Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Το σκοτεινό τούνελ που διασχίζουμε

 Μια αριστουργηματική νουβέλα και δυο μυθιστορήματα ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν τον λογοτεχνικό μύθο του Ερνέστο Σάμπατο, έναν εκ των τεσσάρων γιγάντων της αργεντίνικης λογοτεχνίας. Καθότι αισθάνομαι ακόμα ανέτοιμος να βουτήξω στα βαθιά της λατινοαμερικάνικης συγγραφικής παραγωγής, περιορίζομαι στο να γλύφω πεντανόστιμα και εύπεπτα κοκαλάκια , όπως "Το τούνελ" (Εκδ.Αστάρτη, μετάφραση Μάγια-Μαρία Ρούσσου), το οποίο ολοκλήρωσα χωρίς να το αφήσω από τα χέρια μου.

Ο αφηγητής μας Χουάν Πάμπλο Καστέλ, γνωστός ζωγράφος, ξεκινά με μα ξερή, ψύχραιμη ομολογία πως δολοφόνησε την ερωμένη του Μαρία Ιριμπάρνε. Από τη φυλακή πλέον, ο Καστέλ , μόνος και απογοητευμένος από τους ανθρώπους, εξιστορεί το σύντομο χρονικό της σχέσης του, θέλοντας όχι τόσο να απολογηθεί ή να αυτοψυχαναλυθεί, όσο να καταστήσει σαφές πως η πράξη του ήταν κάτι το αναμενόμενο και δίκαιο κάτω από τις συνθήκες που τελέστηκε. Η γραφή του Σάμπατο είναι πυρετώδης, μεταδίδει στο ακέραιο την υπερένταση του Καστέλ, και ταιριάζει απόλυτα στον ψυχικά διαταραγμένο(;) ήρωα που συχνά χάνει τον ειρμό του, ανοίγει άκαιρες παρενθέσεις και δεν παραλείπει να εκφράζει την περιφρόνησή του για την υπόλοιπη ανθρωπότητα, όποτε του δίνεται η ευκαιρία.

Αυτό που έκανε τον Καστέλ να ερωτευτεί κεραυνοβόλα και παθιασμένα-αυτά πάντα πηγαίνουν μαζί- την Μαρία στη διάρκεια μιας έκθεσης ζωγραφικής του είναι η εντύπωση που του δημιουργήθηκε πως αυτή, μόνη από όλους, εστίασε σε μια λεπτομέρεια του πίνακά του.Μια μοναχική γυναίκα στο βάθος του κάδρου που οι περισσότεροι περνούσαν βιαστικά. Ο Καστέλ αισθάνεται την ανάγκη να γνωρίσει την Μαρία και αρχίζει να καταστρώνει με σπάνια μεθοδικότητα σχέδια που υπηρετούν την εμμονή του. Όταν τελικά καταφέρνει να την κατακτήσει, η ζήλια του και η αμφιβολία για την αμοιβαιότητα των συναισθημάτων δεν του επιτρέπουν να ηρεμήσει και να απολαύσει τη σχέση του.

Ο έρωτας που περιγράφει ο Σάμπατο δεν είναι ο έρωτας ενός τρελού, είναι ένας τρελός έρωτας που θα μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε. Για αυτό και δε βιάζομαι να χαρακτηρίσω τρελό τον Καστέλ. Με μια πρώτη ματιά ο φόνος είναι πράξη ενός εμφανώς διασαλευμένου ατόμου, όμως καθώς παρακολουθούμε την αφήγηση του Καστέλ και την οξύτητα των συναισθημάτων του μια δεύτερη σκέψη εμφανίζεται, ο φόνος ως αποτέλεσμα της ακατανίκητης, εγωιστικής κτητικότητας  που χρησιμεύει για να προστατευτεί το αντικείμενο του πόθου. Ίσως λοιπον ο Καστέλ να μην είναι ένας ανισόρροπος, αλλά ένας μη χαλιναγωγημένος από τις κοινωνικές συμβάσεις, ο οποίος αρνείται να αποδεχτεί την απώλεια του προσώπου που νοηματοδοτεί την ύπαρξή του. Από αυτήν την οπτική ο φόνος είναι μια επανάσταση και απόλυτη επικράτηση του συναισθήματος έναντι της λογικής και της παραίτησης του με΄σου ανθρώπου από τον έρωτά του μετά από μια απογοήτευση. Το αχαλιναγώγητο συναίσθημα αρκεί για το στιγματισμό κάποιου ως ψυχασθενή- σε τι διαφέρει κανείς από τα κινούμενα από ένστικτα ζώα θα έλεγε κανείς- όμως αν έρθουμε στη θέση του Καστέλ θα διστάσουμε να προβούμε σε έναν τόσο ισοπεδωτικό χαρακτηρισμό.

"Το Τούνελ" δίνει μια πολύ εντυπωτική και πλατιά απεικόνιση του ερωτικού συναισθήματος, που χωράει από το φόβο της μοναξιάς, την ικανοποίηση των σαρκικών αναγκών και την χωρίς ανταλλάγματα τρυφερότητα, μέχρι τη ζήλια, την προσπάθεια αυτοεπιβεβαίωσης μέσω του έρωτα, την οικειοποίηση του εραστή και το μίσος της προδοσίας. Και κυρίως, όπως διαπιστώνει ο Καστέλ σε μια ανυπέρβλητη παράγραφο, ο έρωτας με όλα τα παραπάνω αντιφατικά χαρακτηριστικά του, είναι ο μόνος ικανός να δώσει αληθινό παλμό στη ζωή μας, να οδηγήσει σε ένα σύντομο ξέφωτο στην μακρά, μοναχική πορεία μέσα στο ατομικό μας τούνελ.

"Υπήρχε ένα και μοναδικό τούνελ,σκοτεινό και μοναχικό : το δικό μου, το τούνελ που μέσα του είχαν κυλήσει τα παιδικά μου χρόνια, η νιότη μου, η ζωή μου ολόκληρη.Και σε ένα από εκείνα τα διάφανα ανοίγματα του πέτρινου τοίχου, είχα δει αυτήν την κοπέλα κι είχα πιστέψει με αφέλεια πως ερχόταν από άλλο τούνελ ,παράλληλο με το δικό μου, ενώ στην πραγματικότητα άνηκε στον ανοιχτό κόσμο, τον κόσμο τον δίχως όρια, που γνωρίζουν όσοι ζουν μέσα σε τούνελ.Και ίσως να είχε πλησιάσει από περιέργεια σ΄ε΄να από τα παράξενα  παράθυρά μου και να είχε δει το θέαμα της αθεράπευτης μοναξιάς μου, ή όπως το είχε μεταδώσει η σιωπηλή γλώσσα,το κλειδί του πίνακά μου.Και τότε, ενώ εγώ προχωρούσα πάντα μέσα από τη στοά μου, εκείνη ζούσε έξω την κανονική της ζωή, την ταραγμένη ζωή που κάνουν αυτοί οι άνθρωποι που ζουν έξω, αυτή τη ζωή τη παράξενη και γελοία ,οπου γίνονται χοροί και γιορτές κι υπάρχει ευθυμία και κουφότητα.Και καμιά φορά συνέβαινε, όταν εγώ περνούσα μπροστά από κάποιο από τα παράθυρά μου, εκείνη με περίμενε βουβή και ανήσυχη.Αλλά πολλές φορές συνέβαινε να μη φτάνει έγκαιρα και ξεχνούσε αυτό το δύστυχο παγιδευμένο πλάσμα, και τότε εγώ , με το πρόσωπο κολλημένο πάνω στο γυάλινο τοίχο, την έβλεπα μακριά να χαμογελάει ή να χορεύει ανέμελα ή , πράγμα που ήταν ακόμα χειρότερο, δεν την έβλεπα καθόλου και τη φανταζόμουν σε μέρη απρόσιτα και χαύνα.Και τότε ένιωθα πως η μοίρα μου ήταν άπειρα πιο ερημική από ότι είχα φανταστεί."

2 σχόλια:

  1. Χαιρετώ Desperado

    "Μεγάλο", παρά το μικρό του μεγέθους του, το βιβλίο του Αργεντινού, το απόλαυσα όσο λίγα, από τα αυτά που θεωρώ αξιομνημόνευτα. Χαίρομαι που σου άρεσε, κάτι αναμενόμενο άλλωστε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και για μένα το "Τούνελ" είναι ένα κορυφαίο έργο, γραμμένο απλά αλλά "ορμητικά", στροβιλίζεται γύρω από τις έννοιες της εμμονής και της παράνοιας.
    Στο βιβλίο μου έχω ζωγραφίσει μια καρδιά γύρω από το κεφάλαιο 36 ως αντιπροσωπευτικότερο του "Τούνελ".
    Πολύ χαρακτηριστικό το απόσπασμα που παραθέτεις, αποτυπώνει συμπυκνωμένα την ατμόφαιρα του έργου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή