Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Αίμα και άμμος

 Ας αρχίσουμε όπως σχεδόν κάθε κείμενο που αναφέρεται στον Χουάν Ρούλφο. Ο Μεξικανός υπήρξε ένα σχεδόν μοναδικό φαινόμενο, καθώς αν θέλουμε να εντοπίσουμε μια ανάλογη περίπτωση, θα πρέπει να θυμηθούμε τον Ρεμπώ που εγκατέλειψε την ποίηση στα είκοσι του χρόνια.Ο Ρούλφο δημοσίευσε μόλις δυο έργα, μια συλλογή διηγημάτων και το εμβληματικό μυθιστόρημα "Πέδρο Πάραμο", και έπειτα σιώπησε για σχεδόν τριάντα χρόνια, μέχρι τον θάνατό του. Η ισχνή λογοτεχνική του παραγωγή δεν κατάφερε πάντως να σταθεί εμπόδιο στην αναγνώρισή του ως ενός εκ των κορυφαίων συγγραφέων της Λατινικής Αμερικής. Το "Πέδρο Πάραμο" θεωρείται από πολλούς ως το σπουδαιότερο έργο της λατινοαμερικάνικης γραμματείας, ο Ρούλφο τοποθετείται πλάι στον Μπόρχες και το ολιγοσέλιδο έργο του αποτελεί τομή στην πορεία της λογοτεχνίας, καθώς προετοίμασε το boom της δεκαετίας του ΄60.

  Ομολογώ πως δεν εντυπωσιάστηκα από τα δεκαεπτά διηγήματα της συλλογής "Ο Κάμπος στις Φλόγες" (εκδ.Πατάκης,μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου). Αποφάσισα να την διαβάσω ώστε να προλειάνω κάπως το έδαφος τόσο για την ανάγνωση του αριστουργήματος του Ρούλφο όσο και των υπόλοιπων μεγάλων έργων της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, για τα οποία ακόμα αισθάνομαι ανέτοιμος.Η αλήθεια είναι πως και ο ίδιος ο Ρούλφο αντιμετώπισε τη συγγραφή των διηγημάτων αυτών ως άσκηση γραφής πριν καταπιαστεί με το βιβλίο που του άνοιξε την πόρτα για το πάνθεον της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

  " Δε λέμε τι σκεφτόμαστε.Πάει πολύς καιρός που έχουμε χάσει πια την όρεξη για λόγια.Την τέλεψε η ζέστη.Ίσως μιλούσαμε εύκολα σε άλλα μέρη, εδώ όμως θέλει κόπο.Εδώ μιλάς και οι λέξεις πυρώνουν μες στο στόμα σου μαζί με την ζέστη απ'έξω και σου ξεραίνουν τη γλώσσα μέχρι που κόβεται η ανάσα σου.Έτσι έχουν εδώ τα πράγματα.Γι΄αυτό κανείς δε θέλει να μιλά."

   Ο Ρούλφο δεν αγαπά τις μεγαλοστομίες και τη φλυαρία.Πώς θα μπορούσε να το κάνει αυτό ένας συγγραφέας που, πιστεύοντας πως τα είχε πει όλα σε μερικές εκατοντάδες σελίδες, έμεινε αυτοεξόριστος από την τέχνη του; Η γραφή του είναι ασθμαίνουσα και αυστηρά λιτή. Σε κανένα από τα σύντομα διηγήματά του δεν παρασύρεται σε λυρικές περιγραφές, στοχασμούς ή παρεκβάσεις και  συγχωρεί στον εαυτό του ούτε μια περιττή φράση.Κάθε παράγραφος είναι απόλυτα ζυγισμένη, διατυπωμένη με τρόπο δωρικό και τελεσίδικο.Το μοναδικό όχημα που αποδέχεται ο Ρούλφο για τις λέξεις του είναι ο κοφτός, μικροπερίοδος λόγος που ταιριάζει απόλυτα με τον καυτό ήλιο και τους κατάκοπους ανθρώπους που πρωταγωνιστούν στις ιστορίες του.

     Τα διηγήματα διαδραματίζονται τη δεκαετία του 1920, ενώ μαινόταν στο Μεξικό ο εμφύλιος πόλεμος των Κριστέρος - στη διάρκεια του οποίου δολοφονήθηκε ο πατέρας του Ρούλφο-που αφορούσε κατά κύριο λόγο τη κατανομή ισχύος και την αναδιανομή της γης. Φόντο των ιστοριών είναι η επαρχία του Χαλίσκο, μια φτωχή και άγονη περιοχή με τσακισμένους ανθρώπους, στην οποία μεγάλωσε ο συγγραφέας. Τα πρόσωπα εναλλάσσονται ωστόσο υπάρχει ένας ιστός που τα συνδέει: η πείνα, η φτώχεια, ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση, το μίσος και η απανθρωπιά που γεννούν οι σκληρές συνθήκες και το εχθρικό τοπίο.

      Η πλοκή των ιστοριών είναι απλή με κοινό άξονα το σκοτάδι που τις περιβάλλει. Εγκλήματα του παρελθόντος, αιμομιξίες, ξεκαθάρισμα λογαριασμών, ένα αδελφός που οδηγεί στο θάνατο τον ομομήτριό του, ένας πατέρας που μισεί τον γιο του αλλά προσπαθεί να τον σώσει, αντάρτες που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον ομοσπονδιακό στρατό. Η βία και το αίμα κυριαρχούν και ο Ρούλφο σε αρκετές περιπτώσεις περιγράφει με ωμό νατουραλισμό τον ξεπεσμό των κατοίκων του Χαλίσκο. Δεν είναι λίγα τα σημεία που μου θύμισαν την εξίσου αδέκαστη και σκληρή γραφή του Κόρμακ Μακ Κάρθυ. "Ο Κάμπος στις φλόγες" είναι ένα αποσπασματικό οδοιπορικό στη γη του Μεξικού, που παρά τις καλές στιγμές του ("Τάλπα","Ο 'Αντρας","Πες τους να μη με σκοτώσουν", "Πέρασμα του Βορρά", "Είναι που είμαστε πολύ φτωχοί") δεν κατάφερε να με ενθουσιάσει. 

   "Ίσως και οι δυο έχουμε πολύ κοντά μας το σώμα του Τανίλο, ξαπλωμένο στην τυλιγμένη ψάθα·γεμάτη μέσα κι έξω από ΄να σμάρι μπλε μύγες που ο βόμβος τους έμοιαζε με μακρύ ρόγχο που έβγαινε από το στόμα του·από εκείνο το στόμα που δεν μπόρεσε να κλείσει παρά τις τόσες προσπάθειες της Ναταλία και τις δικές μου και που έμοιαζε να λαχταράει ακόμα να αναπνεύσει δίχως να βρίσκει ανάσα.Εκείνου του Τανίλο που τίποτα πια δεν του πόναγε, έδειχνε όμως πονεμένος, με γρατζουνιές στα χέρια και τα πόδια και τα μάτια ορθάνοιχτα σαν να κοιτούσε τον ίδιο του τον θάνατο.Εδώ κι εκεί όλες του οι πληγές να στάζουν  ένα κίτρινο υγρό, κι αυτή τη μυρωδιά  που σκορπιζότανε παντού και που την ένιωθε κανείς στο στόμα, σαν να γευόταν ένα μέλι πηχτό και πικρό που έλιωνε στο αίμα του με κάθε ρουφηξιά αέρα"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου