Δεκατέσσερα χρόνια(1937-1951), σχεδόν πέντε χιλιάδες εφιαλτικές μέρες από τη ζωή του πέρασε στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ο σπουδαίος Ρώσος λογοτέχνης Βαρλάμ Σαλάμοφ. Και όπως θα δούμε στη συνέχεια κάθε ξεχωριστή μέρα υπήρξε ένα ατελείωτο μαρτύριο, μια δοκιμασία επιβίωσης για ανθρώπινα ράκη που είχαν προ πολλού χάσει κάθε ελπίδα και ενστικτωδώς αρνούνταν να πεθάνουν. Η Κολιμά ,όμως, δε σε εγκαταλείπει μόλις περάσεις τις πύλες της και επιστρέψεις τυπικά στην κανονικότητα της ελευθερίας. Το πνεύμα σου έχει μείνει εκεί, το βασανισμένο κορμί σου θυμίζει σε κάθε κίνηση όλες τις κακουχίες και η μνήμη ,διαποτισμένη από όσα θα ήθελες να ξεχάσεις ,στήνει μπροστά σου άπειρες φορές τις ίδιες τραγικές σκηνές. Όχι, ο Σαλάμοφ δεν ελευθερώθηκε ποτέ από τα γκουλάγκ. Είκοσι ακόμα χρόνια ασχολήθηκε με την καταγραφή των εμπειριών που τον στοίχειωναν.

Οι "Ιστορίες από την Κολιμά" είναι το χρονικό των διώξεων που υπέστη τόσο ο ίδιος ο συγγραφέας όσο και οι υπόλοιποι συγκρατούμενοί του, χιλιάδες ψυχές που χάθηκαν στο κρύο της Σιβηρίας. Φόρμα το διήγημα, που με την αποσπασματικότητά του επιτρέπει να δοθεί μια πλήρης εικόνα για τη συστηματική εξόντωση των "εχθρών του λαού".Και προπαντός όχι στρογγυλεύματα, κάθε καλλωπισμός της ιστορικής πραγματικότητας θα αποτελούσε προσβολή στη μνήμη των θυμάτων , όχι φίλων-"φιλίες δε γεννιούνται στο στρατόπεδο". Ο για καιρό αγνοημένος Σαλάμοφ παρατήρησε με πικρία πόσο πιο ανάλαφρες ήταν οι σχετικές διηγήσεις του συμπατριώτη του Σολζενίτσιν , που μάλιστα βραβεύτηκε με Νόμπελ. Η αλήθεια όπως είναι, σκληρή, αδιαπραγμάτευτη, παρουσιασμένη με εξίσου αιχμηρή γλώσσα, την γλώσσα του ηττημένου ανθρώπου που έμπλεος οργής κατονομάζει τους φονιάδες του. Η αφήγηση αυτή, είπε ο Σαλάμοφ, "δεν είναι για το νικηφόρο πνεύμα αλλά για το πνεύμα που ποδοπατήθηκε" και το γεγονός αυτό καθορίζει και την εκφορά του λόγου:" Η πρόταση πρέπει να είναι σύντομη σαν χαστούκι..Από την ιστορία πρέπει να αφαιρεθεί κάθε καλολογικό στοιχείο".Λιτότητα για να είναι διακριτοί οι ρόλοι, άνθρωποι και ποντίκια.
"Όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα- η αγάπη, η φιλία, η ζήλεια, η φιλανθρωπία, το έλεος, η δίψα για δόξα, η τιμιότητα- μας είχαν εγκαταλείψει μαζί με το κρέας που στερούμασταν στη διάρκεια της παρατεταμένης λιμοκτονίας μας.Σ΄αυτή την ασήμαντη μυική στοιβάδα που παρέμενε ακόμα πάνω στα κόκκαλά μας, που μας έδινε ακόμα τη δυαντότητα να τρώμε, να κινούμαστε και να αναπνέουμε, ακόμα και να πριονίζουμε κορμούς δέντρων και να γεμίζουμε με το φτυάρι τα καρότσια με χώμα και πέτρες, και μάλιστα να σμπρώχνουμε τα καρότσια σε ένα ατελείωτο ξύλινο μονοπάτι μέσα στα ορυχεία του χρυσού, σ΄αυτή λοιπόν τη μυική στοιβάδα είχε θέση μόνο ο θυμός, το πιο παλιό ανθρώπινο συναίσθημα"
Η μετάφραση της εργατικής Ελένης Μπακοπούλου είναι ένας άθλος.Σχεδόν δυο χιλιάδες σελίδες, 145 διηγήματα που μεταδίδουν στον αναγνώστη τη συντριβή και την οργή των φυλακισμένων. Ο καλαίσθητος τόμος των εκδόσεων Ίνδικτος προκαλεί δέος στη θέα και μόνο, πόσο μάλλον όταν καλείται κανείς να μεταφράσει ένα τέτοιο όγκο κειμένων από μια απαιτητική γλώσσα με μακρά λογοτεχνική παράδοση.
Ο Σαλάμοφ δεν αφήνει τίποτα έξω από τις ιστορίες του. Ακολουθεί την πορεία προς τον όλεθρο, ξεκινώντας από τις ανακριτικές φυλακές, όπου κατέληγε κανείς συνήθως λόγω ανυπόστατων κατηγοριών που ήταν πρακτικά αδύνατον να διαψεύσει, και φτάνοντας στα στρατόπεδα, τη σκληρή, δεκαεξάωρη εργασία στα ορυχεία με 50 βαθμούς υπό του μηδέν. Όσα διαβάζουμε για την παραμονή στις φυλακές είναι ανατριχιαστικά μόνο μέχρι να φτάσουμε στις διηγήσεις από τα στρατόπεδα. Δεκάδες κρατούμενοι σε στενόχωρα κελιά αναμένουν την ανάκριση και την τελική ετυμηγορία, που θα τους στείλει στο απόσπασμα ή στο κάτεργο, οργανώνουν νοερά την υπεράσπισή τους, παρά τη ματαιότητα της προσπάθειας: το Κόμμα γνωρίζει πάντα καλύτερα γιατί πρέπει να εξοντωθεί αυτός που επαίνεσε το έργο ενός ποιητή που εγκατέλειψε τη χώρα και την επανάσταση. Ο ανακριτής θα επιλέξει τον πιο κατάλληλο τρόπο για την αποκάλυψη της "συνωμοσίας"·μπορεί να καλέσει άμεσα τον κρατούμενο, να τον εξουθενώσει αφήνοντάς τον άυπνο για μέρες, να τον φοβερίσει μέχρι να ομολογήσει.Ενδέχεται όμως να τον κρατήσει στην αναμονή για εβδομάδες, μήνες στις άθλιες συνθήκες των φυλακών, χωρίς νέα από τους δικούς του, να παλεύει μόνος με τις αγωνίες του.
"Κούνησε το χέρι της προς το μέρος μας, μας έδειξε τον ουρανό, κάπου σε μια άκρη του ουράνιου θόλου και φώναξε:"Κοντεύει παιδιά, κοντεύει"Της απαντήσαμε με ένα χαρούμενο ξεφωνητό .Δεν την ξανάδα ποτέ, αλλά τη θυμόμουν όλη μου τη ζωή -πως μπορούσε να καταλάβει τόσο και να μας παρηγορήσει τόσο.Έδειξε τον ουρανό χωρίς να εννοεί ,διόλου, τη μεταθανάτια ζωή.Όχι, μας έδειξε μόνο ότι ο αόρατος ήλιος πήγαινε προς τη δύση του, ότι το τέλος της εργασιακής μας μέρας είναι κοντά"
Και όταν τελικά ο κρατούμενος καταδικαστεί και καταλήξει στην κόλαση της Κολιμά, τότε θα καταλάβει πόσο προνομιακή ήταν η παραμονή του στις φυλακές Μπουτίρκι. Εκ νέου συνωστισμός σε άθλια παραπήγματα με εκατοντάδες κουκέτες, σκεπάσματα γεμάτα ψείρες και ψύλλους, αν κάποιος από τους ποινικούς κρατουμένους δεν έχει προλάβει να τα κλέψει από τον άμαθο "πολιτικό του πενήνταοκτώ"(το άρθρο με το οποίο καταδικάζονταν οι πολιτικοί αντιφρονούντες). Δεκαεξάωρες βάρδιες και έπειτα πορεία χιλιομέτρων στο χιόνι για να κοπούν τα απαραίτητα για τη θέρμανση ξύλα. Σύντομος ύπνος με τα ρούχα της δουλειάς και έπειτα το μαρτύριο ξεκινά από την αρχή.Την επόμενη μέρα ,όμως, δεν είσαι ίδιος. Το κλιμακούμενο, ανάλογα με τη νόρμα αποδοτικότητας που έχει ο καθένας στην εργασία του, σιτηρέσιο δε φτάνει για να κρατήσει όρθιο έναν άντρα και πόσα ψίχουλα να βρει κανείς στο πάτωμα, πόσα λίτρα βραστό νερό να πιει για να ξεγελάσει το στομάχι του;Οι μέρες περνούν, η ρώμη και η υγεία εγκαταλείπουν γρήγορα το σώμα, το ξυλοφόρτωμα από τους ποινικούς και τους φρουρούς επιδεινώνουν την κατάσταση, η ελπίδα σβήνει σύντομα- τα σχέδια για το μέλλον σταματάνε στο αύριο-, ο θάνατος έρχεται, αδιάφορο πως. Εκτέλεση επειδή δεν πέτυχες επανειλημμένα τη νόρμα ή επειδή τα κρυοπαγημένα πόδια δεν κατάφεραν να σε οδηγήσουν στη δουλειά· αβιταμίνωση από την πείνα· κάποια ασθένεια, κάπως.

Φωτογραφία του Συγγραφέα
Σε όλο αυτό το σκηνικό θανάτου κάθετι το ανθρώπινο ψύχεται. Δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για φιλίες και σοβαρές σκέψεις. Ο Σαλάμοφ γράφει πως παρά τα όσα ζει κάτι μέσα του δεν του επιτρέπει να πεθάνει.Όπως λέει, "τα άλογα δε διέφεραν σε τίποτε από τους ανθρώπους" και ωστόσο πέθαιναν, ενώ ο άνθρωπος ,πιο ανθεκτικός συνέχιζε να μάχεται μέχρι να χάσει και την τελευταία ικμάδα δύναμης. Γαντζωνόταν από μια απειροελάχιστη ελπίδα, γράφει κάπου, από τον αυριανό καιρό που θα ήταν καλύτερος ,από το αυξημένο αυριανό σιτηρέσιο, από ένα σύντομο ρεπό και συνέχιζε.Κάποιοι αυτοτραυματίζονταν σοβαρά, έμενα ανάπηροι, ώστε να μη δουλέψουν άλλο, άλλοι υποβάλλονταν σε αχρείαστες εγχειρήσεις λόγω "οξείας σκωληκοειδίτιδας" για να ξεκουραστούν έστω μια εβδομάδα, λίγοι ήταν αυτοί που τα παρατούσαν και αυτοκτονούσαν.
Οι "Ιστορίες από την Κολιμά" είναι ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο της φρίκης που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι, ντοκουμέντο που δε συγκρίνεται με καμία άλλη απόπειρα καταγραφής αυτής της μαύρης σελίδας της ρωσικής ιστορίας. Καμία ανάρτησή μου δεν αρκεί για να αποδώσει την έκπληξη που αισθάνεται κανείς διαβάζοντας τις σελίδες του βιβλίου. Θα ακολουθήσει ανάρτηση με ακόμα 2-3 σύντομα αποσπάσματα που αποτυπώνουν το πνεύμα του βιβλίου, καθώς και κάποιες επιπλέον σκέψεις μου.