Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Γιατί το ωραίο δεν είναι παρά η απαρχή του τρομερού

Denn das Schöne ist nichts als des Schrecklichen Anfang, Rainier Maria Rilke

"Γιατί η ομορφιά αγαπητέ μου Φαίδρε, μόνο η ομορφιά είναι κάτι ορατό και άξιο σεβασμού συνάμα.Και μη ξεχνάς ποτέ πως είναι η μοναδική μορφή του πνευματικού που μπορούμε να τη νιώσουμε με τις αισθήσεις και με τις αισθήσεις τη δεχόμαστε"



Το ταξίδι του Γκουστάβου φον Άσσενμπαχ στη Βενετία (Θάνατος στη Βενετία, εκδ Ίνδικτος , μετφ Μαρία Κωνσταντινίδη) είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια αριστουργηματική νουβέλα, από μια μοναχική κάθοδο στον Άδη ή μια απλή επιβεβαίωση του ομηρικού ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἣ μὲν φύει ἣ δ᾽ ἀπολήγει. Είναι ένας διάλογος με την αισθητική φιλοσοφία και τα πλατωνικά διδάγματα περί έρωτος. Είναι ένα έργο βαθιά ρομαντικό και λυρικό, όπου η ζωή γονατίζει μπροστά στο ανυπέρβλητο κάλλος και καταλήγει σε θάνατο. Είναι μια κομψή αλλά ταυτόχρονα γεμάτη ένταση εξομολόγηση του Μανν για τις καταπιεσμένες παρορμήσεις του.Είναι ένας ύμνος του ωραίου ,το οποίο ο άνθρωπος αδυνατεί να θαυμάσει δίχως να καταστραφεί, ακριβώς όπως τα μάτια μας κλείνουν ενστικτωδώς στη θέα του απόλυτου φωτός.

Κινούμενος σαν μαριονέτα μιας θεϊκής βούλησης ο Άσσενμπαχ αναπάντεχα αποφασίζει για πρώτη φορά να διακόψει το συγγραφικό του έργο και να αναζητήσει ξεκούραση και νέα έμπνευση στην Ιταλία, όπως συνηθίζει η γερμανική αριστοκρατία. Τα δυο νεκροταφεία του Μονάχου,που συναντά στον περίπατό του, η μαύρη γόνδολα που θυμίζει νεκροφόρα και η κρίση δημιουργικότητας δεν αφήνουν αμφιβολία για τον τελικό προορισμό  του ταξιδιού του. Ο Άσσενμπαχ δεν θα εγκαταλείψει ποτέ τη Βενετία, ωστόσο θα έχει την ευκαιρία να βιώσει μια πολλαπλώς αφυπνιστική εμπειρία, την αναμέτρηση με την ιδεατή ομορφιά. Ο πειθαρχημένος και καταπιεσμένος μεγαλοαστός με την αλύγιστη ηθική συνείδηση δε θα καταφέρει να φανεί αντάξιος της αποκάλυψης πρόκειται να βιώσει, πράγμα που θα του στοιχίσει τη ζωή του.

Δε θα χρειαστούν παρά ελάχιστες μέρες στη Βενετία προκειμένου ο Άσσενμπαχ να παρατηρήσει τον άγγελο και δήμιο του. Ένας γαλήνιος, ξανθός έφηβος πολωνικής καταγωγής, ο Τάτζιο με την αγαλματένια κατατομή και το πράο αγγελικό πρόσωπο είναι το σύμβολο της απόλυτης, νεανικής- και συνεπώς άφθαρτης, ανολοκλήρωτης και υποσχετικής ακόμα- ομορφιάς, η ενσάρκωση του έρωτα, η συγκέντρωση όλων των αισθητικών προσδοκιών σε ένα μόνο σώμα. Φιγούρα εκθαμβωτική, σχεδόν μυθική, όπως προδίδει η σύγκριση του με μορφές όπως ο Υάκινθος και ο Νάρκισσος, ο Τάτζιο έρχεται να γκρεμίσει κάθε  βεβαιότητα του Άσσενμπαχ, να τον κάνει να χάσει τη ρότα του και να μείνει παντελώς ακυβέρνητος μεσούσης της κρισιμότερης περιόδου της ζωής του.

Ο Άσσενμπαχ αντιλαμβάνεται πως "το όριο αισθητικότητας και αισθησιασμού είναι ρευστό και οιονεί ασύνορο"(Ηρακλής Λογοθέτης) και δεν αργεί να υποταχθεί στην έλξη της ομορφιάς, να ερωτευτεί άνευ όρων και πέρα από κάθε λογική το αντικείμενο του θαυμασμού του. Το αγκαλιάζει με τη ματιά του σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, αντλεί έμπνευση από αυτό, γονατίζει στην πόρτα του δωματίου του για να ψελλίσει δακρυσμένος "σε αγαπάω". Ο Άσσενμπαχ μαγεύεται καθημερινά όλο και περισσότερο και δένεται σε ένα άρμα που θα τον σύρει μέχρι εξόντωσης. Γιατί μπορεί ο συγγραφέας να αποδέχεται την ομοφυλοφιλία του, να αφήνει στην άκρη την αστική ευπρέπεια προκειμένου για μια φορά να ερωτευτεί σε σημείο σπαραγμού, ωστόσο ποτέ δε θα καταφέρει να κοινωνήσει στον ερώμενο το πάθος του, πολύ περισσότερο να ικανοποιήσει τη φωτιά μέσα του. Δεν έχει τέτοιες εμπειρίες και τέτοιο σθένος.Ο Άσσενμπαχ δε θα καταφέρει να ανταλλάξει έστω και μια κουβέντα με αυτό το τέλειο πλάσμα, θα είναι απλός μάρτυρας του μεγαλείου του και ο μόνος που θα θρηνήσει όταν το απόλυτο σύμβολο ηττηθεί στην τελευταία σκηνή του βιβλίου από έναν συνομήλικό του για να ορθοποδήσει τελικά αυτός ο Απόλλωνας εξίσου εντυπωσιακός και φωτεινός.

Tο ωραίο σκλαβώνει, γοητεύει, γονατίζει, φοβίζει και σκοτώνει.Ο Άσσενμπαχ επωμίζεται όλο το βάρος της θνητότητας και του γήρατος μόνο όταν αντικρίζει το νεανικό σφρίγος του Τάτζιο. Είναι μέσα από τη δική του συγκριτική ασχήμια που συνειδητοποιεί πως οφείλει να παραμερίσει. Σε δυο σημεία της νουβέλας ο Άσσενμπαχ παρατηρεί με αρκετή ευφορία- εντελώς ασυμβίβαστη με τα αισθήματα του για τον νεαρό- πως ο Τάτζιο δε θα ζήσει πολλά χρόνια. Ανακούφιση και ικανοποίηση της ζήλιας του γηραιού συγγραφέα που μπορεί τουλάχιστον να ελπίζει πως η τελειότητα δε θα διαρκέσει πολύ και συνεπώς υπάγεται και αυτή , όπως ο ίδιος, στον κύκλο των φθαρτών πραγμάτων; Η μήπως δικαίωση της ιδεατής ομορφιάς; Ο χρόνος, οι κακουχίες, οι ασθένειες και οι ανησυχίες δεν πρόκειται να χαράξουν το πρόσωπο του Τάτζιο και τίποτα δε θα καταφέρει να μειώσει στο ελάχιστο την τελειότητα της μορφής του. Για να εκπληρώσει το ρόλο του συμβόλου ο Τάτζιο οφείλει να πεθάνει νέος, ώστε να αποσυνδέσει την ομορφιά από την πάροδο του χρόνου.



Αυτό που έρχεται να ισοπεδώσει εντελώς τον Άσσενμπαχ δεν είναι ίσως η προαίσθηση του επερχόμενου θανάτου ή η παραδοχή μιας καταπιεσμένης σεξουαλικότητας. Το γεγονός που κλονίζει τον καλλιτέχνη περισσότερο και από την ομορφιά αυτή καθαυτή είναι η απλότητα και η ευκολία με την οποία αυτή επιτυγχάνεται στην περίπτωση του Τάτζιο, του οποίου το χαμόγελο μέσα από τα ηλιόλουστα κατάξανθα μαλλιά είναι μια αισθητική εμπειρία δίχως προηγούμενο.Για έναν καλλιτέχνη, που πάντοτε ζούσε σαν "σφιγμένη γροθιά",όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Μανν, η παρουσία του ανόθευτου  κάλλους δίχως μόχθο, χρόνο και θυσίες έρχεται να καταστήσει σχεδόν μάταια την προσωπική πορεία προς τη σαγήνη του ωραίου. Δεν είναι τυχαίο πως ο Άσσενμπαχ εγκαταλείπει ουσιαστικά τη συγγραφή μετά τη γνωριμία με τον Τάτζιο: ό,τι αναζητούσε μανιωδώς, την επινόηση του κάλλους σε όλη του την έκταση, παρουσιάστηκε μπροστά του με τον πιο αφοπλιστικό τρόπο.Το μόνο που μένει στο συγγραφέα είναι να θαυμάσει το φαινόμενο αυτό παραιτούμενος από κάθε ελπίδα σωτηρίας (ο Άσσενμπαχ δε φεύγει από τη Βενετία παρά τις διαδόσεις για επιδημία χολέρας, προκειμένου να μην εγκαταλείψει τον Τάτζιο).

"Όποιος έχει δει το ωραίο με τα ίδια του τα μάτια είναι ήδη καταδικασμένος να πεθάνει", σχόλιο του Βισκόντι που μετέφερε με μεγάλη επιτυχία το βιβλίο στη μεγάλη οθόνη

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Η υπόσχεση της ειρήνης στους αιώνες της φρίκης

 Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από αφηγήσεις, έχουμε την τάση να τις διαμορφώνουμε και έπειτα να τις ακολουθούμε πιστά ως εργαλεία για να εξηγούμε τον κόσμο, να τον βάζουμε σε μια σειρά και να τον εκλογικεύουμε. Μια αφήγηση είναι η εφεύρεση του εαυτού μας, ο τρόπος δηλαδή που επιλέγουμε να αναδυθούμε μέσα από το πλήθος και να συστηθούμε σε αυτό. Αφηγήσεις κατασκευάζουμε και για τους φίλους, τους γνωστούς μας, την οικογένειά μας, συγκεντρώνουμε στοιχεία για αυτούς ώστε να τα χωρέσουμε μέσα στη μορφή τους και βάσει αυτών προβλέπουμε τη συμπεριφορά τους. Θεωρούμε συχνά πως  αφήγηση που επινοήσαμε για έναν άνθρωπο είναι τόσο πειστική ώστε να είναι αδύνατο να ξεφύγει αυτός από τη νομοτέλειά της, μας προκαλεί έκπληξη κάθε απόκλιση από το μοντέλο συμπεριφοράς που έχουμε εφεύρει. Κάθε τέτοια παρέκκλιση (παρεκτροπή) είναι ο θρίαμβος της πραγματικότητας έναντι των απλοϊκών σχημάτων στα οποία καταφεύγουμε για να την εμπεδώσουμε. Οι αφηγήσεις μας κρατάνε τον κόσμο σε μια φαινομενική τάξη μέχρις ότου ένα σκίρτημα πραγματικότητας να φέρει στο προσκήνιο τη συνθετότητα και την απροσδιοριστία.

Όμως δεν είμαστε μόνο τα μεμονωμένα άτομα που έχουμε ανάγκη τις αφηγήσεις, τις αφηγήσεις αξιοποιούν σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό οι κοινωνίες ως εργαλεία ενοποιητικά στο παρόν, ως οδοδείκτες στην ιστορική τους πορεία, ως φίλτρα επεξεργασίας του παρελθόντος.  Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος ας δούμε σε τι συνίσταται η αφήγηση της Δύσης. Θα ξεχώριζα δύο θεμελιώδη συστατικά στοιχεία:την πίστη στη συνεχή πρόοδο (σε πλήρη αντίθεση με πολλές αρχαιότερες κοινωνίες που έβλεπαν την ιστορία ως ένα θέατρο διαρκούς παρακμής μετά την εποχή του χρυσού γένους των ανθρώπων) και τη φλογισμένη υπεράσπιση της δυνατότητας, της ανάγκης και του δικαιώματος του ανθρώπου να χωροκατακτήσει τον κόσμο, να τον εξερευνήσει, να τον εκλογικεύσει και να τον ερμηνεύσει καθολικά, να τον μετρήσει και τελικά να κυριαρχήσει σε αυτόν.

Οι αφηγήσεις , ατομικές και συλλογικές, δε προσφέρουν την αλήθεια, προσφέρουν απάγκιο από τις θύελλες της ιστορίας και από τον τρόμο της ματαιότητας. Οι αφηγήσεις είναι το νόημα που κυνηγάει κάθε άνθρωπος και κοινωνία από τη στιγμή που ο πολιτισμός έκανε τα πρώτα του βήματα. Και ακριβώς επειδή αυτό το νόημα είναι υποκειμενικό, ο τρόπος που θελήσαμε να προσλάβουμε τον αχανή κόσμο, δεν μπορεί να είναι και οριστικό. Τα νοήματα που ζητήσαμε κάποια στιγμή παύει να πείθει, διαψεύδεται και ξεγυμνώνεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας. Και τότε όσες κοινωνίες είναι δεμένες στο άρμα του και δεν προφτάσουν να αρπάξουν ως σωσίβιο ένα άλλο νόημα, μέσω μιας νέας αφήγησης, καταρρέουν μαζί του.



" Ο Άνθρωπος δεν είναι απέναντι στον κόσμο, τον οποίο προσπαθεί να καταλάβει και πάνω στον οποίο δρά, παρά στο "εσωτερικό" αυτού του κόσμου, που αποτελεί μέρος του και δεν υπάρχει ριζικό ρήγμα ανάμεσα στο νόημα που πάει να βρεί ή να εισαγάγει στο σύμπαν και στο νόημα που πάει να βρεί ή να εισαγάγει στη δική του ύπαρξη."




Φλυάρησα πολύ , όμως το θεώρησα απαραίτητο πριν αναφερθώ τελικά στη δική μου ανάγνωση του "Πόλεμος και Πόλεμος". Ένας άντρας πουλάει όλη του την περιουσία και αποφασίζει να ταξιδέψει για πρώτη φορά έξω από το χωριό του, να φτάσει στη Νέα Υόρκη, να παραδώσει την αλήθεια του και έπειτα να πεθάνει. Ξεκινάει να μας αφηγείται την ιστορία του τρέμοντας από έναν ανεξήγητο σε εμάς τρόμο στη θέα μερικών πιτσιρίκων δίπλα σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Πιστεύει ότι θέλουν να τον μαχαιρώσουν. Όλα ξεκίνησαν για αυτόν σε μια στιγμή ακραίας διαύγειας, τη στιγμή ακριβώς που ψελλίζει " Δεν καταλαβαίνω τίποτα" και αμέσως τινάζει το χέρι του στον αυχένα για να βεβαιωθεί πως ο άτλαντας κρατάει ακόμα το κρανίο του προσδεδεμένο στη σπονδυλική του στήλη. Κοιτάζει γύρω του και στη θέση ενός δομημένου, μικρού, και ασφαλούς κόσμου αντικρίζει το χάος, άναρχο και απέραντο. Ο δομημένος κόσμος αποσυντίθεται μέσα σε όλο το παραμιλητό του Κορίμ, σε μια πρόζα που θα άρεσε αφάνταστα στον Ντοστογιέφσκι. Σε όλο το βιβλίο ο Κορίμ είναι μόνος του, ακόμα και όταν στην κουζίνα προσπαθεί να μιλήσει στη γυναίκα του σπιτονοικοκύρη του δε βλέπει παρά την πλάτη της όση ώρα πλένει τα πιάτα ή μαγειρεύει. Δε μιλάει αγγλικά οπότε κάθε δίοδος επικοινωνίας είναι κλειστή για εκείνο στην μητρόπολη.



"Αυτό που του συνέβη- είπε ο Κόριμ κουνώντας το κεφάλι και μην μπορώντας ακόμη να το πιστέψει- στην αρχή,ήταν δύσκολο να το συλλάβει και να το αποδεχτεί, γιατί, αφοί διαπίστωσε και συνειδητοποίησε την περιπλοκότητα των πραγμάτων, χρειάστηκε, υπακούοντας σε μια πρώτη και αστραπιαία παρόρμηση , να παραιτηθεί μια για πάντα από το "νοσηρό του όραμα του ιεραρχημένου κόσμου" και να κατεδαφίσει την "ψευδοπυραμίδα" να απελευθερωθεί από την αυταπάτη,ω, πόσο ισχυρή και καθησυχαστική, αλλά εντελώς παιδιάστικη, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος σχημάτιζε ένα αδιαίρετο όλον, ένα όλον συνεχές και σταθερό, διεπόμενο εκ των έσω από μια ομοιογενή δομή της οποίας τα στοιχεία ήταν αυστηρώς αλληλοεξαρτώμενα, δίνοντας έτσι στο σύνολο του συστήματος μια κατεύθυνση, μια εξέλιξη μια πρόοδο, μια σαφώς καθορισμένη ταχύτητα, δηλαδή ένα όμορφο, απολύτως ορθολογικό περιεχόμενο... παρατηρώντας την εξαιρετική περιπλοκότητα των πραγμάτων, ότι ο κόσμος δεν υπάρχει, όμως όλη η ανθρώπινη σκέψη που αναφέρεται σε αυτόν είναι απολύτως υπαρκτή και ότι μόνο μ' αυτό τον τρόπο υφίσταται ο κόσμος, δηλαδή δτις χιλιάδες παραλλαγές του: στις χιλιάδες προβολές του ανθρώπινου πνεύματος που τον περιγράφει" (η μετάφραση της Ιώαννας Αβραμίδου είναι πραγματικά αριστουργηματική)

Ο Κόριμ βιώνει την κατάρρευση της καθησυχαστικής ψευδαίσθησης πως πίσω από τα πράγματα υπάρχει μια τάξη, ένα σχέδιο που θα διαρκέσει για πάντα. Είναι η ίδια κατάρρευση που περιγράφει ο Έριοχ Φρομ σε ένα μαγικό κεφάλαιο του "Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία", η τρομακτική έξοδος από ένα κόσμο όπου τα πάντα ήταν προκαθορισμένα και ασφαλή σε έναν ωκεανό ελευθερίας όπου τίποτα δεν ήταν εξασφαλισμένο. Ή η έξοδος της ανθρωπότητας από μια γυάλα με υποσχέσεις απόλυτης κυριαρχίας και αδιάκοπης προόδου.



Στην αρχή του παραληρήματος και του ταξιδιού του Κορίμ βρίσκεται ένα μυστηριώδες χειρόγραφο που ανακάλυψε τυχαία στα αρχεία της μικρής του πόλης. Το περιεχόμενο του χειρογράφου αυτού θέλει να κοινωνήσει στην ανθρωπότητα μέσω του νεοπαγούς τότε διαδικτύου. Τι λέει όμως αυτό το χειρόγραφο μέσα στην κρυπτική του πρόζα που θυμίζει πολλές φορές γνωστικό ευαγγέλιο; Αυτό είναι το δεύτερο μεγάλο διακύβευμα του βιβλίου, καθώς το περιεχόμενο του χειρογράφου είναι αυτό που τραβάει βίαια το ωραιοποιητικό πέπλο που κάλυπτε τον κόσμο.

Το χειρόγραφο ακολουθεί τις περιπλανήσεις τεσσάρων μυστηριωδών φιγούρων με άγνωστα κίνητρα. Χωρίς η ταυτότητά τους να ξεκαθαρίζεται ποτέ, οι μορφές αυτές μοιάζουν υπερφυσικές, πλάνητες στο χώρο και στο χρόνο, κάτι σαν τους ιππότες της αποκάλυψης που έρχονται όμως όχι για να τιμωρήσουν αλλά για να παρατηρήσουν. Από τη μινωική Κρήτη, το χτίσιμο του Καθεδρικού της Κολωνίας (επιλογή εξαιρετικά συμβολική, οι καθεδρικοί είναι το κατεξοχήν κτίσμα της Δύση),στο ρωμαϊκό αδριάνειο τείχος, τη Βενετία, στην αναμονή της αρμάδας του Κολόμβου στο ακρωτήρι του Γιβραλτάρ και τέλος στην αρχαία Ρώμη, τον καιρό που οι "λεοπαρδάλεις εισβάλλουν στο ναό και πίνουν από τα θυσιαστήρια σκεύη". Σε κάθε τους σταθμό συζητούν, εξετάζουν και σιγά σιγά αποχωρούν, συνήθως λίγο πιο εξασθενημένοι κάθε φορά. Πάντα στο τέλος εμφανίζεται ένα πέμπτο πρόσωπο το άκουσμα του ονόματος του οποίου κάνει τους ανθρώπους να μιλούν χαμηλόφωνα και τρέπει τους τέσσερεις πρωταγωνιστές του χειρογράφου σε μια ανήσυχη φυγή.

Τι να σημαίνει άραγε όλη αυτή η ατέλειωτη περιπλάνηση; Στα δικά μου μάτια  ο Κρασναχόρκαι στήνει μια τρομερά γοητευτική αλληγορία με εσχατολογική χροιά για να μας μιλήσει για την ιστορία της δύσης από την αρχαιότητα ως σήμερα, τους αιώνες που η πρόοδος βάδιζε- και βαδίζει- χέρι χέρι με την ατέλειωτη μεγάλη σφαγή , για την μεγάλη υπόσχεση της ειρήνης στους αιώνες τη φρίκης. την υπόσχεση που έπειθε την ανθρωπότητα να κάνει και το επόμενο βήμα της κρατώντας το βλέμμα ψηλά χωρίς να κοιτάζει τι άφηνε πίσω της. Στις παρυφές του Αδριάνειο τείχους που φτιάχτηκε για να κρατήσει έξω τους βαρβάρους οι άνθρωποι ονειρεύονται την ειρήνη θα αφήσει πίσω του μόνο ερείπια μετά τις επιδρομές, ο νέος δρόμος που βρίσκει ο Κολόμβος υπόσχεται πλούτη και μια ανάπαυση και όμως οι γενοκτονίες των ιθαγενών απέχουν μόλις λίγς δεκαετίες όπως και ο νέες αυτοκρατορικές διαμάχες για το μοίρασμα του κόσμου. Η Ρώμη θα στέκει πάντα να μας θυμίζει τον κύκλο των πολιτισμών, τη δόξα και τη φαινομενικά ακατάβλητη δύναμη που σαρώθηκε και αυτή από τις σκόνες του χρόνου. Το Κολοσσαίο θα στέκει πάντα ως σύμβολο διπλό: του μεγαλείου της Ρώμης και ταυτόχρονα της παρακμής της , καθώς παρατηρούμε τις πέτρες που αφαιρέθηκαν από φτωχούς ανθρώπους για να φτιάξουν τα σπίτια τους και τους ναούς των νέων θεών. Η υπόσχεση της ειρήνης δεν τηρήθηκε ποτέ, στη θέση της η ανθρωπότητα έλαβε πόλεμο και πόλεμο 



Το "Πόλεμος και Πόλεμος" είναι ένα βιβλίο που με συγκλόνισε, ένα βιβλίο που απόλαυσα διαβάζοντας αργά ρουφώντας την περίτεχνη πρόζα του, σταματώντας την ανάγνωση για να σκεφτώ τι διαβάζω. Θεωρώ πως είναι ένα από τα καλύτερα λογοτεχνικά έργα που έχω διαβάσει η δύναμη του οποίου το τοποθετεί στο πάνθεο της λογοτεχνίας. Είναι ένα μυθιστόρημα που αποκαλύπτει το μοντέρνο κόσμο όχι ως ένα παστις ή ως μια χοάνη ποπ αναφορών, αλλά ως ένα σκοτεινό και τρομακτικό αίνιγμα που μόλις το αντικρίσεις θα πετρώσεις λες και κοίταξες κατάματα την μυθολογική μέδουσα. Είναι  τέλος ένα πολύ εύστοχο και συγκινητικό σχόλιο στη μεγάλη ανθρώπινη περιπέτεια μέσα στους αιώνες τη φρίκης στην αναζήτηση της πάντοτε ματαιωμένης ειρήνης.

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Πόλεμος και Πόλεμος ή Πώς έμαθα να μην ανησυχώ και να αγαπάω το μεταμοντέρνο

Το κοίταζα και με κοίταζε, πρώτα στα βιβλιοπωλεία, έπειτα στη βιβλιοθήκη μου , έπειτα τις τελευταίες μέρες στο γραφείο μου. Δύσκολο και μεγαλόπνοο κείμενο, διθυραμβικές κριτικές από τις οποίες ξεγλίστρησα αρπάζοντας μόνο μια θαμπή εικόνα ενός λογοτεχνικού κόσμου ερμητικού, παραληρηματικού που μέσα στην υποκειμενικότητα και την απροσδιοριστία του φιλοδοξούσε να μιλήσει σχεδόν για τα πάντα, όπως αρμόζει σε ένα έργο που χαρακτηρίστηκε κλασικό από τη στιγμή της έκδοσής του στην αλλοδαπή. Και μια μέρα αποφάσισα να το τολμήσω και έτσι βυθίστηκα στον ωκεανό μιας ανάγνωσης σχεδόν μαγικής. Ο λόγος για το "Πόλεμος και Πόλεμος " του Laszlo Krasznahorkai (εκδ. Πόλις, μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου).

Με τη μεταμοντέρνα αφήγηση δεν τα πάω πολύ καλά. Καταρχήν όπως έχει επισημανθεί, δε νοείται μετα-μοντέρνο αφού ο μοντερνισμός δηλώνει από μόνος του ένα όριο και ούτως ή άλλως εμπεριέχει ρεύματα που όντως ώθησαν τους εκφραστικούς τρόπους στα άκρα, έως την πλήρη αποδόμηση (πχ Ντάντα και σουρεαλιστές). Κατά δεύτερον πολλές φορές έργα που φέρουν την ετικέτα του μεταμοντέρνου είναι τόσο δυσπρόσιτα και σολιψιστικά που είναι αδύνατον να κυκλώσεις την ουσία τους. Απαντάνε βεβαίως - ορθώς -οι δημιουργοί αυτοί πως αφού η ίδια η ζωή δεν είναι μια ευθύγραμμη διαδρομή, με ξεκάθαρη πλοκή και διαυγές νόημα, για ποιο λόγο ζητάτε κάτι τέτοιο από την τέχνη;

Το "Πόλεμος και Πόλεμος" είναι το βιβλίο που ήρθε να ανατρέψει όλες τις αντιρρήσεις μου, να στογγυλέψει τις απόψεις μου και να με κάνει αφενός να καταλάβω πιο είναι το σοβαρό (μετα)μοντέρνο διακύβευμα -ή αλλιώς ποιο είναι το μοντέρνο αίτημα στην εποχή μας- και αφετέρου να γίνω πολύ πιο δεκτικός σε τέτοια αναγνώσματα. Για να πούμε όλη την αλήθεια, το βιβλίο αυτό έφτασε στα χέρια μου σε μια πολύ καλή συγκυρία, μετά από τη γνωριμία με δύο ανθρώπους που δηλώνουν λάτρεις της μοντέρνας αφήγησης. Και ενώ ο ένας είχε διαβάσει και χωνέψει όλο τον κορμό της μεταπολεμικής λογοτεχνίας, δείχνοντας μου το περιεχόμενο όσων ονομάζουμε μεταμοντέρνο και τη διαδρομή που οδήγησε σε αυτό, δεν κατάφερνε να με πείσει γιατί "δεν έχουμε πλέον χώρο στη λογοτεχνία για απλοικά πράγματα, είμαστε σε μια φάση που αναζητούμε κάτι καινούριο, για αυτό και ανακατεύομαι τα υλικά, παστίς, σύζευξη όλως ετερόκλητων πολιτιστικών αναφορών, ημιτελείς αφηγήσεις, απουσία κέντρου και νοήματος, παντελώς αναξιόπιστος αφηγητής, δαιδαλώδης δομή, τα ανακατέβουμε όλα στη χοάνη, ελπίζοντας να βρούμε το συνδυασμό γλυκού και αλμυρού που θα γεννήσει κάτι καινούριο". Αυτή ήταν η ουσία των λεγομένων, όμως δεν κατάφερνα και πάλι να καταλάβω γιατί τέλος πάντων πρέπει ντε και καλά να μπερδέψουμε το γλυκό και το αλμυρό, γιατί είναι δεδομένο πως οι παλιές απλούστερες συνταγές δεν μας αρκούν πλέον για να αφηγηθούμε τον κόσμο μας, έστω και αν αναγνωρίζουμε την ομορφιά τους- έτερον εκάτερον ;

Η απάντηση ήρθε αφού είχε μεσολαβήσει αρκετός χρόνος για να αφομοιώσω- πιστεύω- όσα με πίστη και υπομονή μου έλεγε ο αγαπημένος αυτός φίλος και παθιασμένος βιβλιόφιλος. Και η απάντηση ήρθε όπως αρμόζει σε μια ιστορία που κινείται γύρω από το μοντέρνο. Εντελώς απροσδόκητα, σε ένα πολύμηνο ταξίδι σχεδόν δυόμισι χιλιάδων χιλιομέτρων από το σπίτι, γνωρίζοντας έναν νομάδα Αμερικάνο με τον οποίο διασταυρωθήκαμε πολλές φορές στην μακρά μας περιπλάνηση. Ένας απίθανος τύπος που μπορούσε να σου εξηγήσει με θέρμη γιατί κάποια βιντεοπαιχνίδια είναι ισότιμα με μια παρτίδα σκάκι, να τρελαίνεται με ένα βίντεο κλιπ των Tame Impala λίγο πριν κοκκινίσει από την ένταση περιγράφοντάς σου το μεγαλείο του Lateralus  για να καλμάρει τελικά ακούγοντας  τα Goldberg Variations του Bach- αυστηρά  Glen Gould 1981-, κι έπειτα πίνοντας το φτηνότερο δυνατό αλκοολούχο σε ακτίνα βολής να επανακάμψει  ιστορώντας την αποτυχία του να διαβάσει ένα βιβλίο σε γλώσσα που δεν ήξερε επειδή δεν το βρήκε μεταφρασμένο στα αγγλικά , το θαυμασμό του για τον Μάρκες και το Dune.  Η διασταύρωση μου λοιπόν με αυτόν το καλό -πλέον- φίλο ήταν ο καταλύτης για να εφεύρω μια θελκτική πρόσληψη του μοντέρνου.

Γιατί μπορεί το μοντέρνο να μην γεννήθηκε στις ΗΠΑ, αλλά πουθενά δεν υπάρχει καλύτερο κλίμα για το μοντέρνο από τις ΗΠΑ, απόδειξη η Πίντσον, Γουάλας, Ντε Λίλο, Ουίλιαμ Γκάντις. Τι (θα έλεγα πως μας) λέει ο μοντερνισμός σήμερα; Ξεχάστε όσα ξέρετε, ξεχάστε τις ενοποιητικές αφηγήσεις, αφήστε πίσω ό,τι προσποιήθηκε πως έβαλε σε τάξη τον κόσμο, ό,τι ματαιοπονεί πως θα καταφέρει να τον εκλογικεύσει και να τον ταξινομήσει- η μεγάλη φενάκη της Δύσης-, αντικρίστε τον κόσμο με γυμνά μάτια και δείτε, δείτε, το χάος που βασιλεύει, την απόλυτη μηδενιστική αταξία, δείτε τα αμέτρητα υλικά που είναι απλωμένα μέχρι τον ορίζοντα- κάθε τεχνολογική, ιδεολογική, εκφραστική, πολιτιστική επινόηση στην ιστορία- πάρτε τα και ριξτε τα στο καζάνι. Όχι για να εξάγεις ένα νέο νοήμα πέφτοντας στον φαύλο κύκλο, αλλά για να δούμε που μπορεί να μας βγάλει αυτό διασκεδάζοντας όσο γίνεται στην πορεία. Που λοιπόν θα βρει περισσότερα πρόθυμα αυτιά η κραυγή αυτή από την χώρα του απόλυτου Global reach, που αν θέλεις σου δίνει τη δυνατότητα στις μεγάλες πόλεις να βρει κάθε έθνικ κουζίνα, μετανάστες από όλη την υφήλιο και κάθε ντοπιολαλιά , μια παρούσα πολυπλοκότητα που ρέει υπόγεια κάτω από την καταγγελόμενη ομογενοποίηση, διαφημίσεις που θεωρούνται τέχνη και τέχνη που επιστρατεύεται ως διαφήμιση, μια γιγάντια κινηματογραφική και τηλεοπτική βιομηχανία, ένα κράτος που θεωρεί αστυνομική του δικαιοδοσία κάθε πολιτική και στρατιωτική εξέλιξη στον πλανήτη, τη χώρα που το ίντερνετ θέριεψε πρώτο ανοίγοντας τον δρόμο στο αχανές, μεγαλώνοντας επάπειρον τη χοάνη που όλα θα αλεστούν. Όταν όλος η πολυπλοκότητα και η έλλειψη κέντρου του κόσμου αυτού εμφανίζονται μπροστά σου σαν θεός Βισνού  στην πλήρη πολεμική του μορφή, αποκαλύπτοντας κυνικά το ατελείωτο χάος του, τον κατακερματισμό και το τέλος τη κοινής εμπειρίας, το ασήκωτο βάρος της ιστορίας, τότε η λογοτεχνία είναι αδύνατον να μείνει κουρδισμένη, δομημένη, βέβαιη για τον εαυτό της.

Ο Κόριμ του Πόλεμος και Πόλεμος είναι ένας άνθρωπος  απομονωμένος περισσότερο και από εμάς, ασφαλής στη βαρετή δουλειά του ως αρχειοφύλακας και την αδιάφορη πόλη 200 χιλιόμετρα από τη Βουδαπέστη όπου ζει. Ο κόσμος μας δεν είναι ούτε κατά διάνοια τόσο τρομακτικός όσο άφησα να εννοηθεί με περίσσιο λυρισμό παραπάνω. Φαινομενικά είναι μάλιστα αρκετά ήσυχος καθώς περπατάς με το βλέμμα να μετράει τα βήματά σου. Αν όμως το καλοσκεφτείς η συνθετότητα και η απροσδιοριστία του είναι ένα γεγονός, ένα γεγονός που άπαξ και το σκεφτείς μπορεί να σε συντρίψει. Νομίζω πως αυτό ακριβώς παθαίνει ο Κόριμ: η κουρτίνα της τάξης και της ασφάλειας πέφτει αφήνοντας την πραγματικότητα να φανερωθεί ως ανήμερο θηρίο . Και τότε κραυγάζει απεπλπισμένος "Δεν καταλαβαίνω τίποτα", τότε συνειδητοποιεί πως ο σπόνδυλος που συγκρατεί το κεφάλι στη θέση του είναι τόσο λεπτός που διόλου απίθανο να πέσει. Θα πάει λοιπόν στη Νέα Ρώμη, τη Νέα Υόρκη, να προσθέσει το λιθαράκι του στο χάος και μετά να πεθάνει.Έτσι λέει.

Έπεται η συνέχεια..

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

Να μαστε και πάλι..

 Πάνε δυόμισι χρόνια σχεδόν από τότε που δημοσίευσα οτιδήποτε στο blog. Πριν το εγκαταλείψω , είχε λειτουργήσει για όλο και όλο δεκαπέντε μήνες, πράγμα που σημαίνει πως έμεινε ανενεργό για μεγαλύτερο διάστημα από όσο λειτούργησε. Οι δεκαπέντε αυτοί μήνες ήταν σημαντικοί στη πραγματική μου ζωή, ένας πολύ έντονος, αξέχαστος κύκλος που ένιωσα να ολοκληρώνεται κοντά στο χρονικό σημείο που έπαυσα να γράφω εδώ. Ήταν δεκαπέντε μήνες που για εμένα σήμαιναν την απόλυτη αθωότητα, έναν φρενήρη ενθουσιασμό, μια ακλόνητη πίστη πως όλα είναι δυνατά, βλέποντς στις αναρτήσεις τα βιβλία που διάβαζα τότε και όσα σκεφτόμουν για αυτά, είναι σαν να ανακαλώ το διάστημα εκείνο.. Όταν αυτός ο πυρετός υποχώρησε διαπιστώνω μόλις τώρα πως άφησα και το blog στην τύχη του. Στο μεταξύ όμως δεν άφησα στην τύχη τους και τα πράγματα που αγαπώ, ούτε έπαυσα φυσικά να διαβάζω σιωπηλά τα δικά σας ιστολόγια, κάθε βδομάδα, ανάρτηση την ανάρτηση.

 Είναι λίγος καιρός που κάτι μέσα μου με έτρωγε να επιστρέψω, δεν ξέρω γιατί ακριβώς, μπορώ να σκεφτώ διάφορους λόγους, όμως δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Σε αυτά τα δύο και κάτι χρόνια δεν είχα συνδεθεί ούτε μια φορά στον blogger, μου πήρε σχεδόν μια ώρα, μισή νοτυζίνα αποτυχημένες απόπειρες ανάκτησης και τέλος κάμποση προσπάθεια ανάσυρσης του κωδικού από τα βάθη της μνήμης για να αποκτήσω ξανά πρόσβαση. Και μόλις συνδέθηκα ένιωσα αμέσως πόσο μεγάλο και πυκνό διάστημα μπορούν να είναι τα δύο χρόνια.

Να μαστε εδώ και πάλι λοιπόν, φίλοι μου. Να μιλάμε ο καθένας από το παράθυρό του για τα βιβλία μας, τις ταινίες, τις μουσικές  μας και αν χρειαστεί τους ανθρώπους και τις στιγμές μας -αυτά δηλαδή που πάντα βαραίνουν περισσότερο. 

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Σάμπατο-Λογοτεχνία και Πραγματικότητα

"Οι παρεξηγήσεις ,λοιπόν,προέρχονται από το γεγονός ότι υποτίθεται πως η τέχνη τελικά έχει για αποστολή της ν΄αντιγράφει την πραγματικότητα...Όμως η λογοτεχνία δεν έχει αποστολή φωτογραφικής μηχανής.Θα πρέπει να είναι κανείς πολύ αφελής για να θέλει να πληροφορηθεί για τη γεωργία της Γαλλίας, στο τέλος του περασμένου αιώνα, κοιτάζοντας τους πίνακες του Βαν Γκογκ.Είναι φανερό πως η τέχνη είναι μια οντοφάνεια,μα αποκάλυψη της πραγματικότητας, αλλά όλης της πραγματικότητας:όχι μόνος εξωτερικά αλλά και εσωτερικά, όχι μόνο του λογικού αλλά και του παράλογου.Γιατί αν η τέχνη διαποτίζεται έντονα από την αντικειμενική πραγματικότητα, αυτό συμβαίνει μέσω μιας πολύ λεπτής, σύνθετης σχέσης, όπως στα όνειρα.Τελικά κάθε τέχνη είναι ατομική γιατί αποτελεί το όραμα του κόσμου μέσω ενός μοναδικού πνεύματος.Κι αυτή είναι η πυσιώδης διαφορά μεταξύ τέχνης και επιστημονικής γνώσης.Στην τέχνη αυτό που έχει αξία είναι ακριβώς ετούτο το προσωπικό και μοναδικό σχήμα, αυτή η συγκεκριμένη έκφραση της πραγματικότητας.Για αυτό υπάρχει ύφος στην τέχνη και δεν υπάρχει στην επιστήμη."

Το κείμενο αυτό του Σάμπατο, που υπήρξε σημαντικότατος δοκιμιογράφος εκτός από σπουδαίος λογοτέχνης, γράφτηκε με αφορμή την έβδομη διεθνή συνάντηση συγγραφέων στο Κεμπέκ τον Οκτώβριο του 1978.Το παραπάνω απόσπασμα σε μετάφραση Φίλιππου Δρακονταείδη προλογίζει την ελληνική έκδοση του "Τούνελ".Είναι φανερό πως ο Σάμπατο μέσα σε ελάχιστες, πυκνές προτάσεις συνοψίζει μεγάλο μέρος της αντίληψης των λατινοαμερικάνων ,και όχι μόνο,λογοτεχνών για την τέχνη τους.Οι γραμμές αυτές βρίσκονται πίσω από κάθε σελίδα του Μπόρχες, του Κορτάσαρ, του Κάσαρες, του Μάρκες.


Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Ένα μεγάλο παράπονο από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Αύριο, 1η Νοεμβρίου , ξεκινάει το κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, τολμώ να πω  ο σπουδαιότερος πολιτιστικός θεσμός της πόλης. Τα γνωστά στέκια γεμίζουν , οι περισσότερες αίθουσες είναι κατάμεστες -ακόμα και οι μη σινεφίλ θα κάνουν ένα πέρασμα για να έχουν μια κινηματογραφική εμπειρία διαφορετική από αυτήν που προσφέρουν τα multiplex σινεμά-, κόσμος κυκλοφορεί με το πρόγραμμα προβολών ανά χείρας, έξω από το ιστορικό Ολύμπιον οι θεατές συζητούν την ταινία που μόλις είδαν, ενώ παραδίπλα, στα εκδοτήρια, επικρατεί συνωστισμός για ένα τελευταίο εισιτήριο κάποιου πολυαναμενόμενου φιλμ.Με δυο λόγια η πόλη ζει, έστω και για δέκα μέρες, βγαίνει από την κατάπτωση που τη χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο διάστημα του έτους.

Αν κάποιοι περιμένουν εναγωνίως κάθε χρόνο το φεστιβάλ, αυτοί είναι οι σινεφίλ που αφιερώνουν ολόκληρη τη μέρα σε αυτό, παρακολουθώντας δυο, τρεις ή και περισσότερες ταινίες- οι κλινικές περιπτώσεις- την ημέρα. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι ιδιαίτερα δαπανηρό.Πέρυσι μια κάρτα, η οποία επέτρεπε την είσοδο σε τρεις προβολές ανά ημέρα, του φεστιβάλ κόστιζε 80 ευρώ (50 για φοιτητές).Θα περίμενε κανείς πως με δεδομένη την φρικτή οικονομική κατάσταση οι ιθύνοντες θα φρόντιζαν ώστε να ελαφρύνουν κάπως όσους επιθυμούσαν να παρακολουθήσουν από κοντά τη γιορτή αυτή και ασφαλώς να προσεγγίσουν νέο κοινό- κακά τα ψέματα οι φοιτητές είναι αυτοί που μπορούν ευκολότερα να βυθιστούν σε ένα αμιγώς κινηματογραφικό δεκαήμερο. Και όμως το κόστος όχι μόνο δε μειώθηκε, αλλά ούτε καν διατηρήθηκε στα ίδια επίπεδα! Συγκεκριμένα η κάρτα πλέον κοστίζει 35 ευρώ (25 για όσους δικαιούνται έκπτωση), αλλά δεν προσφέρουν στον κάτοχο τους κανένα εισιτήριο για ταινία, παρά μόνο την προνομιακή τιμή εισόδου των 2 ευρώ (κανονικό εισιτήριο χωρίς κάρτα 5 ευρώ). Αυτό σημαίνει πως για να δει κάποιος 30 ταινίες θα χρειαστεί 35+60= 95 ευρώ αντί των 80 που χρειάστηκε πέρυσι, ενώ ένας φοιτητής θα χρειαστεί 25 +60= 85 ευρώ αντί για τα περυσινά 50 ευρώ (η διαφορά χαώδης).Φυσικά πρόνοια δεν υπήρξε ούτε για τη μείωση του κανονικού εισιτηρίου.. 

Είναι τραγική η διαπίστωση πως ο πολιτισμός αρχίζει να περιχαρακώνεται, να αποκλείει την πλατιά μάζα αυτών που δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες. Ο πολιτισμός δεν είναι προνόμιο, πρέπει να προσφέρεται με τους καλύτερους όρους ,ειδικά στους ασθενέστερους.Με ποιον ακριβώς τρόπο συμβάλλει η αλλαγή αυτή στην ενθάρρυνση του νέου κοινού να προτιμήσει τις αίθουσες του φεστιβάλ και να έρθει σε επαφή με τις κινηματογραφικές τάσεις; Πώς θα προσελκύσει το χειμαζόμενο κοινό της πόλης ένα πολιτιστικό γεγονός  η παρακολούθηση του οποίου στοιχίζει τον 1/6 του βασικού μισθού;( γιατί όταν κανείς παρακολουθεί 5-6 ταινίες δε γίνεται κομμάτι του φεστιβάλ, δε συμμετέχει ουσιαστικά σε αυτό ούτε καταφέρνει να αποκτήσει πλήρη εικόνα).Κουλτούρα για τους λίγους.Ντροπή και κρίμα.


Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

"Αλεξάνδρεια, πριγκίπισσα και πόρνη"

Είναι πραγματικά δύσκολο να μιλήσεις για το "Αλεξανδρινό Κουαρτέτο"(εκδ.Μεταίχμιο, μετάφραση Μαριάνα Παπουστοπούλου- χαρά στο κουράγιο της-) του Λόρενς Ντάρελ χωρίς να απογοητευτείς από την αδυναμία σου να παρουσιάσεις την μοναδική αναγνωστική εμπειρία που σου προσέφερε. Ακόμα και αυτήν την στιγμή δεν έχω κατασταλάξει σχετικά με το αν λάτρεψα αυτό το βιβλίο ή αν λύγισα  κάτω από το βάρος του, αποτυγχάνοντας τελικά να το απολαύσω όπως έπρεπε. Το σίγουρο είναι ότι ,ακόμα κι αν κανείς το απορρίψει, δε μπορεί παρά να μείνει έκθαμβος μπροστά σε αυτό το δαιδαλώδες, πρωτοποριακό  και βαθύ σαν άβυσσο λυρικό έπος του Ντάρελ.

Και  ο Ντάρελ είναι ο άνθρωπος που έζησε με τέτοιο τρόπο που του επέτρεψε να συνθέσει το Κουαρτέτο. Τυχοδιώκτης που ουσιαστικά απαρνήθηκε την πατρίδα του  ο Ντάρελ περιπλανήθηκε σε όλη τη Μεσόγειο, στα ελληνικά νησιά, στην Κύπρο, στην Αίγυπτο, αργότερα στην Γαλλία και πιο μακρυά ,στην Αργεντινή, ζώντας μια κυριολεκτικά μυθιστορηματική ζωή με θυελλώδεις έρωτες, πολλούς γάμους, σκοτεινές οικογενειακές ιστορίες- κάποιο μιλούν για αιμομικτικό σκάνδαλο- και περιόδους έντονης ενδοσκόπησης. Σχεδόν όλο του το έργο, χάρη στο οποίο κατατάσσεται στις μεγαλύτερες λογοτεχνικές μορφές του περασμένου αιώνα, είναι μια στοχαστική και ενδελεχής ανάγνωση της προσωπικής του ιστορίας.Τα τέσσερα μυθιστορήματα του Κουαρτέτου είναι το σπουδαιότερο έργο του Ντάρελ, που απέδειξε πως μια τέτοια καταιγίδα μπορεί να δημιουργηθεί μόνο από όσους κρύβουν μέσα τους ένα πραγματικό χάος.

"Αυτό που πιότερο χρειάζομαι να κάνω είναι να καταγράφω εμπειρίες, όχι με τη σειρά που έγιναν τα πράγματα- γιατί αυτό είναι ιστορία-, αλλά με τη σειρά που άρχισαν να παίρνουν τη σημασία τους για μένα"

Η ανάγνωση του Κουαρτέτου δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Προχωράει με αργούς ρυθμούς, καθώς κάθε λέξη είναι λεπτοδουλεμένη ώστε να συμπληρώνει το τεράστιο λυρικό μωσαϊκό, βυθίζοντας τον αναγνώστη στην γοητευτική του ατμόσφαιρα, την γεμάτη μυστικισμό Αλεξάνδρεια του μεσοπολέμου, την προσωπική ζωή μιας σειράς προσώπων με διασταυρούμενες ερωτικές επιθυμίες. Ο Ντάρελ υιοθέτησε ένα σχεδόν παραληρηματικό, αυστηρά προσωπικό και γεμάτο συναισθηματισμό ύφος , ενώ ταυτόχρονα επέλεξε μια ιδιαίτερα σύνθετη δομή για την τετραλογία του.Το κουαρτέτο είναι μια συρταρωτή αφήγηση, όπου ο συγγραφέας επαναφέρει τον αναγνώστη περισσότερες φορές στα ίδια γεγονότα , ώστε να σχηματιστεί τελικά μια παράσταση της πραγματικότητας, χωρίς όμως να τηρείται χρονολογική σειρά- η επιστροφή στο παρελθόν γίνεται άτακτα και απροειδοποίητα- και χωρίς κάποια από τις πολλές φωνές που παίρνουν το λόγο να μπορεί να υποστηρίξει πως κατέχει αυτοτελώς ολόκληρη την αλήθεια.

"Τα μακρινά γεγονότα, παραλλαγμένα από την ανάμνηση, κερδίζουν μια καπνισμένη λάμψη επειδή τα βλέπουμε απομονωμένα, διαχωρισμένα από τις λεπτομέρειες που προηγήθηκαν ή τα ακολούθησαν, τις κλωστές και τα περιτυλίγματα του χρόνου.Το ίδιο παθαίνουν και τα πρόσωπα που τα υποδύθηκαν·κι αυτά υφίστανται αλλοιώσεις·βυθίζονται αργά, όλο και βαθύτερα στον ωκεανό της μνήμης, σαν τα σώματα των πνιγμένων που βαραίνουν βρίσκοντας σε κάθε επίπεδο μια άλλη εκτίμηση, μια νέα αξιολόγηση μέσα στην ανθρώπινη καρδιά"

 Έτσι στο πρώτο και στο τελευταίο βιβλίο, την "Τζαστίν" και την "Κλέα", αφηγητής είναι ο συγγραφέας Ντάρλι, που φαίνεται να λειτουργεί ως περσόνα του Ντάρελ και προσπαθεί να ανασυνθέσει το παρελθόν του στην αγαπημένη Αλεξάνδρεια και να επεξεργαστεί  το πλέγμα των σχέσεων που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στους ανθρώπους του κύκλου του. Η αφήγησή του είναι η πιο λυρική, ακόμα και όταν εμφανίζεται σαφώς ωριμότερος στο τέταρο βιβλίο, καθώς παλεύει με μνήμες και φαντάσματα μιας ζωής που έχει παρέλθει οριστικά. Στον "Μπαλτάζαρ" συχνά τα ηνία της αφήγησης αναλαμβάνει ο ομώνυμος ήρωας, ο οποίος έχοντας διαβάσει το έργο του Ντάρλι του στέλνει διάφορες σημειώσεις που εν πολλοίς ανατρέπουν την εικόνα που είχε σχηματίσει ο τελευταίος στο μυαλό του για τα πράγματα. Στο τρίτο βιβλίο,τον "Μαουντόλιβ", κατά τη γνώμη μου το πιο αδιάφορο του Κουαρτέτου, ο Ντάρελ κάνει μια παραχώρηση υπέρ του κλασικού ρεαλιστικού μυθιστορήματος και του τριτοπρόσωπου παντογνώστη αφηγητή, ώστε να επισκοπήσει την κατάσταση υπό ένα ευρύτερο πρίσμα. Πέρα από τους αφηγητές, στις σελίδες του Κουαρτέτου εντάσσονται και άλλα βιβλία: αυτό του Αρναούτη, πρώην συζύγου της Τζαστίν που όπως και ο Ντάρλι προσπαθεί να ψυχολογήσει τη σύντροφό του και να αναπλάσει νοερά το παρελθόν του, αλλά και οι σημειώσεις ενός κυνικού αυτόχειρα συγγραφέα, του Περσγουόρντεν, που δίνει άλλη διάσταση στα πάθη των χαρακτήρων. Και φυσικά αμέτρητες είναι οι αναφορές σε άλλα έργα και ιδιαίτερα στα ποιήματα του Καβάφη...

Το "Αλεξανδρινό Κουαρτέτο" δε συμπυκνώνεται, δεν είναι δυνατό να το αναδιηγηθείς περιληπτικά και θα ήμουν εξαιρετικά δύσπιστος απέναντι σε όποιον ισχυριστεί πως συνέλαβε όλη την ουσία του. Στη διάρκεια της ανάγνωσης είχα την αίσθηση πως μπαίνω όλο και πιο βαθιά σε ένα αχανές, σκοτεινό σπήλαιο, προχωρώντας πάντα με το ένα χέρι στον τοίχο. Μπορείς να το προσεγγίσεις αργά-αργά, γωνία-γωνία, να θαυμάσεις υπό το φως ενός δαυλού τις όμορφες βραχογραφίες, όμως ποτέ δε θα δεις το θόλο του, ποτέ δε θα ξέρεις αν το γύρισες όλο και ο κίνδυνος να χαθείς σε αυτό είναι πάντα μεγάλος.
"Άλλωστε, μήπως δεν εξαρτώνται τα πάντα από την ερμηνεία της σιωπής που απλώνεται γύρω μας;"

Πολλές φορές ένιωθα πως το χέρι που έγραφε με πόνο αυτές τις αριστουργηματικές σελίδες άνηκε σε κάποιον που κατέθετε στο έργο του αυτό όλη του την ψυχή, τα όνειρα και τις απογοητεύσεις του, τις πιο μύχιες σκέψεις του, συναισθήματα που και ο ίδιος έψαξε πολύ για να ανακαλύψει μέσα του, το πιο εκλεκτό απόσταγμα εμπειριών μιας πλούσιας ζωής, που αν και δεν ήταν ούτε δυστυχισμένη ούτε αποτυχημένη, το φόρτωσε με ένα ασήκωτο βάρος, από το οποίο προσπάθησε να απαλλαγεί μέσα από αυτά τα τέσσερα μυθιστορήματα. Αυτό νομίζω είναι και το πραγματικό μεγαλείο αυτού του βιβλίου, που το καθιστά μια μυσταγωγία για τη ζωή. Και δεν είναι λίγες οι σελίδες που σε κάνουν να νομίζεις πως διαβάζεις ποίηση σε πεζό λόγο και φόρμα...

" Ο "έρωτάς" μου για κείνην, ο "έρωτάς" της Μελίσα για μένα, του Νεσίμ ο "έρωτας" για κείνην, ο"έρωτάς" της για τον Περσγουόρντεν -θα έπρεπε να υπάρχει ολόκληρο λεξιλόγιο επιθέτων για να διαφοροποιεί το ουσιαστικό- γιατί ούτε καν δυο περιπτώσει δεν περιλαμβάνουν τις ίδιες περιουσίες·κι ωστόσο όλες περιλαμβάνουν τη μια και απροσδιόριστη ποιότητα, τον κοινό άγνωστο παράγοντα της προδοσίας. Γιατί ο καθένας από μας, σαν το φεγγάρι, είχε τη σκοτεινή πλευρά του - και μπορούσαμε να γυρνάμε το ψεύτικο μούτρο του τέλους της αγάπης προς το πρόσωπο που περισσότερο μας αγαπούσε και μας χρειαζόταν.Κι ακριβώς όπως η Τζαστίν χρησιμοποίησε την αγάπη μου, ο Νεσίμ χρησιμοποίησε της Μελίσα..Ο ένας στη ράχη του άλλου, έρποντας σαν τα καβούρια στο καλάθι."

Οι ήρωες του Ντάρελ καταφέρνουν ,παρά το ρομαντικό τους περίγραμμα που επιτείνεται λόγω του λυρισμού της αφήγησης, να διατηρούν τη μοναδικότητα τους , να αποτελούν δηλαδή ολοκληρωμένα πρόσωπα βγαλμένα από το παρελθόν του αφηγητή που δεν φιλοδοξεί να τα αναγάγει σε σύμβολα. Σε αυτό το μεγάλο ταξίδι μέσα από τις 1000 σελίδες του Ντάρελ τον αναγνώστη συντροφεύουν η μοιραία Τζαστίν, μια γυναίκα μυστηριώδης και απρόσιτη που εκπέμπει μια ακαταμάχητη γοητεία και είναι terra incognita για τους πάντες, ο πανίσχυρος ιδεαλιστής και αθεράπευτα ερωτευμένος Νεσίμ, ο μελαγχολικός και αγκιστρομένος στο παρελθόν Ντάρλι, η πιο ανάλαφρη Μελίσα, η Κλέα και δεκάδες άλλα πρόσωπα που εμφανίζονται στην ιστορία. Το ταξίδι είναι δύσκολο, αλλά νομίζω αποζημιώνει με τον τρόπο του. Σκοπεύω να το επαναλάβω χρόνια αργότερα, όταν πολλά πράγματα θα μου αποκαλυφθούν διαφορετικά.

"Χρησιμοποιούμε ο ένας τον άλλο σαν τσεκούρια για να κομματιάζουμε αυτούς που πράγματι αγαπούμε"

"