Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Η κινηματογραφική Λέσχη

Η σχέση πατέρα και γιου , όπως και αυτή μητέρας και κόρης, είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες που αναπτύσσονται. Η αγάπη είναι αμοιβαία, αλλά ο θαυμασμός προς τον πατέρα και η στοργή προς το παιδί συχνά περνούν σε δεύτερη μοίρα εξαιτίας του ανταγωνισμού που διακρίνει αυτή τη σχέση.Το αγόρι προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του , να χειραφετηθεί από τη γονικό έλεγχο και να αποδείξει τις ικανότητές του, πράγμα που συχνά επιχειρείται μέσα από μια σύγκρουση με τον πατέρα και την σκληρότητα προς αυτόν, σκληρότητα που σπάνια ανταποκρίνεται στα πραγματικά συναισθήματα του παιδιού.Ο πατέρας από την άλλη μοιάζει συχνά πιο απρόσιτος , άλλοτε για να επιβεβαιώσει την κυριαρχία του σε αυτή τη σχέση και άλλοτε για να σκληραγωγήσει, "να κάνει άντρα" το γιο του.

Αυτή η ιδιόρρυθμη σχέση είναι και το κύριο θέμα της τρυφερής "Κινηματογραφικής Λέσχης" (εκδ.Πατάκης,μετάφραση Γιώργου Καλαμαντή ) του Ντέιβιντ Γκίλμουρ. Ο αφηγητής ,που πιθανότατα ταυτίζεται με τον συγγραφέα, δίνει τη συγκατάθεσή του και εξασφαλίζει την άδεια της πρώην συζύγου του προκειμένου ο γιος τους Τζέσε να εγκαταλείψει το σχολείο. Ο πατέρας όμως θέτει και δύο όρους : ο Τζέσε οφείλει να παρακολουθεί μαζί του τρεις ταινίες την εβδομάδα, τις οποίες και θα συζητάνε , και δε θα καταφύγει ποτέ σε ναρκωτικές ουσίες.
     
Το βιβλίο προσφέρει διπλή απόλαυση. Αφενός μπορεί να αποτελέσει μια ταχύρρυθμη και ευχάριστη εισαγωγή στην κινηματογραφική τέχνη. Οι ταινίες είναι όλες προσεκτικά επιλεγμένες και είναι φανερό πως ο Γκίλμουρ έχει γνώσεις και αγάπη για το συγκεκριμένο αντικείμενο. Έτσι με αφορμή την προβολή ταινιών ξεκινά ένα ταξίδι στον κόσμο του κινηματογράφου : Χίτσκοκ, Τριφό, Καζάν, Λεόνε, Κιούμπρικ είναι μόνο μερικοί από τους σκηνοθέτες στων οποίων το έργο γίνεται αναφορά. Οι συζητήσεις , με τις ενδιαφέρουσες ιστορίες γύρω από ηθοποιούς και τον μύθο κάποιων ταινιών και τις απόψεις των δύο συνομιλητών για αυτές, σίγουρα θα ενθουσιάσουν τους σινεφίλ.
   
Θα ήταν όμως λάθος να παραπλανηθούμε από τον τίτλο και τις πολλές κινηματογραφικές αναφορές , και να πιστέψουμε ότι ο Γκίλμουρ προσπαθεί απλώς να αναδείξει την αγάπη του για το σινεμά.Το βιβλίο είναι ένα τεκμήριο της αγάπης του για τον Τζέσε, μια μαρτυρία για τη σχέση τους, πολύ περισσότερο μια γλυκόπικρη ανάμνηση όσων έζησαν τα τρία χρόνια κατοικώντας στο ίδιο σπίτι και βλέποντας ταινίες. Ο Τζέσε, σαν ήρωας ενός ιδιαίτερου bildungsroman περνάει στην ενήλικη ζωή του, ενώ ο αφηγητής στην περίοδο της ωριμότητας παρακολουθώντας τα νιάτα να τον προσπερνούν.

"Καθισμένος σε τούτο το κρεβάτι συνειδητοποιώ πως ο Τζέσε δε θα γυρίσει ποτέ με την ίδια μορφή.Από εδώ και πέρα είναι επισκέπτης.Τι παράξενο, θαυμαστό , απρόσμενο δώρο υπήρξαν αυτά τα τρία χρόνια στη ζωή ενός νεαρού σε μια εποχή που κάτω από φυσιολογικές συνθήκες θα άρχιζε να κλείνει την πόρτα στους γονείς του. Τι τυχερός που ήμουν ( αν και τότε δεν το αντιλαμβανόμουν ), που δεν έιχα δουλειά, που είχα τόσο ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή μου. Μέρες, βράδια, απγεύματα. Χρόνος." 

 Όλη η αφήγηση διαπνέεται από μια γλυκιά, νοσταλγική διάθεση, μια λεπτή μελαγχολία για τη μαγική εποχή που τελείωσε οριστικά. Την εποχή που ο πατέρας είχε την ευκαιρία να περάσει ξέγνοιαστα απογεύματα με το γιο του, να αράξει μαζί του στη βεράντα ,όσο εκείνος κάπνιζε, να του διηγηθεί ιστορίες για να τον ανακουφίσει, να τον συμβουλεύσει , να του μεταφέρει τις εμπειρίες του, να τον διδάξει και τελικά να διδαχθεί και ο ίδιος από αυτόν.Η περίοδος αυτή ήταν ένας Παράδεισος για τον Γκίλμουρ και καταγράφοντάς την εξασφαλίζει ότι θα μπορεί να ανατρέχει σε αυτήν , όποτε αισθάνεται την ανάγκη, να τη χρησιμοποιεί ως υποκατάστατο για την καθημερινή επικοινωνία με τον Τζέσε, η οποία ανήκει πλέον στο παρελθόν.

 Το ωραιότερο πράγμα στην "Κινηματογραφική Λέσχη" είναι το πόσο αληθινοί και ανθρώπινοι είναι οι χαρακτήρες. Ο πατέρας να ανησυχεί για το αν έπραξε σωστά διακόπτοντας τη φοίτηση του Τζέσε στο σχολείο, να προσπαθεί να κρατήσει ισορροπίες σε μια εύθραυστη σχέση, να επιδιώκει με κάθε ευκαιρία να του αναπτερώσει το ηθικό και να θέλει να τον βάλει στον ίσιο δρόμο δίχως ταυτόχρονα να τον απομακρύνει από κοντά του.Ο Τζέσε πάλι είναι ένας έφηβος δίχως αυτοπεποίθηση, που κάνει τα πρώτα δειλα ερωτικά του βήματα και έχει ανάγκη τις συμβουλές ενός εμπειρότερου αλλά δυσκολεύεται να το παραδεχθεί. Τον βλέπουμε να πληγώνεται από τη συμπεριφορά των κοριτσιών του και να προσπαθεί να ξεπεράσει τα τραύματα που του προκαλεί ένας χωρισμός.

"Εσύ έχεις κλάψει ποτέ μπροστά σε κοπέλα;"με ρώτησε.
"Το θέμα είναι αν υπάρχει κοπέλα που να μην έχω κλάψει μπροστά της" αποκρίθηκα. Όταν τον άκουσα να γελάει, όταν είδα, έστω και για μια στιγμή, τη δυστυχία να εξαφανίζεται από τα χαρακτηριστικά του (ήταν λες και ο αέρας είχε παρασύρει τις στάχτες από ένα ωραίο τραπέζι), ένιωσα καλύτερα, σα να είχε περάσει η ναυτία που ένιωθε το κορμί μου.Μακάρι να μπορούσα να τον κρατήσω έτσι ,σκέφτηκα "
   
 Εξίσου αληθοφανείς είναι οι ανησυχίες του Τζέσε και η εξέλιξη που παρατηρείται σε αυτόν. Ο  αδέξιος, ντροπαλός δεκαεξάχρονος που καταπιέζεται από τις ανιαρές σχολικές  υποχρεώσεις  μετατρέπεται σε έναν ανεξάρτητο δεκαεννιάχρονο που είναι έτοιμος να χαράξει τη δική του πορεία. Από έναν νεαρό με ελάχιστες γνώσεις κινηματογράφου μετατρέπεται σε εκπαιδευμένο θεατή με αξιοθαύμαστη θεωρητική κατάρτιση. Μέσα από τις ερωτικές σχέσεις που συνάπτει καταφέρνει τελικά να απογαλακτιστεί από την οικογένειά του.
   
 Τελειώνοντας το βιβλίο αισθάνθηκα κάπως αδιάκριτος που παρακολούθησα τις τόσο προσωπικές στιγμές πατέρα και γιου , και έπιασα τον εαυτό μου να νοσταλγεί ,όπως ο Γκίλμουρ, τις απογευματινές συζητήσεις του μετά από κάθε ταινία. Ευχήθηκα και εγώ, μαζί με τον πατέρα ,ο Τζέσε να μην είχε μεγαλώσει ποτέ, να μην είχε εγκαταλείψει το σπίτι, η Κινηματογραφική Λέσχη να συνεχιζόταν και η διήγηση να μην τελείωνε ποτέ. Σύντομα καταλαβαίνει κανείς ότι η μαγεία και η συγκίνηση οφείλονται στο γεγονός πως ήρθε το τέλος και οι ωραίες στιγμές στο εξής μπορούν να αποτελούν απλώς αντικείμενο αναμνήσεων.

" Θα ξαναβρούμε χρόνο, ο Τζέσε κι εγώ, όχι όμως εκείνο το είδος του χρόνου, όχι εκείνον τον αδιατάρακτο και μάλλον βαρετό χρόνο που είναι το αληθινό σημάδι ότι ζεις με κάποιον, χρόνος που νομίζεις ότι θα συνεχιστεί για πάντα , και ύστερα , μια μέρα απλώς δεν υπάρχει."



Heidi Malott, "A steady hand"


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου