έρωτάς" της Μελίσα για μένα, του Νεσίμ ο "έρωτας" για κείνην, ο"έρωτάς" της για τον Περσγουόρντεν -θα έπρεπε να υπάρχει ολόκληρο λεξιλόγιο επιθέτων για να διαφοροποιεί το ουσιαστικό- γιατί ούτε καν δυο περιπτώσει δεν περιλαμβάνουν τις ίδιες περιουσίες·κι ωστόσο όλες περιλαμβάνουν τη μια και απροσδιόριστη ποιότητα, τον κοινό άγνωστο παράγοντα της προδοσίας. Γιατί ο καθένας από μας, σαν το φεγγάρι, είχε τη σκοτεινή πλευρά του - και μπορούσαμε να γυρνάμε το ψεύτικο μούτρο του τέλους της αγάπης προς το πρόσωπο που περισσότερο μας αγαπούσε και μας χρειαζόταν.Κι ακριβώς όπως η Τζαστίν χρησιμοποίησε την αγάπη μου, ο Νεσίμ χρησιμοποίησε της Μελίσα..Ο ένας στη ράχη του άλλου, έρποντας σαν τα καβούρια στο καλάθι."

Οι ήρωες του Ντάρελ καταφέρνουν ,παρά το ρομαντικό τους περίγραμμα που επιτείνεται λόγω του λυρισμού της αφήγησης, να διατηρούν τη μοναδικότητα τους , να αποτελούν δηλαδή ολοκληρωμένα πρόσωπα βγαλμένα από το παρελθόν του αφηγητή που δεν φιλοδοξεί να τα αναγάγει σε σύμβολα. Σε αυτό το μεγάλο ταξίδι μέσα από τις 1000 σελίδες του Ντάρελ τον αναγνώστη συντροφεύουν η μοιραία Τζαστίν, μια γυναίκα μυστηριώδης και απρόσιτη που εκπέμπει μια ακαταμάχητη γοητεία και είναι terra incognita για τους πάντες, ο πανίσχυρος ιδεαλιστής και αθεράπευτα ερωτευμένος Νεσίμ, ο μελαγχολικός και αγκιστρομένος στο παρελθόν Ντάρλι, η πιο ανάλαφρη Μελίσα, η Κλέα και δεκάδες άλλα πρόσωπα που εμφανίζονται στην ιστορία. Το ταξίδι είναι δύσκολο, αλλά νομίζω αποζημιώνει με τον τρόπο του. Σκοπεύω να το επαναλάβω χρόνια αργότερα, όταν πολλά πράγματα θα μου αποκαλυφθούν διαφορετικά.

"Χρησιμοποιούμε ο ένας τον άλλο σαν τσεκούρια για να κομματιάζουμε αυτούς που πράγματι αγαπούμε"

"

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

"Αλλιώς όμως να κάνει δεν μπορούσε!Η φτώχεια το ήθελε!"

Γροθιά στο στομάχι αποτελεί το υπέροχο διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά(1872-1958) "Οι αλανιάρηδες"(εκδ.Στάχυ)  που παρά την απλότητά του με συνέτριψε με το γυμνό τρόπο που παρουσιάζει τις τσακισμένες ζωές των ηρώων του. Σκληρός κοινωνικός ρεαλισμός, κανένας εξωραϊσμός , κανένα περιθώριο αισιοδοξίας δεν έρχεται να καταστήσει το κάδρο κάπως πιο εύπεπτο. Ο αναγνώστης δεν έχει περιθώριο να πιαστεί ούτε καν από τη γραφή, όπως θα έκανε στον Παπαδιαμάντη, καθώς ο Βουτυράς γράφει εντελώς απέριττα, σχεδόν άτεχνα θα έλεγε κανείς, σε απλή δημοτική, χωρίς λογοτεχνικά φτιασίδια, με μια απρόσεκτη σύνταξη που ξενίζει. Αν έκρινα το έργο από το επίπεδο του λόγου, δύσκολα θα μιλούσα με τέτοιο ενθουσιασμό για τους "Αλανιάρηδες" που ανήκουν σε εκείνα τα εκλεκτά έργα που σαν τσεκούρι έρχονται να σπάσουν την παγωμένη θάλασσα μέσα μας.

Το περιεχόμενο του διηγήματος, τίποτα περισσότερο από μια νατουραλιστική περιγραφή της πραγματικότητας των αρχών του 20ου αιώνα για τα κατώτερα στρώματα, θα κάνει οπωσδήποτε τον βολεμένο αναγνώστη του σήμερα να αισθανθεί ένα παγερό μούδιασμα.Ο Βουτυράς, ο κατεξοχήν συγγραφέας του κοινωνικού περιθωρίου (αργότερα εμφανίστηκε ο Πέτρος Πικρός), δεν είναι ένα απόμακρος, γαλήνιος παρατηρητής της κόλασης που περιγράφει, είναι τμήμα της, ένας από τους χιλιάδες κυνηγημένους από τη ζωή. Μάρτυρας την οικονομικής καταστροφής της οικογένειάς του και της αυτοκτονίας του πατέρα του ο Βουτυράς έγραφε για βιοποριστικούς λόγους- υπήρξε ένας εκ των πολυγραφότερων συγγραφέων της χώρας- και ποτέ δεν έχασε την επαφή του με τον κόσμο των απόκληρων.

Στους "Αλανιάρηδες" διαβάζουμε για την καθημερινή βιοπάλη μιας παρέας με έμφαση στον νεαρό Αλίμπη. Σε αρκετές σκηνές βλέπουμε τη συντροφιά να πίνει και να τραγουδά σε ταπεινά ταβερνεία, όμως τίποτα δε μπορεί να καλύψει την απελπισία και την ένδεια που κυριαρχούν. Δεν είναι απλώς η περιγραφή της κατάστασης που συγκλονίζει, είναι ακόμα περισσότερο η συνειδητοποίηση του αδιεξόδου από τα ίδια τα πρόσωπα του έργου που δρα καταλυτικά. Η αντροπαρέα δεν μπορεί ούτε στην ταβέρνα να πνίξει τον πόνο της: πίνει βερεσέ ή με ό,τι ψίχουλα έχουν περισσέψει, διασκεδάζει αλλά σαν δαμόκλειος σπάθη επικρέμεται η επιστροφή στην κανονικότητα της θλίψης. Μόνιμο φόντο μια ζωγραφιά του Τάνταλου για να θυμίζει πως όσο και να πασχίσουν οι ήρωές μας, η ευτυχία θα γλιστρά την τελευταία στιγμή από τα χέρια τους σαν την ορμήνεψε έτσι κάποιος θεός. 

"Όλα φεύγανε, χάνονταν, ελπίδες, όνειρα, που, μόλις έκαναν να φανούνε,σα να τα σάρωνε μεγάλος ανεμοστρόβιλος[..]Απ΄τα βουρκωμένα μάτια του, καθώς ήταν έτοιμα να χύσουνε δάκρυα, πετάχθηκε μια φλόγα και τα έκανε να γίνουν στεγνά, να ξεραθούνε.Και επεθύμησε κάτι κακό μεγάλο να έκανε στην ανθρωπότητα και να έβριζε, να έβριζε τη μεγάλη δύναμη που διευθύνει τα πάντα."

"Τι κακές, τι δύστυχες μέρες που περνούσαν!Και πιο πολύ φαινόταν η δυστυχία τις ημέρες τις καλές.Η κάθε καλή μέρα, που όλοι οι άνθρωποι γλεντούσανε και οι κάτοικοι οι άλλοι της μάντρας φορούσανε τα εορτάσιμα ρούχα τους, γι΄αυτούς ήτανε πένθος και λύπη."

Άγρια φτώχεια και εξαθλίωση γνωρίζει ο Αλίμπης, φτώχεια που δεν περιορίζεται στις υλικές συνθήκες διαβίσωσής του·ξεκινά από αυτές για να διαβρώσει κάθε πτυχή της ύπαρξής του και να του αποστερήσει κάθε ευχαρίστηση.Ο Αλίμπης ζει με τη μητέρα του, φτωχοί μετανάστες στην Αθήνα, προσπαθεί μάταια να στεριώσει σε κάποια δουλειά.Ευκαιρίες δεν υπάρχουν, οι φίλοι φεύγουν για την Αμερική, ο τόπος μοιάζει όλο και πιο αφιλόξενος, όλο και πιο εχθρικός. Το άδειο στομάχι αδειάζει και τις ψυχές, ο Βουτυράς είναι αμείλικτα ρεαλιστής και δεν πετάει ούτε στον ήρωα ούτε στον αναγνώστη κάποια σανίδα σωτηρίας.

Έτσι λοιπόν η φτώχεια έρχεται να ισοπεδώσει ολοκληρωτικά τον Αλίμπη. Καθώς νιώθει έντονα την κοινωνική αδικία και το χάσμα των τάξεων, μισεί όσους τα καταφέρνουν, μισεί τελικά και τον εαυτό του λόγω της αποτυχίας του. Δεν έχει δύναμη να πιαστεί από την ευτυχία της στιγμής γιατί έχει επίγνωση της κατάστασής του. Έχει χάσει ακόμα και την ελπίδα, αυτήν που ούτε οι σταχανοβίτες των γκουλάγκ δεν έχαναν. Η ανέχεια του στέρησε τα δυο πιο θεμελιώδη πράγματα στην ανθρώπινη ύπαρξη: το δικαίωμα στο όνειρο και τον έρωτα. Τι όνειρα και τι φιλοδοξίες θα φωλιάζουν στην καρδία ενός ανθρώπου που δεν ξέρει αν θα βρει ένα πιάτο φαγητό την επομένη; Όσο για τον έρωτα, ο Αλίμπης έχασε καταρχήν την αξιοπρέπειά του, την ικανότητα να αγαπήσει τον εαυτό του. Θαυμάζει τις γυναίκες, αλλά ξέρει πως είναι απλώς περαστικές και ποτέ δε θα ερωτευτούν ένα κουρέλι σαν τον ίδιο. Η ζωή μοιάζει μάταιη, ασήκωτο φορτίο από το οποίο ελπίζεις να απαλλαγείς, σκοτεινή φυλακή από την οποία εύχεσαι να αποδράσεις. Και ο φόβος του θανάτου στοιχειώνει διαρκώς τον Αλίμπη, που νιώθει όσο λίγοι πως περιμένει απλώς στον προθάλαμο.

"Η ζωή αυτή του φαινότανε κακιά, βαρετή.Η σκέψη του δε σταματούσε σε τίποτα καλό.Όλα τριγύρω του τα έβλεπε κλειστά, άγρια, έρημα, και έτσι του φάνηκε σα να βρισκότανε φυλακισμένη η ψηχή του μέσα σε αυτά.
Χωρίς να θέλει, έπεσε σε μια πλατεία που ήτανε γεμάτη από ανθρώπους καλοφορεμένους, που τους είχε βγάλει η ωραία μέρα έξω,σ τον ήλιο. Γυναίκες χαρωπές, άνδρες γελαστοί, νέοι με το χαμόγελο, με την ελπίδα στα μάτια και νέες με τον έρωτα να κρυφοκοιτάζει σε κάθε τους ματιά.
Κι εγώ; ρώτησε αυτός
Και μέσα σε εκείνο το πλήθος των ευτυχισμένων του φάνηκε αυτός να είναι σα σημάδι σκοτεινό μέσα στη χαρά, στον πλούτο, σαν ένα κομμάτι της δυστυχίας , της φτώχειας, που το κύλησε ίσαμε κει ο άνεμος.
Ντράπηκε για τα ρούχα του, για το καπέλο του και έκανε γρήγορα να φύγει, αφού είδε ότι κανείς άλλος που να του μοιάζει δε βρισκόταν εκεί, να φύγει, να χωθεί στα δέντρα, που πυκνά τριγυρίζανε το μέρος εκείνο.
Έβλεπε τη χαρά σπάταλα να τους έχει σκορπιστεί και έφευγε σα Σατανάς πεσμένος, χωρίς να το θέλει, σε  μέρη παραδείσου."

Στις τελευταίες σελίδες το δράμα κορυφώνεται με μια σπαρακτική "κάθαρση" που κυριολεκτικά σε κάνει να ανατριχιάσεις, να αναφωνήσεις πως κρατάς στα χέρια σου ένα αριστούργημα.Θα ήθελα πολύ να γράψω και κάτι για το τέλος,αλλά δεν πρόκειται να σας στερήσω το σοκ που ένιωσα.Ας περιοριστούμε στο σχόλιο του Φ.Πολίτη για το διήγημα :"Ένα αληθινό τραγούδι, μια βαθιά κραυγή πόνου είναι οι Αλανιάρηδες. Η κραυγή που ξέφυγε από τα χείλη ανθρώπου, ο οποίος ακούει κάθε μέρα εντός του την τραγική προσταγή : "Δούλευε παρ΄όλα ταύτα!Κράτα γερά, και αν είναι ακόμη να τρέφεσαι με το ίδιο σου το αίμα!" Οι αλανιάρηδες είναι η θλίψις δια τους αβοήθητους αδελφούς που πάνε χαμένοι, δια τ ασθενικά χορτάρια που ημπορούσαν ν΄ανθίσουν, αν δεν τα έπνιγε το χιόνι."


Υ.Γ.1:Πολλά διηγήματα του Βουτυρά είναι ελεύθερα διαθέσιμα χάρη στον Νίκο Σαραντάκο http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/Bouturas-diigimata.htm

Υ.Γ.2: Μια προσωπική εξομολόγηση από ένα περιστατικό που τότε με είχε αφήσει σύξυλο και επανήλθε στη μνήμη μου διαβάζοντας τους "Αλανιάρηδες".Πριν από μερικά χρόνια μιλούσα με ένα εργάτη από τη Γεωργία που με βοηθούσε σε μια μετακόμιση. Ο άνθρωπος αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και όταν ολοκλήρωσε την εξιστόρηση κάποιων γεγονότων, σιώπησε, τράβηξε μια τζούρα από το τσιγάρο του με κοίταξε με ένα μελαγχολικό χαμόγελο και είπε :"Ζωή είναι, που θα πάει, θα τελειώσει."

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Μόνη,αιφνιδιασμένη,πληγωμένη

"The broken heart. You think you will die, but you just keep living, day after day after terrible day."(Great Expectations, Dickens)

Ο πόνος της προδοσίας είναι από τους βαρύτερους που υποχρεώνεται να φορτωθεί ένας άνθρωπος στη ζωή του. Και όταν μιλάμε για ερωτική προδοσία, είτε με τη μορφή της εξαπάτησης είτε με αυτήν της εγκατάλειψης, ποια ιδέα μπορεί να ηρεμήσει το ταραγμένο μυαλό που βλέπει μια τεράστια συναισθηματική επένδυση να γίνεται στάχτη μέσα σε μια στιγμή; Ο άνθρωπος με τον οποίο μοιράστηκες τις πιο πολύτιμες σκέψεις σου και τις πιο ευτυχισμένες μέρες σου αποφασίζει αναίτια και αναπάντεχα να δώσει ένα τέλος και εσύ οφείλεις ταυτόχρονα να εξηγήσεις, να ζυγίσεις το κόστος εκδίκησης και διεκδίκησης, να ορθοποδήσεις πριν οι αναμνήσεις γίνουν φυλακή.

"Εκείνες τις ατέλειωτες ώρες έγινα φρουρός του πόνου, που ξαγρυπνούσε δίπλα σε ένα πλήθος από νεκρές λέξεις."

Αυτό το διαχρονικό και τόσο ενδιαφέρον στην κοινοτοπία του θέμα πραγματεύεται το συμπαθητικό μυθιστόρημα "Μέρες Εγκατάλειψης" της Elena Ferrante (εκδ.Άγρα, μετάφραση Σταύρος Παπασταύρου), που παρά τις ατέλειές και τις υπερβολές του προσεγγίζει ικανοποιητικά τον ψυχισμό της πληγωμένης πρωταγωνίστριας. Στα τριανταοχτώ της η Όλγα ,μητέρα δύο παιδιών, ακούει τον άντρα της να της ανακοινώνει πως είναι αδύνατο να συνεχίσουν μαζί και πως σκοπεύει να εγκαταλείψει το σπίτι τους. Η είδηση πέφτει σαν κεραυνός και από τη στιγμή που η πόρτα κλείνει πίσω από τον Μάριο, η Όλγα ξεκινάει τη μοναχική πορεία της.

"Γιατί είχε πετάξει έτσι απλά δεκαπέντε χρόνια γεμάτα συναισθήματα, συγκινήσεις, έρωτα;Το  χρόνο, το χρόνο,όλο το χρόνο της ζωής μου μου είχε κλέψει , μόνο και μόνο για να τον ξεφορτωθεί επιπόλαια, σαν ένα καπρίτσιο.Τι άδικη, τι εγωιστική απόφαση.Έδιωχνε ,με ένα φύσημα το παρελθόν, λες και ήταν κάποιο ενοχλητικό έντομο που είχε καθίσει στο χέρι του.Του ζητούσα, τον ικέτευα να  με βοηθήσει να καταλάβω αν εκείνα τα χρόνια είχαν τουλάχιστον κάποια ουσία, από ποια στιγμή είχε αρχίσει αυτή η πορεία προς τη διάλυση..."

Η χάραξη μια σταθερής τακτικής απέναντι στο απροσδόκητο γεγονός είναι ανέφικτη, καθώς η Όλγα ακροβατεί διαρκώς ανάμεσα στα αισθήματα στοργής που ακόμα φωλιάζουν μέσα στην καρδιά της, δίνοντας καύσιμο στη μικρή σπίθα ελπίδας για μια επανασύνδεση, και στην οργή που γέννησε μέσα της η προδοσία. Σύντομα το δεύτερο συναίσθημα αρχίζει να ισχυροποιείται και να καταλαμβάνει εξ ολοκλήρου την Όλγα,η οποία προσπαθεί πλέον να μάθει όσα μπορεί για τη νέα ζωή του συζύγου της , θέλοντας μάλιστα να τον εκδικηθεί.

Μέρα με τη μέρα η Όλγα χάνει τον εαυτό της και βυθίζεται σε μια άβυσσο: δυσκολεύεται να φέρει εις πέρας το νοικοκυριό,γεμίζει ένταση τη σχέση με τα ανήλικα παιδιά της, αναζητά διέξοδο στο ζωώδες, χωρίς συναίσθημα, σεξ, καταγράφει μανιωδώς τις σκέψεις της και αισθάνεται πως οδηγείται νομοτελειακά σε μια αναπόδραστη δυστυχία. Η ζήλια την κάνει να αγανακτεί και την οδηγεί στο μίσος για τον Μάριο που φέρθηκε τόσο σκληρά.Αυτό που ενδιαφέρει πλέον την Όλγα δεν είναι να ανακαλύψει την αιτία των συμβάντων, αλλά να ισοπεδώσει ό,τι έχει μείνει όρθιο από την πρότερη επικοινωνία τους, σε μια ασυνείδητη προσπάθεια να τραβήξει και πάλι την προσοχή του. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση κάνει την αλληλουχία των σε γενικές γραμμές προβλέψιμων εξελίξεων και συμπεριφορών να φαίνεται αρκετά ενδιαφέρουσα, καθώς ο αναγνώστης ξετυλίγει παράλληλα με την πρωταγωνίστρια το κουβάρι του συναισθηματικού της κόσμου.

Η Ferrante προσπαθεί με την πιο παρατεταμένη και συμβολική σκηνή του έργου- η Όλγα κλειδώνεται στο διαμέρισμά της και προσπαθεί να βγει έξω- να αποδώσει σε όλη της την έκταση την ταραχή και τον εγκλωβισμό της ηρωίδας. Αν και η επιτάχυνση της αφήγησης δημιουργεί ένα πειστικό κλίμα, νομίζω πως η συγγραφέα στο σημείο αυτό χάνει τον έλεγχο και η όλη απόπειρα καταγραφής μια ψυχεδελικής εμπειρίας καταλήγει αποτυχημένη και υπερβολική, ενώ η βαρύτητα που επιλέγει να δώσει στη σκηνή αυτή κάνει το μυθιστόρημα να πλατειάζει επικίνδυνα με αποτέλεσμα να μετριάζεται η καλή εικόνα που είχε δημιουργηθεί στο μυαλό μου για το βιβλίο από τις πρώτες του σελίδες.